iphone app
android app
iphone app android app
Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2017
ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΥΓΕΡΟΣ

Μόνο ισχυρό χαρτί του Τσίπρα ο πόλεμος εναντίον της διαπλοκής


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Μπορεί οι διαπραγματεύσεις για την ολοκλήρωση της 1ης αξιολόγησης να μην έχουν ακόμα καταλήξει σ' όλα τα ζητήματα, αλλά είναι σχεδόν δεδομένο ότι οι πιθανότητες να οδηγηθούμε σε ναυάγιο είναι αμελητέες. Το παζάρι, άλλωστε, για το Ασφαλιστικό και τα πρόσθετα φορολογικά μέτρα έχει προχωρήσει τόσο που θεωρείται δεδομένη η συμφωνία.

Του Σταύρου Λυγερού

Αλλά και στο ζήτημα των κόκκινων δανείων, όπου συνεχίζει να υπάρχει απόσταση, εκτιμάται ότι έστω και στο παρά πέντε θα βρεθεί ένας συμβιβασμός. Αυτή, άλλωστε, είναι η εντολή που έχουν όχι μόνο οι υπουργοί που εμπλέκονται στη διαπραγμάτευση, αλλά και το Κουαρτέτο. Απλώς και οι δύο πλευρές προσπαθούν να επιτύχουν τον καλύτερο για την πλευρά τους συμβιβασμό.

Σ' αυτό το παζάρι, όμως, η ελληνική πλευρά έχει διαπραγματευτικό μειονέκτημα. Ο χρόνος κυλάει σε βάρος της και η κυβέρνηση έχει συνείδηση πως εάν δεν κλείσει την αξιολόγηση μέσα στον Απρίλιο θα περιέλθει σε πολύ πιο δυσχερή θέση. Οι Ευρωπαίοι δανειστές το γνωρίζουν και γι' αυτό πιέζουν με σκοπό να αποσπάσουν τις περισσότερες και μεγαλύτερες δυνατές δεσμεύσεις.

Σύμφωνα με κοινοτική πηγή, όμως, ούτε και αυτοί θέλουν να εξωθήσουν τα πράγματα στα άκρα. Οι ισχυροί της Ευρωζώνης έχουν πεισθεί ότι ο Τσίπρας είναι αποφασισμένος να εφαρμόσει το 3ο Μνημόνιο. Για την ακρίβεια έχουν πεισθεί ότι επείγεται να κλείσει την αξιολόγηση, επειδή θεωρεί ότι μόνο με φυγή προς τα εμπρός έχει ελπίδες να σταθεροποιηθεί στην εξουσία.

Κατά την ίδια πηγή, στο ευρωιερατείο θεωρούν ότι η επιλογή αυτή του Έλληνα πρωθυπουργού τους φέρνει σ' αυτή τη φάση στην ίδια πλευρά. Και αυτό έχει μεγάλη πολιτική σημασία, επειδή έχουν επίγνωση ότι πολύ δύσκολα άλλη κυβέρνηση θα μπορούσε να εφαρμόσει αποφασιστικά ένα τόσο επώδυνο πρόγραμμα.

Από αυτή την άποψη, θεωρούν ότι έτσι όπως τελικώς διαμορφώθηκαν τα πράγματα (μετά το δημοψήφισμα, μετά τη συμφωνία του Ιούλιου-Αυγούστου και τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015), ο Τσίπρας είναι ο καταλληλότερος να φέρει σε πέρας την δύσκολη αυτή αποστολή. Προφανώς, αυτό το νόημα είχε η δήλωση Σόιμπλε ότι τον εμπιστεύεται.

Το ευρωιερατείο δεν επιθυμεί να τραβήξει το σκοινί και λόγω της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης. Ο Τσίπρας έβαλε πλάτη για την πολιτική της Μέρκελ και του Γιούνκερ με αποτέλεσμα σήμερα η Ελλάδα να αντιμετωπίζει τεράστια προβλήματα με τον εγκλωβισμό ενός μεγάλου πλήθους προσφύγων-μεταναστών. Αν και επισήμως κανείς δεν συνδέει την προσφυγική-μεταναστευτική κρίση με την αξιολόγηση, είναι κοινό μυστικό ότι διασυνδέονται.

Ακόμα και ο Σόιμπλε αναγκάσθηκε να ομολογήσει ότι η Ευρώπη δεν αντέχει να χειρισθεί δύο κρίσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα στο ευρωιερατείο να κυριαρχεί πλέον η άποψη ότι ναι μεν πρέπει να πιεσθεί η κυβέρνηση Τσίπρα για να εφαρμόσει τις μνημονιακές δεσμεύσεις, αλλά όχι σε βαθμό ποτ να προκαλέσει την αποσταθεροποίησή της. Πολύ περισσότερο τώρα, που τα επεισόδια έχουν καταστήσει ορατό δια γυμνού οφθαλμού τον κίνδυνο η Ελλάδα να μετατραπεί σε πεδίο συγκρούσεων στους κόλπους των προσφύγων-μεταναστών, αλλά και μεταξύ Ελλήνων και προσφύγων-μεταναστών.

Εκτός αυτών, η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη και με άλλα ανοικτά μέτωπα. Οι εκλογές στην Πορτογαλία και στην Ισπανία εκ των πραγμάτων διαφοροποιούν τους μέχρι προσφάτως υφιστάμενους πολιτικούς συσχετισμούς. Για την ακρίβεια στέλνουν το μήνυμα ότι η Ευρωζώνη δεν μπορεί να συνεχίσει όπως μέχρι τώρα με τη λιτότητα, γεγονός που αξιοποιεί ο Ιταλός πρωθυπουργός Ρέντσι για να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση προς την ίδια κατεύθυνση.

Δεν είναι εύκολο το Βερολίνο να καταστείλει τις διογκούμενες τάσεις αμφισβήτησης. Εάν το επιχειρήσει απέναντί του δεν θα έχει την απομονωμένη, άπειρη και γεμάτη ιδεοληψίες και αυταπάτες κυβέρνηση Τσίπρα, όπως συνέβαινε το πρώτο εξάμηνο του 2015. Δυνητικά θα έχει απέναντί του ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο.

Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά υπάρχει και η αβεβαιότητα για την έκβαση του δημοψηφίσματος που θα κρίνει την παραμονή ή όχι της Βρετανίας στην ΕΕ. Ας σημειωθεί ότι και το προσφυγικό-μεταναστευτικό κύμα και οι επιθέσεις της ισλαμικής τρομοκρατίας στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες έχουν ενισχύσει το στρατόπεδο που υποστηρίζει την έξοδο, γεγονός που καθιστά τη μάχη αμφίρροπη.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στα εγχώρια. Αυτές τις ημέρες, ο Δραγασάκης ομολόγησε πως ήταν επιλογή του πρωθυπουργού και του οικονομικού επιτελείου το πρόγραμμα να είναι εμπροσθοβαρές, δηλαδή τα δύσκολα μέτρα να ληφθούν στο πλαίσιο της 1ης αξιολόγησης. Η λογική που είχε επικρατήσει ήταν να πιούν μονορούφι το πικρό ποτήρι πριν η κυβέρνηση φθαρεί πολιτικά. Έτσι θα είχαν τον χρόνο να ανατάξουν την οικονομία και να εφαρμόσουν πολιτικές, οι οποίες θα άμβλυναν τη λαϊκή δυσαρέσκεια.

Παρόλα αυτά, το χρονοδιάγραμμα δεν τηρήθηκε. Η 1η αξιολόγηση ήταν πολύ απαιτητική για να ολοκληρωνόταν το φθινόπωρο του 2015, όπως πρόβλεπε το αρχικό χρονοδιάγραμμα. Οι απαιτήσεις είναι πολύ επώδυνες και η κυβέρνηση ήταν ανέτοιμη να επεξεργασθεί εγκαίρως δικές της προτάσεις. Έτσι φθάσαμε στην άνοιξη του 2016.

Στο μέγαρο Μαξίμου θεωρούν ότι αυτή η καθυστέρηση τελικώς τους ωφέλησε. Όπως είναι γνωστό, το σχέδιο Κατρούγκαλου για το Ασφαλιστικό προκάλεσε ένα κύμα κοινωνικών αντιδράσεων. Το ίδιο και τα δημοσιεύματα για τα επικείμενα νέα φορολογικά βάρη. Οι αντιδράσεις αυτές, όμως, έχουν σε μεγάλο βαθμό εκτονωθεί.

Ως εκ τούτου, θεωρούν πως η κοινή γνώμη έχει κατά μία έννοια εξοικειωθεί και κατ' επέκτασιν θεωρούν ότι στο μέτωπο αυτό ο δρόμος είναι πολύ πιο βατός. Η εκτόνωση των κοινωνικών αντιδράσεων αμβλύνει και τις όποιες επιφυλάξεις των βουλευτών της πλειοψηφίας. Με άλλα λόγια, το ενδεχόμενο να μην περάσουν τα μέτρα από το Κοινοβούλιο συγκεντρώνει πλέον από λίγες έως ελάχιστες πιθανότητες.

Στο μέγαρο Μαξίμου έχουν συνείδηση πως εάν κλείσουν μέσα στον Απρίλιο την αξιολόγηση αγοράζουν πολιτικό χρόνο και μάλιστα αρκετό. Γι' αυτό και είναι διατεθειμένοι να κάνουν σοβαρές υποχωρήσεις, προκειμένου να τελειώνουν με αυτή την εκκρεμότητα.

Το κεντρικό επιχείρημα της κυβέρνησης και προς τους βουλευτές, που θα κληθούν να ψηφίσουν επώδυνα νομοσχέδια, και προς τους πολίτες, που θα υποστούν τις συνέπειες, είναι ότι έτσι θα ανοίξει ο δρόμος για την ελάφρυνση του χρέους. Με άλλα λόγια, ο πρωθυπουργός έχει καταστήσει βασικό πολιτικό εργαλείο την προσδοκία της ελάφρυνσης του χρέους.

Εκτός αυτού προβάλουν το βάσιμο επιχείρημα ότι με το κλείσιμο της αξιολόγησης θα περιορισθεί δραστικά το κλίμα της αβεβαιότητας, γεγονός που θα δώσει μία ώθηση στην αγορά. Προς την ίδια κατεύθυνση θα λειτουργήσει και η μεγάλη οικονομική ένεση από τον τουρισμό, αλλά και τα ευνοϊκά μέτρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που αφορούν την Ελλάδα (συμμετοχή στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και αποδοχή των ελληνικών ομολόγων ως ενέχυρου για τη χρηματοδότηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος).

Ελπίζουν, λοιπόν, ότι κατ' αυτόν τον τρόπο θα υπερκερασθούν οι υφεσιακές συνέπειες από το νέο κύμα περικοπών και φορολόγησης που έρχεται να επιβαρύνει τις ήδη εξαντλημένες από την πολυετή λιτότητα επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Προς το παρόν, όμως, η οικονομία σέρνεται και η αγορά στενάζει.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η κοινωνική βάση στήριξης της κυβέρνησης να συρρικνώνεται. Οι δημοσκοπήσεις επιβεβαιώνουν ότι η ΝΔ έχει περάσει στην πρώτη θέση όχι επειδή η ίδια έχει κερδίσει εκλογικό έδαφος, αλλά λόγω των εκλογικών διαρροών του ΣΥΡΙΖΑ.

Στο μέγαρο Μαξίμου έχουν συνειδητοποιήσει ότι ακόμα και εάν ισχύσει το αισιόδοξο σενάριο για την πορεία της οικονομίας, τα τραύματα στην κοινωνία είναι τόσα πολλά και τόσο βαθιά που δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε άμεση ανάκαμψη του ΣΥΡΙΖΑ. Πολύ περισσότερο τώρα που αρχίζει να διαλύεται η ιδεοληψία ότι το προσφυγικό-μεταναστευτικό πρόβλημα είναι αποκλειστικά και μόνο ανθρωπιστικό πρόβλημα.

Προφανώς, αυτή η όψη υφίσταται και είναι σημαντική. Υπάρχει, όμως, και η άλλη όψη, την οποία επιμελώς και το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ όλο το προηγούμενο διάστημα απωθούσαν στη σκιά. Αυτή η άλλη όψη έχει ήδη αρχίσει να αναδύεται. Τα αλλεπάλληλα επεισόδια στους καταυλισμούς, που όλα δείχνουν ότι θα κλιμακωθούν, θα φέρουν ολοένα και πιο έντονα στο προσκήνιο αφενός τις έντονες κοινωνικές παρενέργειες, αφετέρου το πρόβλημα εθνικής ασφαλείας που ανακύπτει.

Η κυβέρνηση Τσίπρα έχει βαρύτατες πολιτικές ευθύνες για τον τρόπο, με τον οποίο η πρώην αναπληρώτρια υπουργός Χριστοδουλοπούλου αντιμετώπισε το προσφυγικό-μεταναστευτικό πρόβλημα. Η ιδεοληπτική πολιτική της είχε ως αποτέλεσμα να το διογκώσει και να το παροξύνει.

Όλο το προηγούμενο διάστημα αυτές οι πολιτικές ευθύνες είχαν υποβαθμισθεί, λόγω του γεγονότος ότι στη δημόσια σφαίρα κυριαρχούσε η ανθρωπιστική πτυχή. Τώρα που το κέντρο βάρους αρχίζει να μετατοπίζεται σε πιο ρεαλιστικές προσεγγίσεις, οι ευθύνες αυτές θα αναδειχθούν και θα προκαλούν πρόσθετη και ολοένα και μεγαλύτερη πολιτικοεκλογική αιμορραγία στο κυβερνητικό στρατόπεδο.

Το γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει τραυματισθεί και ότι ο ορίζοντάς της είναι μάλλον σκοτεινός δεν σημαίνει πως είναι ετοιμόρροπη. Σημαίνει πως είναι στριμωγμένη. Στις αρχές του χρόνου, το μέγαρο Μαξίμου είχε επιχειρήσει να αντιστρέψει το βαρύ κλίμα με την προώθηση του λεγόμενου "παράλληλου προγράμματος". Ήταν μία μάλλον απέλπιδα προσπάθεια, επειδή τα περιθώρια παροχών σε πτωχούς ήταν ασήμαντα, ειδικά συγκρινόμενα με τα όσα υφίστανται τα μικρομεσαία στρώματα.

Το μόνο ισχυρό χαρτί άμεσης πολιτικής απόδοσης που στην πραγματικότητα έχει απομείνει στον πρωθυπουργό είναι το χαρτί του πολέμου εναντίον της διαπλοκής-διαφθοράς. Στις τωρινές δυσμενείς συνθήκες είναι ένα είδος φυγής προς τα εμπρός. Πράγματι, ακόμα και πολίτες που δεν ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ θεωρούν πως η σημερινή κυβέρνηση είναι η μόνη που μπορεί να σπάσει το σπυρί της κλεπτοκρατίας και της διαπλοκής, επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ, ως μικρό κόμμα, δεν είχε ανάμιξη σ' αυτό το πάρτι.

Η προσδοκία αυτή είναι ένα είδος πολιτικού κεφαλαίου. Ειδικά τώρα πια που ακόμα και ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ αμφισβητούν έντονα την ικανότητα της κυβέρνησης να χειρισθεί αποτελεσματικά άλλα κρίσιμα προβλήματα, όπως το οικονομικό και το προσφυγικό-μεταναστευτικό. Αλλά και σ' αυτό το μέτωπο, η κυβέρνηση έδειχνε να προτιμάει τα μικρά και επιλεκτικά βήματα.

Η δημοσιοποίηση από το Βήμα των συναντήσεων Τσίπρα-Ψυχάρη ως αποτέλεσμα της άσκησης δίωξης εναντίον του δεύτερου έφερε το ζήτημα της διαπλοκής στο προσκήνιο. Σύσσωμη σχεδόν η αντιπολίτευση κατήγγειλε τον πρωθυπουργό πως ενώ έχει κηρύξει σταυροφορία εναντίον της διαπλοκής, προσπαθεί να φτιάξει τη δική του διαπλοκή με τους μιντιάρχες.

Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, όμως, ήταν η καταγγελία της εισαγγελέως Τσατάνη ότι δέχθηκε παρέμβαση από τον αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης Παπαγγελόπουλο να μην βάλει την υπόθεση Βγενόπουλου στο αρχείο. Αν και η υπόθεση είναι κραυγαλέα, η καταγγελία της εισαγγελέως έγινε στα χέρια της αντιπολίτευσης πολιτικό όπλο. Η κυβέρνηση Τσίπρα κατηγορήθηκε ευθέως ότι οικοδομεί το δικό της αντιδημοκρατικό καθεστώς.

Στο μέγαρο Μαξίμου ένοιωσαν ότι γύρω τους στήνεται ένα είδος πολιορκίας, με σκοπό την ηθικοπολιτική αποδόμησή τους. Έτσι αποφάσισαν να περάσουν στην αντεπίθεση. Ζήτησαν εκτός ημερησίας διάταξης συζήτηση και με διαρροές καλλιέργησαν υπέρμετρες προσδοκίες για όσα θα ακούγονταν στη Βουλή.

Όταν ήλθε η ώρα, μετά την εβδομαδιαία αναβολή λόγω της τρομοκρατικής επίθεσης στις Βρυξέλλες, ο Τσίπρας παρέθεσε με τα σχετικά έγγραφα μία σειρά νομοθετικών παρεμβάσεων των προηγούμενων κυβερνήσεων, οι οποίες πράγματι απέπνεαν δυσάρεστη οσμή. Δεν ήταν, όμως, τίποτα καινούργιο. Είχε, ωστόσο, σημασία ότι μέχρι πρότινος σχεδόν "απαγορευμένες" καταγγελίες ακούστηκαν σε μία τέτοια συζήτηση από τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Όπως έχει σημασία και το γεγονός ότι με τη σύμφωνη γνώμη και της ΝΔ θα συγκροτηθεί εξεταστική επιτροπή για να ερευνήσει τα δάνεια που έχουν δοθεί στα κόμματα και σε ΜΜΕ.

Παρόλα αυτά, όμως, ούτε η συζήτηση της περασμένης Τρίτης στάθηκε ικανή να επηρεάσει σημαντικά τον πολιτικοεκλογικό συσχετισμό δυνάμεων. Το πολιτικό κλίμα επηρεάζεται από κάθε τι, αλλά ο αναμφισβήτητα καθοριστικός παράγοντας είναι ο οικονομικός, με το αναδυόμενο πρόβλημα δημόσιας ασφάλειας να ακολουθεί σε βαθμό επιρροής.

Η αφόρητη οικονομική πίεση που η μικρομεσαία θάλασσα έχει υποστεί από το 2010 είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή του παραδοσιακού μεταπολιτευτικού δικομματισμού. Σήμερα, το άλλοτε κραταιό ΠΑΣΟΚ είναι μικρό κόμμα και η ΝΔ επιβιώνει ως μεγάλο κόμμα, αλλά με συρρικνωμένα ποσοστά.

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετατράπηκε από περιθωριακό σε κυβερνών κόμμα, επαγγελλόμενος το σταμάτημα των επώδυνων μνημονιακών πολιτικών. Σήμερα που τις εφαρμόζει γιατί να έχει άλλη τύχη από τους προηγούμενους; Το ερώτημα θέσαμε σε κορυφαίο κυβερνητικό παράγοντα και αντί απάντησης εισπράξαμε ένα χείμαρρο ευσεβών πόθων, ενδεδυμένων τη μορφή ψαγμένων πολιτικών εκτιμήσεων.

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση