iphone app
android app
iphone app android app
Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017
Αταχουάλπα

Ο Κρητικός κονκουισταδόρ


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Το όνομα του ήταν Πέδρο, δηλαδή Πέτρος και έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους πιο σημαντικούς Κονκουισταδόρ, δηλαδή  «κατακτητές» που πολέμησε στο πλευρό των Ισπανών στις εκστρατείες για την κατάκτηση του Περού.  Το επίθετο του δεν το γνωρίζουμε , ξέρουμε όμως εκείνο με το οποίο έμεινε στην ιστορία: Pedro de Candia, ο Πέτρος από την Κάντια, την πρωτεύουσα του Βενετσιάνικου Βασιλείου της Κρήτης, όπου και γεννήθηκε στα 1485. Ο Πέδρο δεν ήταν ένας απλός πολεμιστής αλλά ένας άντρας που δοξάστηκε σε πολλά πεδία μαχών όπως στη διάσημη Μάχη της Καχαμάρκα, όπου 200 Ισπανοί αντιμετώπισαν 7000 Ίνκας. Μάλιστα αναφέρεται ότι έλαβε μεγάλο μέρος των λύτρων για την σύλληψη του αυτοκράτορα των Ίνκας Αταχουάλπα .

Εξερευνητής

Ο Πέδρο ντι Κάντια περιπλανήθηκε σε πολλές περιοχές και χωριά του Περού στα πλαίσια της αποστολής του για την αξιολόγηση της κατάστασης  που βρίσκονταν. Έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από τους Ισπανούς καθώς όχι μόνο συνόδεψε τον Φρανθίσκο Πιζάρο στην Ισπανία για να ενημερώσουν από κοινού τον Βασιλιά Κάρολο V για τις εκστρατείες τους στο Περού αλλά τιμήθηκε και από τον μονάρχη με τον τίτλο του διοικητή του πυροβολικού του στόλου ενώ ορίστηκε και δήμαρχος της πόλης Κούζκο του σημερινού Περού.  

Ένας από τους 13

Ο Πέδρο ήταν από τους πρώτους Έλληνες που πάτησαν το πόδι τους στην αμερικανική ήπειρο και από τους πιο σημαντικούς αφού προσέφερε τις υπηρεσίες του στον ισπανικό στρατό την εποχή της κατάκτησης και του αποικισμού της Αμερικανικής και δοξάστηκε για αυτό. Ήταν μάλιστα ένας από τους «διάσημους δεκατρείς» συντρόφους του Πιζάρο.  

Από την Κάντια

Ο Πέδρο ντι Κάντια, δηλαδή ο Πέτρος από τη Κάντια γεννήθηκε στην Κρήτη την εποχή που το νησί μας ήταν αποικία των Ενετών στα 1485.  Μόλις ενηλικιώθηκε ακολούθησε στην Ιταλία, έναν από τους συγγενείς της μητέρας του που βρίσκονταν στην υπηρεσία του στέμματος της Αραγονίας. Εκπαιδεύτηκε ως Condottiere, δηλαδή αρχηγός μισθοφορικών εταιρειών της εποχής που μισθώνονταν από τις Ιταλικές πόλεις- κράτη  και πολέμησε εναντίον των Τούρκων. Αναφέρεται μάλιστα ότι έλαβε μέρος στην μεγάλη μάχη της Παβίας που ήταν αποφασιστικής σημασίας για τον Ιταλικό πόλεμο του 1521-26 πριν ανοίξει πανιά για την Ιβηρική όπου τάχθηκε στην υπηρεσία του Βασιλιά. Εκεί έφτιαξε την ζωή του και παντρεύτηκε στο Βιλαπάντο.

Στην Αμερική

Σύντομα όμως άλλαξε ρότα σαλπάροντας για την Αμερική στο πλευρό του Κυβερνήτη Πέδρο ντε λος Ρίος στα 1526. Ο Πέτρος συνόδεψε τον Φρανθίσκο   Πιζάρο στις πρώτες εξερευνήσεις του στην ακτή του Περού μαζί με τον Ντιέγκο ντε Αλμάγκρο και ανελίχθηκε γρήγορα στην ιεραρχία ως ειδικός στα όπλα. Βρέθηκε στο επίκεντρο της διαμάχης μεταξύ των δυο κονκουισταδόρ, δηλαδή κατακτητών που εκτυλίχθηκε πάνω στις βραχονησίδες Ίλα ντε Γκάλο και Γοργόνα, στον σημερινό Ισημερινό. Εκεί ο Αλμάγκρο πήρε την απόφαση να επιστρέψει στον Παναμά για να ανασυνταχθεί καθώς το στράτευμα είχε καταπονηθεί από τις περιπλανήσεις. Όμως ο Πιζάρο δεν είχε την ίδια άποψη καθώς η επιστροφή θα σήμαινε για εκείνον αναγνώριση της ήττας. Έτσι παρέμεινε στις νησίδες μαζί με 13 μόλις άντρες οι οποίοι δεν ακολούθησαν στον Παναμά τον Αλμάγκρο. Ανάμεσα τους και ο Πέτρος με αποτέλεσμα να μείνουν στην ιστορία ως «οι ξακουστοί δεκατρείς».

Στην Τουμπέζ

Η επιστροφή του Αλμάγκρο με εφόδια και νέους στρατιώτες έδωσε άλλη πνοή στην εκστρατεία που επικεντρώθηκε στο βορειοδυτικό Περού και κυρίως την πόλη Τουμπέζ. Ήταν στα 1528. Ο Πέτρος από την Κάντια ανέλαβε και πάλι τον πιο δύσκολο ρόλο, αυτό του κατασκόπου. Συνοδεία ενός πιστού φίλου του από την Αφρική αποβιβάστηκε στην ακτή και ξεκίνησε την αποστολή. Μαρτυρείται ότι χάρις τον επιβλητικό οπλισμό του, τη γενειάδα και το ύψος του προκάλεσε δέος στους ιθαγενείς και πολλούς… αναστεναγμούς στις γυναίκες των Ίνκας ενώ τα άγνωστα για τους ντόπιους όπλα του θεωρήθηκαν σαν ουράνιο σημάδι ή «ο κεραυνός του ουρανού» όπως τα περιέγραψαν. Ο Πέτρος κέρδισε το θαυμασμό και την εμπιστοσύνη των Ίνκας και έδωσε το σήμα που περίμενε ο Πιζάρο για να πειστεί ότι άξιζε τον κόπο να κατακτήσει την πόλη και να καρπωθεί το χρυσάφι των κατοίκων. Χρειάζονταν όμως την άδεια των Ισπανικών αρχών και για το λόγο αυτό επέστρεψε με τον Πέτρο στην Ισπανία παίρνοντας στα 1529 την άδεια από την Βασίλισσα Ισαβέλα της Αραγονίας και της Καστίλης για την κατάκτηση της περιοχής.

Η μάχη της Καχαμάρκα  

Ήταν η τρίτη εκστρατεία που ξεκίνησε στα 1531 και κατέληξε στις 16 Νοεμβρίου 1532 στην ήττα των Ίνκας στην πόλη Καχαμάρκα  και την αιχμαλωσία και θανάτωση του 13ου και τελευταίου Αυτοκράτορα τους, του Αταχουάλπα. Και σε αυτή τη μάχη ο ρόλος του Πέτρου ήταν καθοριστικός με τη στρατηγική και τα τεχνάσματα που οδήγησαν στη νίκη των Ισπανών. Το τέλος του Αταχουάλπα γράφτηκε τον Αύγουστο του 1533 όταν οι Ισπανοί οι οποίοι τον κρατούσαν αιχμάλωτο αποφάσισαν να τον κάψουν ζωντανό. Ο Αυτοκράτορας φοβούμενος ότι η ψυχή του θα καταδικάζονταν αιώνια,  όπως προέβλεπε η θρησκεία των Ίνκας για όσους πέθαιναν στην πυρά, δέχτηκε να βαπτιστεί Χριστιανός με το όνομα Φρανθίσκο Αταχουάλπα, προς τιμήν του Πιζάρο,  ώστε να σκοτωθεί δια στραγγαλισμού στις 26 Ιουλίου 1533.  

Δήμαρχος του Κούζκο

Η αυλαία της Αυτοκρατορίας γράφτηκε στο Κούσκο, την πρωτεύουσα των Ίνκας  με την μεγάλη λεηλασία του αμύθητου χρυσού αυτού του λαού της Αμερικής ο οποίος θάμπωσε τους Ισπανούς. Μεγάλο μέρος του μεταφέρθηκε στην αυλή του Μονάρχη Καρόλου V από τον ίδιο τον Πιζάρο συνοδεία του Πέτρου, όπου ο Βασιλιάς θέλοντας να τους τιμήσει έδωσε στον Κρητικό κονκουισταδόρ τον τίτλο του δημάρχου του Κούζκο και εκείνον του διοικητή του πυροβολικού του στόλου. Με τον  τρόπο αυτό ο Πέτρος έγινε ο πρώτος δήμαρχος πόλης του σημερινού Περού, της Νέας Καστίλης, όπως την ονόμασαν οι Ισπανοί.

Η αυλαία της ζωής του Πέδρο

Ο Φρανθίσκο Πιζάρο ήρθε σε σύγκρουση με τον Αλμάγκρο καταφέρνοντας να τον νικήσει ενώ σύντομα ο ίδιος ο Πέτρος έπεσε σε δυσμένεια, όταν απέτυχε να κατακτήσει την πόλη Αμπάγια. Ο Πιζάρο διέταξε τη σύλληψη του και ο Πέτρος απογοητευμένος και εγκαταλελειμμένος από τους συντρόφους του με τη βοήθεια άλλων δεκαέξι Ελλήνων που ήταν κοντά του συντάχθηκε με τις δυνάμεις του γιου του δολοφονημένου Ντιέγκο ντε Αλμάγκρο. Η αυλαία της ζωής του έπεσε με άδοξο τρόπο όταν ο  Ντιέγκο ντε Αλμάγκρο ΙΙ ή Ελ Μόζο τον κατηγόρησε για προδοσία, ότι δηλαδή είχε πάρει το μέρος των ιθαγενών και τον δολοφόνησε στις 16 Σεπτεμβρίου 1542  στη μάχη της Τσούπας με τα ίδια του τα χέρια. Όσο για τον Φρανθίσκο Πιζάρο δολοφονήθηκε το 1541 από τον γιο του Αλμάγρο,  ο οποίος έτσι εκδικήθηκε το θάνατο του πατέρα του.

Το τέλος των Ίνκας

Το τέλος της Αυτοκρατορίας των Ίνκας γράφτηκε με το τέλος του τελευταίου ηγεμόνα τους, του Αταχουάλπα. Ο 13ος Αυτοκράτορας είχε μοιραστεί τα εδάφη της χώρας του που εκτείνονταν από τον σημερινό Ισημερινό έως τη Χιλή και την Αργεντινή με πρωτεύουσα το Κούζκο στο Περού με τον αδελφό του Ουασκάρ, μετά το θάνατο του πατέρα τους. Ο Αταχουάλπα είχε κρατήσει το βορρά και ο Ουασκάρ το νότο. Η «συγκατοίκηση» δεν ήταν αρμονική καθώς κατέληξε σε εμφύλιο. Η εποχή ήταν δύσκολη για τους Ίνκας που είχαν αρχίσει να παρακμάζουν. Ο εμφύλιος ήταν το πρώτο σημάδι το οποίο συνοδεύτηκε από μια μεγάλη ξηρασία και μια επιδημία ευλογιάς που αποδεκάτιζε τον πληθυσμό με την απειλή των Ισπανών Κονκουισταδόρες μια ανάσα από την πόλη Καχαμάρκα. Η άφιξη των Ισπανών με μόλις 180 ή κατά άλλους 200 άντρες δεν ανησύχησε τους Ίνκας οι οποίοι είχαν διαθέσιμο στρατό 7000 ανδρών. Όμως ο Πιζάρο είχε ένα πλεονέκτημα, τα πυροβόλα και τη γεωγραφία που ήταν προς όφελος του. Ο Αταχουάλπα υποτίμησε τη δύναμη των θανατηφόρων όπλων του Πιζάρο και με υπερβολική αυτοπεποίθηση βρέθηκε στο κέντρο της πόλης πάνω στο θρόνο του τον οποίο υποβάσταζαν 80 στρατιώτες οπλισμένοι με τελετουργικά εγχειρίδια από εκείνα που χρησιμοποιούνταν στις αιματηρές θυσίες, πιστός στο ραντεβού που είχε δώσει με τους Ισπανούς. Ο Πιζάρο είχε καταστρώσει με τη βοήθεια του Πέτρου από την Κρήτη ένα σατανικό σχέδιο τοποθετώντας τους λιγοστούς άνδρες του σε τρία μεγάλα κτίρια, γύρω από την κύρια πλατεία, έτσι ώστε να βρίσκονται εκτός οπτικού πεδίου, μαζί με τα άλογά τους και το πυροβολικό. Ο Αταχουάλπα συνάντησε πρώτα τον Πιζάρο επικεφαλής μιας μικρής ομάδας Ισπανών ή κατά άλλες πηγές τον ιεραπόστολο Βιθέντε ντε Βαλβέρδε. Ο τελευταίος απαίτησε από τον Αυτοκράτορα να ασπασθούν οι Ίνκας το Χριστιανισμό συναντώντας την επιδεικτική αντίδραση του Αταχουάλπα όταν ο ιεραπόστολος του έδωσε μια Βίβλο. Ο Αυτοκράτορας την πέταξε κάτω γεγονός που έδωσε την αφορμή στον Πιζάρο να δώσει το σήμα της επίθεσης εναντίον του άπιστου. Το επίκεντρο της δύναμης πυρός ήταν τα τέσσερα μικρά κανόνια που είχε στήσει αριστοτεχνικά γύρω από την πλατεία της πόλης ο Πέτρος από την Κάντια αποδεκατίζοντας τη συνοδεία του Αυτοκράτορα ο οποίος συνελήφθη. Πηγές της εποχής αναφέρουν ότι οι στρατιώτες του δεν άφησαν τον Αταχουάλπα ούτε όταν πια οι Ισπανοί είχαν φτάσει δίπλα του προσπαθώντας ακόμα και με τα κομμένα από τα σπαθιά χέρια τους να τον στηρίξουν. Λέγεται μάλιστα ότι ο Πιζάρο τον έσωσε τη στιγμή που εφορμούσε κατά πάνω του ένας Ισπανός με στόχο να τον συλλάβει ζωντανό. Το ηθικό των Ίνκας κατέρρευσε και μαζί ο στρατός και η πόλη που έπεσε στα χέρια των Κονκουισταδόρ.

Γέμισε μια αίθουσα με χρυσό και ασήμι

Οι Ισπανοί λεηλάτησαν την πόλη και φυλάκισαν τον Αταχουάλπα στον οποίο φέρθηκαν με αξιοπρέπεια για όσο διάστημα τον χρειάζονταν. Αναφέρεται ότι για να τον αφήσουν ελεύθερο υποσχέθηκε στους Ισπανούς να γεμίσει μια αίθουσα με χρυσό και ασήμι ενώ με εντολή του συγκεντρώθηκαν πολύτιμα έργα τέχνης και κειμήλια για τους Ισπανούς. Ο Αυτοκράτορας τήρησε τη συμφωνία και το Μάιο του 1533, ο χρυσός που είχε συγκεντρωθεί ζύγιζε πάνω από 11 τόνους ενώ το βάρος του ήταν πάνω από 20. Ο Πιζάρο είχε πετύχει το στόχο του. Είχε το χρυσό των Ίνκας στα χέρια του και τα εδάφη στο πόδι του. Έλιωσε το χρυσό μετατρέποντας τον σε ράβδους, έστειλε ένα μέρος από τα λάφυρα στο Βασιλιά της Ισπανίας, μοίρασε το υπόλοιπο στο στρατό του και όταν αποφάσισε ότι ο Αταχουάλπα δεν του ήταν πια χρήσιμος τον κατηγόρησε για αδερφοκτονία, για πολυγαμία, ειδωλολατρία και συνωμοσία κατά των Ισπανών, τον δίκασε όπου βρέθηκε ένοχος και εκτέλεσε τη θανατική ποινή με στραγγαλισμό στις 29 Αυγούστου 1533. Ήταν το τέλος όχι μόνο του Αταχουάλπα αλλά και της ίδιας της Αυτοκρατορίας του. Αν και για τα επόμενα χρόνια υπήρξαν εξεγέρσεις οι Ισπανοί παρέμειναν κυρίαρχοι κατακτώντας και το τελευταίο προπύργιο των Ίνκας, την Βιλκαμπάκα στα 1572.

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση