iphone app
android app
iphone app android app
Κυριακή 23 Ιουλίου 2017
ΑΣΤΕΓΟΣ

Ο φτωχός, ο σοφός και το πνεύμα


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μεγαλούπολη ήταν ένας φτωχός. Είχε πιάσει πόστο έξω από μια πολυκατοικία όπου στεγάζονταν τα γραφεία πολύ κόσμου. Αρχιτέκτονες και μηχανικοί, δικηγόροι και λογιστές, καλλιτεχνικοί μάνατζερ και γιατροί. Κι ένα γραφείο το νοίκιαζε ένας σοφός.

Της Μαίρης Καριωτάκη

Ο φτωχός δεν πήγε τυχαία να ζητιανεύει έξω από αυτήν την πολυκατοικία. Είχε διαβάσει πρώτα στα κουδούνια όλα τα ονόματα κι όλα τα επαγγέλματα που "έκρυβε" το κτήριο κι ήταν σίγουρος πως από 'κει, με τόσο πολύ, καλό και πλούσιο κόσμο που μπαινόβγαινε, θα 'βγαζε "δυνατό" μεροκάματο.

Κι η αλήθεια είναι, δεν είχε παράπονο. Με τα όσα του έδιναν οι ένοικοι της πολυκατοικίας, είχε κάθε μέρα φαγητό. Πλήρωνε και το ενοίκιό του για το δωμάτιο που κρατούσε σε μια παλιά, μισογκρεμισμένη πανσιόν.

Μόνο ο σοφός δεν του έδινε ποτέ λεφτά. Παρά περνούσε από μπροστά του, τον κοιτούσε στα μάτια, του χαμογελούσε πλατιά και του έλεγε, πάντα με ενθουσιασμό, πότε «καλημέρα», πότε «καλησπέρα», πότε «χαίρετε» και πότε «αντίο»...

Κι έτσι περνούσε ο καιρός... Ώσπου μια μέρα ο φτωχός της ιστορίας μας πήγε στο πόστο του κι είδε μια γυναίκα, μ' ένα μωρό στην αγκαλιά, να 'χει πλευρίσει τους... "πελάτες" του!

Τρελάθηκε! Σκέφτηκε αμέσως πως αυτή η γυναίκα θα του φάει τη δουλειά. Από το μυαλό του πέρασαν εικόνες φριχτές. Να γυρίζει σπίτι χωρίς να έχει τίποτα να φάει ή ακόμη χειρότερα να μην μπορεί να πληρώσει ούτε καν αυτό το ελάχιστο ενοίκιο της πανσιόν και η ιδιοκτήτρια να τον βγάζει έξω!

- «Ααααα, όχι!», είπε από μέσα του και βιάστηκε να φτάσει τη γυναίκα με το μωρό για να της βάλει καβγά και να την αναγκάσει να φύγει από τον "τόπο" του.

Την ώρα ακριβώς που πάτησε πάνω στο πεζοδρόμιο κι έκανε να ανοίξει το στόμα του για να της φωνάξει «ε, εσύ! Μάζευτα και φύγε τώρα από 'δω γιατί θα βρεις μπελά! Δε μας χωρά αυτό το πεζοδρόμιο και τους δυο!», εμφανίστηκε μπροστά του, μαγικά κάπως, ο σοφός.

- «Καλημέρα αδερφέ μου!», του είπε.

- «Άσε με κι εσύ τώρα στη φτώχια μου», αντέτεινε ο φτωχός.

- «Κάνεις λάθος», του είπε ο σοφός κι έδειξε μ' ένα κούνημα του κεφαλιού του τη γυναίκα με το μωρό. «Δεν είσαι φτωχός!».

- «Τι λες τώρα, με κοροϊδεύεις;», απάντησε πάλι έξαλλος ο φτωχός. «Είμαι φτωχός, δεν έχω τίποτα κι ό,τι έχω δεν μπορώ να το μοιράζομαι!», είπε.

- «Δεν είσαι. Έχεις τόσα πολλά να δώσεις... Έχεις πρόσωπο, δώσε στους άλλους ένα χαμόγελο. Έχεις στόμα, πες τους λόγια αγάπης, επαίνου ή παρηγοριάς. Έχεις καρδιά, άνοιξέ τη στους άλλους. Έχεις μάτια, κοίτα τον κόσμο με καλοσύνη. Έχεις όλα τα μέλη του σώματός σου, χρησιμοποίησέ τα για να βοηθήσεις τους άλλους».

Ο φτωχός τον κοίταξε με απορία και προβληματισμό.

- «Μα...», πήγε να πει.

- «Φίλε μου», του είπε ο σοφός, «η πραγματική φτώχια είναι η πνευματική. Όταν το πνεύμα σου είναι λίγο, πνίγεσαι μέσα στα κόμπλεξ σου, αναλώνεσαι σε εγωισμούς που αφορούν μόνο το μικρόκοσμό σου. Χάνεσαι. Κάθε μέρα που περνά χάνεις τον εαυτό σου αντιμαχόμενος χίμαιρες. Σήκωσε το κεφάλι. Σταμάτα να κοιτάς μόνο μέσα στην "τσέπη" σου. Κοίτα γύρω σου τον κόσμο. Κάνε τον σύμμαχό σου. Όλο τον κόσμο. Και τότε θα δεις πλούτη!».

Ο φτωχός κοίταξε τη γυναίκα με το μωρό στην αγκαλιά. Του φάνηκε χλομή. Κουρασμένη. Καταπονημένη. Κίνησε προς το μέρος της.

- «Καλημέρα», της είπε. «Να, πάρε. Εσύ μοιάζεις να το 'χεις πιο μεγάλη ανάγκη από μένα», είπε και της έδωσε ένα κουλούρι που κρατούσε στο χέρι.

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση