iphone app
android app
iphone app android app
Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΓΩΝΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

Παραδοσιακές γωνιές στο κέντρο του Ηρακλείου


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Περνάς την πόρτα του μικρού μαγαζιού και σου έρχεται αμέσως η ιδιαίτερη μυρωδιά του δέρματος. Σε ξενίζει αρχικά η εικόνα του παραδοσιακού τσαγκάρη-στιβανά να παίρνει τα μέτρα στο πέλμα του πελάτη, με τα χειροποίητα στιβάνια που δεσπόζουν στα ράφια να μαγνητίζουν απευθείας το βλέμμα σου...

Μερικά μέτρα πιο κάτω, περνάς μια άλλη πόρτα, που επίσης σε οδηγεί μαγικά πίσω στο χρόνο. Στο μπροστινό μέρος του μαγαζιού-εργαστηρίου, τα παραδοσιακά, χειροποίητα κρητικά μαχαίρια, προσεγμένα στην τελευταία τους λεπτομέρεια, μέσα στις προθήκες. Και στο βάθος, εκεί που είναι το εργαστήριο, δεσπόζει επιβλητικά η εικόνα της φλόγας από τη λάμα που ακονίζεται στον τροχό!

Τσιμπιέσαι λίγο, να δεις αν είσαι ακόμα στο σήμερα ή αν ταξιδεύεις νοερά σε περασμένες δεκαετίες. Προτού καταλάβεις τι τελικά ισχύει, ένα ακόμα μαγικό "άγγιγμα" του χρόνου και της παράδοσης σε περιμένει στο παλιό παλαιοπωλείο...

Στις μέρες μας, στην εποχή της απόλυτης βιομηχανοποίησης και της μαζικής παραγωγής, όλα τούτα μοιάζουν με φανταστικές αφηγήσεις νοσταλγών της χαμένης παράδοσης... Κι όμως δεν είναι! Είναι το Ηράκλειο τού σήμερα. Εν έτει 2016, στην 5η μεγαλούπολη της Ελλάδας, ανάμεσα στις ψυχρές πολυκατοικίες, στο τσιμέντο, στη βουή των δρόμων και τα απρόσωπα πρόσωπα, υπάρχουν "κρυμμένες" κάποιες πολύ ξεχωριστές γωνιές. Παραδοσιακά μαγαζάκια, όπου η παλιά παράδοση και κάποια ξεχασμένα στη λήθη του χρόνου επαγγέλματα βαστούν ακόμα!

Το neakriti.gr έκανε το δικό του οδοιπορικό... Πέρασε το κατώφλι των παραδοσιακών αυτών γωνιών. Είδε από κοντά πώς φτιάχνονται χειροποίητα, τα παραδοσιακά στιβάνια. Πώς φτιάχνονται από το μηδέν χειροποίητα παραδοσιακά μαχαίρια. Και πώς ένα παλαιοπωλείο γεμάτο από αντικείμενα προηγούμενων δεκαετιών μπορεί να ξυπνήσει ονειρικές θύμησες...


Ο στιβανάς

Η πρώτη μας επίσκεψη σε αυτό το ξεχωριστό οδοιπορικό στο κέντρο του Ηρακλείου ήταν το τσαγκαράδικο-στιβανάδικο του Παντελή Ρασούλη στην οδό Καρτερού. Εκεί, στα Ψαράδικα, αντέχει ακόμα στην κρίση, στις όποιες δυσκολίες, με όπλο το μεράκι του, ο τελευταίος στιβανάς του Ηρακλείου.

Όρθιος, πίσω από τον πάγκο, στον οποίο βρίσκονται απλωμένες βελόνες, σακοράφες, σουβλιά, σφυράκια, λίμες, τανάλιες, καλαπόδια και όλα τα λοιπά σύνεργα του μάστορα, ο ίδιος, φορώντας την παραδοσιακή ποδιά, μας υποδέχεται με θέρμη.

Αφού χαιρετιόμαστε και ανταλλάσσουμε τις δέουσες συστάσεις, και αφού ξεπεράσουμε την αρχική μας έκπληξη διότι έχοντας ακούσει για τον τελευταίο στιβανά περιμέναμε κάποιον πολύ μεγαλύτερο, ο 37χρονος μάστορας αρχίζει και μας μιλά για την τέχνη του. Ή μάλλον να το πούμε πιο σωστά: μας ανοίγει την καρδιά του..!

«Η αλήθεια είναι πως είμαι μαζί τσαγκάρης και στιβανάς, αλλά αν με ρωτήσεις εγώ θα πω πάντα το δεύτερο. Τα στιβάνια, η χειροποίητη κατασκευή τους από την αρχή, είναι το μεράκι μου το μεγάλο. Δεν μπορώ να το εξηγήσω με λέξεις.

Είναι απλά η ξεχωριστή αυτή μαγεία της δημιουργίας, της τεχνικής, της μαστοριάς. Το να παίρνεις ένα κομμάτι δέρμα και να το μεταμορφώνεις.

Ακούγεται κλισέ ίσως, αλλά έτσι νιώθω. Και μεγάλη οικονομική δυνατότητα να είχα, πάλι θα συνέχιζα αυτή τη δουλειά», μας λέει ο Παντελής Ρασούλης.

Πώς όμως μπήκε σε αυτό το επαγγελματικό μετερίζι; «Τη δουλειά αυτή την κάνω εδώ και 14 χρόνια... Με το που τελείωσα το λύκειο, πήγα και δούλεψα σε ένα τσαγκαράδικο. Εκεί δεν έμαθα απλά πώς επιδιορθώνουμε παπούτσια. Έμαθα και πώς φτιάχνουμε στο χέρι στιβάνια. Μου άρεσε από την αρχή αυτό. Μου έκανε "κλικ" κατευθείαν στο μυαλό, στην καρδιά. Και έτσι αποφάσισα πέρα από τσαγκάρης να γίνω και στιβανάς», μας λέει ο Παντελής και πιάνει δουλειά επί το έργον, για να μας μυήσει λίγο στα μυστικά της χειροποίητης κατασκευής στιβανιών.

Τα γνωστά σε όλους μας νούμερα παπουτσιού, 42, 43, 44 κ.τ.λ., για αυτόν είναι άγνωστες λέξεις. Μη γενόμενα!

Ο στιβανάς ξεκινά από μηδενική βάση. Ο πελάτης βγάζει τα παπούτσια, πατά σε ένα καθαρό στρατσόχαρτο, και ο στιβανάς παίρνει το «χνάρι» του, δηλαδή το περίγραμμα της πατούσας. Το γνωστό «αξαμάρι», όπως το λέγανε οι παλιοί στιβανάδες. Πάνω εκεί, στο ατομικό «χνάρι» του πελάτη, θα φτιάξει βήμα-βήμα το καινούργιο στιβάνι ο Παντελής Ρασούλης. Μια διαδικασία όχι τόσο απλή, που έχει διάφορα στάδια.

Όπως μας εξηγεί, «μετά τις διαδοχικές μετρήσεις που κάνουμε σε κάθε πελάτη, στο πέλμα, στο κουτουπιέ, στη γάμπα και στη φτέρνα, φτιάχνουμε το πατρόν. Κατόπιν κόβουμε και γαζώνουμε το δέρμα. Σειρά έχει το καλαπόδι, το οποίο διαμορφώνουμε. Το γαζωμένο δέρμα μπαίνει στο καλούπι του ποδιού. Το αφήνουμε εκεί για πολλές ώρες, για να αρχίσουμε μετά τα καρφώματα. Αρχικά καρφώνουμε τον πρώτο πάτο. Μετά κολλάμε από κάτω το δεύτερο πάτο.

Σημαντικό κομμάτι έχει και το λεγόμενο στέγνωμα. Για ένα ολόκληρο 4ήμερο θα πρέπει να στεγνώσει για να μπει στο κλείσιμο πια το τελικό πετσί. Χοντρικά το κάθε ζευγάρι χειροποίητα στιβάνια μού παίρνει κοντά στις δύο εβδομάδες». Ο ίδιος φτιάχνει το κάθε ζευγάρι στιβάνια με πολύ μεράκι. Απλά, όπως μας λέει, γιατί το κάθε ζευγάρι είναι ξεχωριστό.

Ποιοί είναι όμως οι πελάτες του; Σήμερα κανείς θα περίμενε πως τα στιβάνια θα είχαν χαμηλή ζήτηση. Περισσότερο, δηλαδή, ως συμβολικό υπόδημα για εκδηλώσεις και όχι ως ένα χρηστικό είδος.

Δεν είναι καθόλου έτσι. Ίσα-ίσα, όπως μας λέει ο Παντελής, το στιβάνι έχει μεγάλη ζήτηση από ντόπιους αλλά και πέραση και στο... εξωτερικό!

«Μπορεί να εκπλήσσει κάποιους, αλλά σήμερα, στις μέρες μας, υπάρχει ακόμα μεγάλη ζήτηση για στιβάνια. Μέσα στην πόλη του Ηρακλείου δεν υπάρχει κάποιος άλλος... Οπότε δόξα τω Θεώ έχω πολλές παραγγελίες. Από πολλά χωριά, και της Μεσαράς, και της Πεδιάδος και του Ρεθύμνου. Ακόμα και από κόσμο εδώ μέσα στην πόλη. Έρχονται και μου δίνουν παραγγελίες και μεγάλοι σε ηλικία, αλλά και πολλοί νέοι. Μάλιστα, πρόσφατα με τα συλλαλητήρια και τις κινητοποιήσεις των αγροτών, δέχτηκα βροχή παραγγελιών από αγρότες. Δεν είναι όμως μονάχα οι ντόπιοι. Δέχομαι πολλές παραγγελίες και από το εξωτερικό. Κυρίως από Αμερική, Αγγλία, Κροατία, Γαλλία... Α, και Γερμανία, όπου κατά βάση οι πελάτες μου είναι γυναίκες! Ακούγεται ίσως λίγο περίεργο αυτό. Επειδή όμως εδώ το μαγαζί είναι σε πεζόδρομο, κατά την τουριστική σεζόν περνά πολύς κόσμος. Τους κάνει εντύπωση το παραδοσιακό στοιχείο. Έρχονται, με ρωτούν για τη δουλειά μου, βλέπουν στιβάνια που έχω φτιάξει, τους αρέσουν και μου παραγγέλνουν και για αυτούς, άνδρες και γυναίκες», εξηγεί ο Παντελής Ρασούλης...


Το "μπιτσαξίδικο" της οδού Καρτερού

Δεύτερος σταθμός του οδοιπορικού μας στο παραδοσιακό Ηράκλειο, επίσης στην οδό Καρτερού, το μαχαιροποιείο του Βασίλη Βασιλάκη. Συνεχιστής της οικογενειακής παράδοσης, και κόντρα στο γενικό ρεύμα μαζικής εκβιομηχάνισης των πάντων, ο ίδιος επιμένει, ακόμα και σήμερα, στην αυθεντική, δημιουργική τέχνη της κατασκευής χειροποίητων μαχαιριών. Μαχαιριών που φέρουν την προσωπική σφραγίδα που δεν μπορεί να δώσει καμία μηχανή.

Η Κρήτη βεβαίως είχε ανέκαθεν παράδοση στους καλούς μαχαιράδες. Στο Ηράκλειο και τα Χανιά υπήρχαν συνοικίες όπου είχαν τα μαγαζιά και τα εργαστήριά τους οι μαχαιράδες, τα λεγόμενα "μπιτσαξίδικα", που πήραν την ονομασία τους από ένα είδος μαχαιριού της Μέσης Ανατολής.

Σήμερα, όπου η τεχνολογία έχει επιτρέψει τη μαζική παραγωγή μαχαιριών, το επάγγελμα του μαχαιρά είναι στη δύση του. Κάποιοι είναι όμως εκεί για να κρατούν ζωντανό το "φως" του παραδοσιακού αυτού επαγγέλματος που έχει συνδεθεί διαχρονικά με τον κρητικό λαό...

Περνώντας το κατώφλι του μαχαιροποιείου, και αφού το μάτι μας "καρφώθηκε" για αρκετή ώρα στα πανέμορφα, εντυπωσιακά, προσεγμένα μέχρι λεπτομέρειας παραδοσιακά μαχαίρια, θέσαμε στο μαγαζάτορα το πρώτο μας ερώτημα: Τι ακριβώς κάνει ένας μαχαιροποιός και πώς ο ίδιος αποφάσισε να ασχοληθεί με το επάγγελμα;

«Ένας μαχαιροποιός φτιάχνει μαχαίρια, αλλά όχι μόνο. Βασικό αντικείμενό μας είναι η κατασκευή και επισκευή των μαχαιριών. Επίσης φτιάχνουμε ή επισκευάζουμε όμως και ένα σωρό εργαλεία, πριόνια, σουγιάδες, κλαδευτήρια, "γκατζοπρίονα" (πριόνια για τις ελιές) κ.ά.

Τα παλιά χρόνια, οι μαχαιράδες μαθήτευαν σε μάστορες κάποια χρόνια για να μάθουν την τέχνη και στη συνέχεια άνοιγαν το δικό τους εργαστήριο. Εγώ έμαθα στο πλευρό του πατέρα μου. Από μικρό παιδί, από το δημοτικό σχολείο, βοηθούσα τον πατέρα μου στην κατασκευή μαχαιριών. Επίσης τον ακολουθούσα στα χωριά. Τότε βλέπετε η δουλειά γινόταν ως εξής: Οι μαχαιράδες έφτιαχναν τα μαχαίρια συνήθως μέσω παραγγελιών. Πήγαιναν στα χωριά. Σταματούσαν στο καφενείο ή στην πλατεία και έβαζαν το λεγόμενο τελάλη να διαλαλήσει στο χωριό πως ήρθε ο μαχαιράς για να παραδώσει μαχαίρια.

Έτσι λοιπόν, από παιδάκι, πλάι στον πατέρα μου, μπήκα σε αυτή την ιστορία. Βέβαια έμαθα μεν πολλά, τα βασικά αν θέλετε της δουλειάς, από τον πατέρα μου, στην πορεία όμως - κι αυτό πρέπει να κάνει κάθε μαχαιροποιός - εξέλιξα μόνος μου τη δουλειά μου. Έγινα δηλαδή σε ένα βαθμό αυτοδίδακτος, που λένε. Διότι δε γίνεται αλλιώς. Σε αυτή τη δουλειά πρέπει να βάζεις την προσωπική σου σφραγίδα», μας λέει ο κ. Βασίλης.

Έχοντας φυσικά απέναντί σου έναν άνθρωπο που φτιάχνει από την αρχή χειροποίητα κρητικά μαχαίρια, δεν μπορείς παρά να τον ρωτήσεις και λίγο για τα λειτουργικά του επαγγέλματος. Πώς φτιάχνεται άραγε ένα μαχαίρι κρητικό, με τι υλικά;

«Το ένα βασικό κομμάτι ενός μαχαιριού είναι η λαβή του. Εδώ μπορείς να βάλεις ό,τι θέλεις. Μόνο φαντασία να υπάρχει και μεράκι. Το πλέον σύνηθες υλικό για λαβή είναι τα κέρατα κάποιου ζώου. Μπορείς να βάλεις ακόμα και ξύλο. Το έτερο βασικό κομμάτι είναι η λεπίδα. Και εδώ υπάρχουν λογής-λογής υλικά. Από ένα σίδερο παλιό, μέχρι ατσάλι από σούστα αυτοκινήτου!

Τα πάντα αν τα κάψεις σωστά στο καμίνι, τα ατσαλώσεις, και τα τροχίσεις σωστά, γίνονται μια καλή λεπίδα μαχαιριού. Χρειάζεται όμως και τέχνη, και γνώση και μεράκι. Και λίγο ταλέντο», εξηγεί ο Βασίλης Βασιλάκης και συνεχίζει:

«Στην όλη διαδικασία, που παίρνει μέρες, μια σημαντική λεπτομέρεια είναι το να πάρεις τα σωστά μέτρα του πελάτη. Ο Κρητικός γενικώς, οι περισσότεροι τουλάχιστον, δε θέλουν μεγάλη λαβή. Το σύνηθες μέγεθος είναι στα 11 εκατοστά για τη λαβή του μαχαιριού και στα 13-15 εκατοστά για τη λεπίδα. Κάποιοι βέβαια μου ζητούν και θέλουν μεγαλύτερες, 20άρες λεπίδες. Έπειτα υπάρχουν και οι επιμέρους επιθυμίες στις λεπτομέρειες. Άλλος θέλει πιο στενό μαχαίρι, άλλος πιο μυτερό. Άλλος θέλει σκαλίσματα και ιδιαίτερα πλουμίσματα, στολίσματα πάνω στη λαβή. Σε μένα προσωπικά συνήθως έρχονται απαιτητικοί πελάτες. Ξέρουν δηλαδή τι θέλουν. Η πελατεία μου είναι πολύπλευρη. Μου παραγγέλνουν μαχαίρια από βοσκοί, σφάχτες ζώων μέχρι ξενοδόχοι και γιατροί!

Ίσως εκπλήσσει, αλλά έχω πολλούς γιατρούς πελάτες. Και δεν εννοώ ως συλλέκτες, αλλά ως κανονικούς χρήστες. Μου ζητάνε είτε καινούργια ιατρικά μαχαίρια, είτε να επισκευάσω, να βελτιώσω άλλα.

Έχω βεβαίως παραγγελίες και από το εξωτερικό. Κρητικοί που μένουν στην ξενιτιά, αλλά και ξένοι, από πολλές χώρες, που έχουν δει κάπου, σε περιοδικά, παραδοσιακά κρητικά μαχαίρια, έχουν ακούσει για μένα και μου κάνουν παραγγελίες. Μάλιστα στη Γερμανία, ο καλύτερος πελάτης μου είναι ένας κουρέας, ο οποίος δουλεύει με πολύ ακριβά ψαλίδια και εμπιστεύεται μόνο εμένα για να τα ακονίσω, να τα φτιάξω, αν έχουν φθορά».

Σε ό,τι αφορά τις τιμές, αυτές κυμαίνονται από 50 έως 150 ευρώ. Η τιμή βέβαια, όπως εξηγεί ο κ. Βασίλης, εξαρτάται από το είδος των υλικών, το κόστος τους και το χρόνο κατασκευής. Άλλη τιμή έχει ένα καλό κέρατο κι άλλη τιμή η τριανταφυλλιά. Το χειροποίητο πάντως εκτιμάται από τον κόσμο. Αν και ο κόσμος τα τελευταία χρόνια ζορίζεται. Πιο πολύ πλέον μου φέρνουν μαχαίρια για επισκευή, παρά μου ζητάνε νέα μαχαίρια. Αρκετοί μάλιστα που χρειάζονται τα μαχαίρια, π.χ. κτηνοτρόφοι, μου ζητάνε να με πληρώσουν σε δόσεις!».


Ανεκτίμητοι "θησαυροί" στον Άγιο Τίτο

Τρίτος σταθμός του οδοιπορικού μας, μια πολύ ξεχωριστή, γνώριμη στους περισσότερους, παραδοσιακή γωνιά του κέντρου. Το παλαιοπωλείο - και όχι αντικερί όπως ο ίδιος ξεκαθαρίζει σε κάθε ευκαιρία - του Βαγγέλη Κρασαγάκη, που φιγουράρει σε μια από τις πιο παλιές γειτονιές της πόλης, την οδό Αγίου Τίτου.

Εδώ για τους περισσότερους, όπως και για μας, ισχύει αυτό που λένε «έρωτας με την πρώτη ματιά».

Η μικρή αυλή που διασχίζεις πριν περάσεις το κατώφλι του μαγαζιού είναι τόσο θελκτική, τόσο εντυπωσιακή... Σου "φωνάζει" στο μυαλό πως πρέπει οπωσδήποτε να περάσεις μέσα στο παλαιοπωλείο.

Ο χώρος μιλά κατευθείαν στην ψυχή σου. Είναι η παλαιότητα, η ηλικία που μετρά πάνω από δύο αιώνες ζωής. Είναι τα βενετσιάνικα θεμέλια. Και είναι και οι "θησαυροί" που κρύβονται μέσα σε κάθε γωνιά του παλαιοπωλείου.

Κάθε αντικείμενο που βρίσκεται στο μαγαζάκι αυτό κρύβει και μια ιστορία. Υφαντά, κρύσταλλα, αντικείμενα σπιτιού, πικ-απ, γραφομηχανές, παλιά βιβλία, βιβλιοθήκες, σύνθετα έπιπλα του '50, καρτ-ποστάλ... κι ακόμα, χάρτες παλιοί, όπως αυτός του Ηρακλείου που χρονολογείται κάπου στο 1833, πίνακες, φωτογραφίες παλιές, κορνίζες, αγιογραφίες, φωτιστικά παλιών εποχών, σαπούνια, διαφημιστικές ταμπέλες της δεκαετίας του '50. Επίσης, νομίσματα, ραδιόφωνα αντίκες, παραδοσιακές κρητικές στολές, αλλά και από άλλες χώρες της Ευρώπης, γεωργικά εργαλεία που χρησιμοποιούνταν παλιά για την καλλιέργεια της γης, όπως αλέτρια, βολόσυροι, παλιές σκαλίδες... Κανείς θα βρει ακόμα στο παλαιοπωλείο γραμμόφωνα, παλιά ηλεκτρικά σίδερα, αλλά και σίδερα που δούλευαν με κάρβουνα και πολλά φο-μπιζού των χίπις της δεκαετίας του '70.

Την τιμητική τους έχουν βεβαίως οι ζωγραφιές, οι πίνακες και οι αγιογραφίες! Περίοπτη θέση έχουν και τα συλλεκτικά αντικείμενα από την εποχή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Φτερά από παλιά πολεμικά αεροπλάνα, μεταξύ αυτών ενός Γιούγκερ, από το οποίο έπεσαν αλεξιπτωτιστές. Κράνη, και διάφορα άλλα πολεμικά αντικείμενα. Θα τα δει κανείς γύρω από το μεγάλο "θησαυρό" του παλαιοπωλείου. Ένα κανονικό σκάφανδρο, το οποίο βρέθηκε στο Ηράκλειο και μέχρι τη δεκαετία του '70 το χρησιμοποιούσαν οι σφουγγαράδες!

Όλοι αυτοί οι ανεκτίμητοι "θησαυροί" μαζεύτηκαν από κάθε γωνιά της Κρήτης και όχι μόνο.

«Από πολύ μικρός, παιδάκι ακόμα, είχα μια ιδιαίτερη αγάπη και έλξη προς τα παλιά αντικείμενα. Έτσι άρχισε να γεννιέται μέσα μου η ανάγκη αναζήτησης και εντοπισμού συλλεκτικών πραγμάτων. Ήθελα να σαρώσω τα πάντα, να ξετρυπώσω πολύτιμα πράγματα σε σπίτια, πατάρια, αποθήκες, στάβλους, παλιές βιομηχανίες, οτιδήποτε. Στην πορεία βέβαια άρχισα να εξαπλώνω την αναζήτηση και στο εξωτερικό», μας εξηγεί ο κ. Βαγγέλης, δείχνοντας με καμάρι και περισσή περηφάνια διάφορα αντικείμενα. Αντικείμενα που ο ίδιος γνωρίζει καρέ-καρέ την ξεχωριστή ιστορία τους και τα αγαπάει σαν να είναι έμψυχα όντα.


Σαν να είναι τα παιδιά του...​

Άλλωστε αυτή η ιδιαίτερη σχέση, το δέσιμο, είναι που μετρά για τον ιδιοκτήτη του παλαιοπωλείου και όχι τόσο το οικονομικό. Άλλωστε τα έσοδα έχουν πια περιοριστεί άρδην.

Παλιότερα το παλαιοπωλείο επί της οδού Αγίου Τίτου ήταν σταθερό σημείο επίσκεψης και αγορών για τους τουρίστες που επισκέπτονταν το Ηράκλειο. Τα τελευταία χρόνια πάντως, όπως εξηγεί, η πελατεία έχει λιγοστέψει, η δουλειά έχει πέσει. Το φταίξιμο για τον ίδιο ανήκει στο all inclusive. Ταυτόχρονα έχουν "μαγκωθεί" λόγω κρίσης και οι ντόπιοι ή Έλληνες συλλέκτες, που επίσης είναι σημαντικό κομμάτι της πελατείας...

Ρεπορτάζ: Μπάμπης Σαββίδης

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση