iphone app
android app
iphone app android app
Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017
ΣΤΑΥΡΩΣΗ

Η άγνωστη ιστορία των κειμηλίων της Σταύρωσης


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Τα κειμήλια της Σταύρωσης αποτελούν τα κυριότερα και σημαντικότερα εκθέματα της Βασιλικής του Αγίου Σταυρού της Ιερουσαλήμ, μιας από τις επτά προσκυνηματικές εκκλησίες της Ρώμης. Η επιγραφή του σταυρού, ο σταυρός, τα καρφιά της σταύρωσης .


Η Basilica di Santa Croce in Gerusalemme

Ο ναός κατασκευάστηκε γύρω στο 325, για να στεγάσει, σύμφωνα με την παράδοση, τα κειμήλια που έφερε στη Ρώμη από την Ιερουσαλήμ η Αγία Ελένη. Λέγεται, μάλιστα, ότι για το δάπεδο της εκκλησίας χρησιμοποιήθηκε χώμα από τους Αγίους Τόπους, γεγονός που αιτιολογεί το πρώτο της όνομα «Hierusalem».


Η επιγραφή του σταυρού

Το πιο γνωστό από όλα είναι φυσικά η "επιγραφή του σταυρού", το titulus των Ρωμαίων, γραμμένη στα Εβραϊκά, τα Ελληνικά και τα Λατινικά. Αν και ο ραδιάνθρακας 14  χρονολόγησε το κειμήλιο ανάμεσα στο 980 και 1146 μ.Χ., υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν την αυθεντικότητά του βασισμένοι σε γραφολογικά.


Η επιγραφή του σταυρού

Στo κομμάτι ξύλου από καρυδιά είναι εμφανής η λέξη «Ναζωραίος», ανακαλώντας στη μνήμη τη στιγμή που ο εβραίος  γραφέας χάραξε τα γράμματα που υπαγορεύτηκαν από τον Πιλάτο: «Έγραψε δε και τίτλον ο Πιλάτος και έθηκεν επί του σταυρού. Ην δε γεγραμμένον: Ιησούς ο Ναζωραίος, ο Βασιλεύς των Ιουδαίων. Τούτον ουν τον τίτλον πολλοί ανέγνωσαν των Ιουδαίων, ότι εγγύς ην της πόλεως ο τόπος όπου εσταυρώθη ο Ιησούς. Και ην γεγραμμένον Εβραϊστί, Ελληνιστί, Ρωμαϊστί» (Κατά Ιωάννην 19.19-21).

«Ναζωραίος»

Σύμφωνα με τη ρωμαϊκή πρακτική της σταύρωσης και όπως μας περιγράφουν τα Ευαγγέλια, τοποθετούνταν πάνω στο σταυρό του κάθε καταδίκου μια επιγραφή, η οποία αιτιολογούσε τη θανατική ποινή που είχε επιβληθεί. Στην περίπτωση του Ιησού ανέφερε «Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων», γραμμένη στις τρεις πιο κοινές γλώσσες της εποχής στην περιοχή, τα Ελληνικά, τα Λατινικά και τα Εβραϊκά.

Μια πιο πρόσφατη θεωρία την οποία ανέπτυξε μια Ιταλίδα καθηγήτρια αναφέρει ότι η επιγραφή δεν κατέγραφε όλες αυτές τις  λέξεις αλλά μονάχα το  «Ναζωραίος» ενώ τα συνοδευτικά καταγράφονταν συντομογραφικά.

Έως το 1492,κανείς δεν είχε ασχοληθεί με την επιγραφή του σταυρού, ωστόσο ένα απρόσμενο γεγονός ήρθε να δώσει το έναυσμα για την έναρξη της έρευνας γύρω από το κειμήλιο .

Τη χρονιά εκείνη, κατά τη διάρκεια εργασιών συντήρησης της τοιχογραφίας στην αψίδα του ιερού της Βασιλικής, ανακαλύφθηκε ένα τούβλο με την επιγραφή «Titulus Crucis», δηλαδή «επιγραφή του σταυρού». Μόλις το τούβλο απομακρύνθηκε, αποκαλύφθηκε πίσω του ένα κομμάτι ξύλου με την επιγραφή «Ναζωραίος» στις κλασικές τρεις γλώσσες που γνωρίζουμε από τις διηγήσεις της  Αγίας Γραφής. Η είδηση της ανακάλυψης προκάλεσε τέτοια αίσθηση, που ακόμη και ο Μιχαήλ Άγγελος έσπευσε να τοποθετήσει ένα αντίγραφό της στο σταυρό που φιλοτέχνησε την ίδια χρονιά και που σήμερα φυλάσσεται στη Santa Maria del Santo Spirito στη Φλωρεντία. Κανείς φυσικά δεν είχε την παραμικρή υποψία για το πώς το κειμήλιο βρέθηκε εντοιχισμένο στο ναό, και η μόνη θεωρία που έμοιαζε ως λογική ήταν η τοποθέτησή του εκεί κάπου ανάμεσα στα 455, για να προστατευτεί από τις ορδές των Βησιγότθων που πολιορκούσαν τη Ρώμη.

Η ανακάλυψη της επιγραφής προκάλεσε ενδιαφέρον στους ιστορικούς, οι οποίοι άρχισαν να "ξεσκονίζουν" παλιά χειρόγραφα και βιβλία αναζητώντας ενδείξεις για την ιστορία της επιγραφής...

Ώσπου το 19ο αιώνα μια Ισπανίδα προσκυνήτρια, η Εγερία δημιούργησε νέα δεδομένα με τα κείμενα της, που αναφέρονται στην επίσκεψη της στην «Αγία Γη» το383. Η ίδια περιέγραφε την προσκύνηση στην Ιερουσαλήμ ενός κειμηλίου, το οποίο ταυτίζεται με την επιγραφή του σταυρού, εκτίθετο μαζί με το ξύλο του σταυρού και φυλασσόταν σε ένα ασημένιο κιβώτιο.

Τον 6ο αιώνα ο προσκυνητής Αντωνίνος της Πιατσέντζα αναφέρει την ύπαρξη επιγραφής με τα εξής: «Εδώ είναι ο Βασιλιάς των Ιουδαίων». Απέναντι στις ενδείξεις αυτές στάθηκε η χρονολόγηση με άνθρακα 14 η οποία έδωσε ως χρονικό ορίζοντα κατασκευής του κειμηλίου το διάστημα από το 980 έως το 1146, και έκανε πολλούς να παραδεχτούν είτε ότι πρόκειται για ένα ακόμη πλαστό κειμήλιο του Μεσαίωνα είτε για ένα αντίγραφο του χαμένου αυθεντικού.

Όμως το χρονολογικό αυτό όριο αμφισβητείται ευρέως με το επιχείρημα ότι τη ραδιοχρονολόγηση πραγματοποίησε ιταλικό εργαστήριο "με μάλλον ερασιτεχνικές πρακτικές" ενώ η τεκμηριωμένη απεντόμωση του ξύλου λόγω της "επίθεσης" που δέχθηκε ανά τους αιώνες από έντομα "μόλυνε" το δείγμα σε βαθμό που δικαιολογεί τα λάθη στην χρονολόγηση με άνθρακα 14.


Ο σταυρός και το αγκάθι

Η Santa Croce κουβαλάει, όμως, το φορτίο και άλλων αναμνήσεων από τα δραματικά κοσμοϊστορικά γεγονότα που σχετίστηκαν με τις τελευταίες ώρες του Χριστού στη Γη. Μέσα σε περίτεχνες λειψανοθήκες στο παρεκκλήσι των κειμηλίων, υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι ξύλο που πιστεύεται ότι προέρχεται από το σταυρό του «καλού ληστή», ο οποίος σταυρώθηκε μαζί με τον Ιησού. Ένα οστό από δάχτυλο θεωρείται ότι είναι εκείνο με το οποίο ο Απόστολος Θωμάς ακούμπησε τις πληγές στο σώμα του Ιησού για να πιστέψει όταν ο Χριστός εμφανίστηκε μπροστά του μετά την Ανάσταση. Επίσης υπάρχει ένα τμήμα του στύλου πάνω στον οποίο δέθηκε και μαστιγώθηκε ο Ιησούς και τεμάχια που έχουν μεταφερθεί στη Βασιλική από τον Πανάγιο Τάφο και τη φάτνη. Σε ξεχωριστές λειψανοθήκες υπάρχουν ακόμη δύο αγκάθια από το ακάνθινο στεφάνι που τοποθετήθηκε στο κεφάλι του Χριστού όταν τον βασάνιζαν οι Ρωμαίοι στρατιώτες και τρία τεμάχια από τον πραγματικό σταυρό πάνω στον οποίο καρφώθηκε ο Ιησούς.

Τα διάσημα κειμήλια της Σταύρωσης μεταφέρθηκαν το 1930 στη σημερινή τους θέση, στο λεγόμενο «παρεκκλήσι των κειμηλίων».Τα τεμάχια του Τίμιου Ξύλου

Πληθώρα τεμαχίων ξύλου που πιστεύεται ότι αποτελούν τμήματα του αρχικού, ο οποίος ανακαλύφθηκε από την Αγία Ελένη, υπάρχουν σήμερα διάσπαρτα σε εκκλησίες και μουσεία της Ευρώπης. Όμως το μεγαλύτερο φυλάσσεται στο Άγιο Όρος, στη Μονή Ξηροποτάμου. Αρχικά το πιο μεγάλο κομμάτι βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ, όπου το άφησε η Αγία Ελένη αναχωρώντας για τη Ρώμη. Το κειμήλιο αυτό έπεσε στα χέρια του Πέρση Βασιλιά Χοσρόη ΙΙ, όταν αυτός εισέβαλε στους Αγίους Τόπους στα 614. Δεκατρία χρόνια αργότερα ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ηράκλειος κατάφερε να τον νικήσει να ανακτήσει το Τίμιο Ξύλο, να το μεταφέρει αρχικά στην Κωνσταντινούπολη και να το επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ στις 21 Μαρτίου 630. Αρκετούς αιώνες αργότερα στα χέρια των σταυροφόρων μετατράπηκε σε λάβαρο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε στη μεγάλη μάχη εναντίον του Σαλαδίνου στην περιοχή Χατίμ.

Η τραγική ήττα του στρατού της Δύσης στα 1187 σήμανε και την εξαφάνιση του πολύτιμου κειμηλίου ή κατά άλλους την καταστροφή του στην πυρά. Κομμάτια όμως του Τίμιου Ξύλου διασώθηκαν και αρκετά επιβίωσαν ως τις μέρες μας με ιστορία που δύσκολα μπορεί να πιστοποιήσει με τρόπο κατηγορηματικό την αυθεντικότητά τους. Από τα πιο γνωστά είναι εκείνο που παραμένει στην Ιερουσαλήμ, αλλά και το τεμάχιο που μετέφερε η Αγία Ελένη στη Ρώμη και σήμερα φυλάσσεται στη Santa Croce in Gerusalemme, στο σημείο όπου βρισκόταν το ανάκτορό της. Πολλά από τα κειμήλια αυτά μεταφέρθηκαν από την Κωνσταντινούπολη κατά την άλωση της Πόλης από τους σταυροφόρους, στα 1204.


Η τοιχογραφία του ναού με την ανακάλυψη του Τιμίου Ξύλου από την Αγία Ελένη

Σε αυτά ανάγονται κάποια από τα πιο γνωστά τμήματα του Τίμιου Σταυρού, που σήμερα βρίσκονται στην Παναγία των Παρισίων, τη Νοτρ Νταμ, καθώς επίσης στους Καθεδρικούς της Πίζας και της Φλορεντίας, για τα οποία η μικροσκοπική εξέταση απέδειξε ότι προέρχονται από ξύλο ελιάς. Από τα πιο γνωστά τεμάχια του Τίμιου Ξύλου είναι αυτό που βρίσκεται στο θησαυροφυλάκιο των Αψβούργων στη Βιένη, το οποίο φυλασσόταν μαζί με τον αυτοκρατορικό Σταυρό.


Τα καρφιά της Σταύρωσης

Από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια της συλλογής είναι ένα από τα τρία σιδερένια καρφιά που λέγεται ότι τρύπησαν τα χέρια και τα πόδια του Ιησού στο σταυρό.

Το κειμήλιο αυτό, για το οποίο οι υπεύθυνοι της Εκκλησίας υποστηρίζουν ότι τα αρχεία μνημονεύουν πως ποτέ δεν παρουσίασε ίχνη σκουριάς, έχει ξεχωριστή σημασία, αν σκεφτεί κανείς πως πλείστες όσες εκκλησίες σε ολόκληρο τον κόσμο διεκδικούν δι' εαυτόν ότι έχουν στην κατοχή τους ένα από τα γνήσια καρφιά της Σταύρωσης.

Είναι γνωστό ότι πληθώρα καρφιών κυκλοφορούσαν από το Μεσαίωνα και εξής έχοντας τη φήμη ότι είναι γνήσια, ενώ αρκετοί πάπες επέτρεψαν τη διάδοση αντιγράφων τους, συνοδεύοντάς τα με τη φήμη ότι σε αυτά είχαν ενσωματωθεί κομμάτια ή ρινίσματα μετάλλου από τα πραγματικά κειμήλια της Σταύρωσης.

Σήμερα είναι γνωστά πάνω από τριάντα τέτοια κειμήλια, που θεωρούνται ως τμήμα ή σαν αυτά καθαυτά τα τρία καρφιά της Σταύρωσης. Εκτός από εκείνο στη Santa Croce της Ρώμης, γνωστά είναι τα καρφιά που φυλάσσονται στη Βενετία, στο Άαχεν της Γερμανίας, στο Εσκοριάλ της Ισπανίας, στη Νυρεμβέργη, στην Πράγα κ.λπ. Ακόμη και στο Μουσείο της Σινδόνης στο Τορίνο εκτίθενται καρφιά, τα οποία, σύμφωνα με το θρύλο, περιέχουν ρινίσματα από τα γνήσια που κάρφωσαν το σώμα του Χριστού στο σταυρό.

Ο θρύλος αναφέρει ότι τα καρφιά ανακαλύφθηκαν μαζί με το Τίμιο Ξύλο από την Αγία Ελένη στην Ιερουσαλήμ, κατά το προσκυνηματικό ταξίδι της εκεί. Και ενώ η Αγία Ελένη άφησε το σταυρό στην πόλη - εκτός από μερικά κομμάτια του που πήρε μαζί της - μετέφερε τα καρφιά στην Κωνσταντινούπολη.

Ο στόχος της ήταν απλός. Με ένα τόσο ισχυρό συμβολικό "όπλο" στα χέρια της θα μπορούσε να προικίσει το γιο της, αυτοκράτορα Κωνσταντίνο, με ισχύ που ξεπερνούσε εκείνη των όπλων, βάζοντας στο στέμμα του ένα από τα καρφιά σαν "θεϊκή ασπίδα". Ο θρύλος αναφέρει ότι με τον τρόπο αυτό διασφάλιζε την προστασία από τους εχθρούς του. Την ίδια στιγμή όμως θα τον έκανε σχεδόν ανίκητο, αφού θα είχε στο κεφάλι του ένα στέμμα με τόσο ισχυρή συμβολική δύναμη που πήγαζε από το καρφί.

Η ίδια παράδοση μνημονεύει ότι το δεύτερο καρφί τοποθετήθηκε στο χαλινάρι του αλόγου του Κωνσταντίνου, συσχετίζοντας έτσι και μια προφητεία του Ζαχαρία: «Ιδού ο Βασιλεύς σου έρχεταί σοι, δίκαιος και σώζων αυτός, πραΰς και επιβεβηκώς επί υποζύγιον και πώλον νέον» (9/9). Πηγές που αναπαράγουν το θρύλο αναφέρουν τέσσερα καρφιά, με τα πρώτα στο στέμμα και το χαλινάρι του αλόγου του Κωνσταντίνου, και τα άλλα δύο να φέρονται ως χαμένα στα νερά της Αδριατικής. Λέγεται ότι ακόμα και σήμερα το καρφί παραμένει στο καλούμενο «σιδερένιο στέμμα της Λομβαρδίας» που βρίσκεται στη Μόντζα και θεωρείται ως το στέμμα του Κωνσταντίνου, ενώ για το χαλινάρι με το ιερό καρφί υπάρχουν δύο πόλεις που ισχυρίζονται ότι φυλάσσουν το πρωτότυπο, η γαλλική Κάρπεντρας και το Μιλάνο της Ιταλίας.

έρευνα: Σταύρος Μουντουφάρης

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση