iphone app
android app
iphone app android app
Παρασκευή 26 Μαΐου 2017
Μέρος Α - Moodys, Ερντογάν και δημόσιες σχέσεις Γιούνκερ

Μέρος Α' - Moody’s, Ερντογάν και δημόσιες σχέσεις Γιούνκερ


Μέχρι σχετικά πρόσφατα, προτού τουλάχιστον ενσκήψει η σφοδρή οικονομική κρίση στην Ελλάδα και αποδιοργανώσει συνολικότερα το ελληνικό κράτος, οι ενασχολούμενοι με τις διεθνείς σχέσεις και την άμυνα της χώρας, συνήθιζαν να θέτουν το εξής ερώτημα: Που το πάει η Τουρκία; Στις σημερινές συνθήκες και ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό ολοένα και περισσότερο, το ερώτημα που δείχνει να τίθεται είναι λίγο διαφορετικό: Που το πάνε Ευρωπαϊκή Ένωση και ΗΠΑ με την Τουρκία…

Του Ζαχαρία Μίχα*

Αυτό το ερώτημα δείχνει διαφορετικό. Σε κάθε περίπτωση αντανακλά και αποτυπώνει έναν κόσμο σε σύγχυση, έναν κόσμο που ταλαιπωρείται από τη σύγκρουση των ισχυρών σε κάθε επίπεδο, με τελικό στόχο τον επανακαθορισμό των παγκοσμίων ισορροπιών. Και σε αυτό το πλαίσιο, η περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, όπου η γεωγραφία έχει «καταδικάσει» την Ελλάδα να βρίσκεται και να επιβιώνει στο άναρχο - υπό την έννοια της απουσίας αρχής για την επιβολή ενός συστήματος κανόνων, που θα το ονομάζαμε Δίκαιο - διεθνές περιβάλλον, αυτό γίνεται περισσότερο αντιληπτό.

Το σημείωμα που ακολουθεί χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο έμφαση θα δοθεί σε τρία γεγονότα του τελευταίου διαστήματος που ήγειραν το κεντρικό ζήτημα που αποκαλύπτει ο τίτλος της ανάλυσης. Το δεύτερο μέρος που θα παρουσιαστεί αύριο, η παρούσα ανάλυση θα καταπιαστεί με την εξέταση του πλαισίου που ορίζουν οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών με τη Ρωσία στις περιφερειακές εξελίξεις και ειδικότερα στην αντιμετώπιση της Τουρκίας, που επηρεάζει άμεσα την ελληνική ασφάλεια…

Τις τελευταίες εβδομάδες, την επικαιρότητα απασχόλησαν δυο-τρία διαφορετικά εκ πρώτης όψεως ζητήματα, τα οποία όμως θα μπορούσαν να ειδωθούν υπό το πρίσμα των εξελίξεων στη γειτονική μας χώρα. Το πρώτο είναι η έκθεση του γνωστού Οίκου Πιστοληπτικής Αξιολόγησης (rating agency), τη Moody's, να ασχολείται με την Ελλάδα θέτοντας το ερώτημα εάν «μπορεί η Ελλάδα να αποτελέσει απειλή για τις προοπτικές της παγκόσμιας ανάκαμψης», όπως αυτό συμπυκνώθηκε από το «liberal.gr» σε σχετικό ρεπορτάζ.

Η απάντηση είναι καταφατική για τον αναλυτή του Οίκου, Alastair Wilson, «ο οποίος είναι γενικός διευθυντής για τον κλάδο του οίκου που ασχολείται με διεθνείς κινδύνους που άπτονται των εθνικών οικονομιών». Οι γεωπολιτικές αναταράξεις, κυρίως στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και στην Ελλάδα, δεν μπορούν να αγνοηθούν καθώς παραμένουν μια υποβόσκουσα απειλή για τις διεθνείς κρατικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις.

Η έκθεση επισημαίνει την αστάθεια στη Μέση Ανατολή λόγω των τεκταινομένων στη Συρία και το προσφυγικό πρόβλημα που έχει πλήξει την Ελλάδα να μη βρίσκει λύση, με αποτέλεσμα ο παράγων «γεωπολιτική αβεβαιότητα» να μη λείπει από τις αναλύσεις «εκτίμησης κινδύνου» (risk assessment).

Το δεύτερο γεγονός ήταν οι τουρκικές εκλογές, με τη θριαμβευτική επικράτηση του κόμματος του προέδρου Ερντογάν, του AKP, αναδεικνύοντάς τον στην αδιαμφισβήτητη ηγετική προσωπικότητα στην Τουρκία για το προσεχές διάστημα, ένα πρόσωπο που έχει καταφέρει να συσπειρώσει το μισό τουρκικό κράτος. Είναι πανίσχυρος, έχει όμως διχάσει σοβαρά τη χώρα. Το AKP εξελίσσεται σταδιακά σε ένα κόμμα-κράτος (party-state), το οποίο έχει ενσωματώσει τον ισλαμικό χαρακτήρα της χώρας με τον εθνικισμό του Μουσταφά Κεμάλ, εξαερώνοντας εκλογικά τους αντιπάλους του. Οι ίδιοι παράγοντες όμως που έχουν οδηγήσει τον Ερντογάν να μεσουρανεί στα πολιτικά πράγματα της Τουρκίας, εξηγούν - διερμηνεύουν και την εκ νέου επιτυχία του φιλοκουρδικού κόμματος HDP να σπάσει το αντιδημοκρατικό πλαφόν του 10%, μπαίνοντας στη Βουλή.

Αυτό είναι ένα πρόβλημα που η Τουρκία θα το βρει μπροστά της, καθώς η προοπτική ανάδυσης κουρδικής κρατικής οντότητας εξαιτίας της πολεμικής σύρραξης στην Τουρκία, θα ανοίξει νομοτελειακά νέο κεφάλαιο στην ιστορία της προσπάθειας των Κούρδων να αποκτήσουν τη δική τους πατρίδα. Το μέγα πρόβλημα όμως είναι η γεωγραφική γειτνίαση των Κούρδων που ζουν στην Τουρκία, με αυτούς που ζουν στη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν.

Κατά συνέπεια, οι φυγόκεντρες τάσεις είναι η φυσιολογική εξέλιξη σε όλες τις εμπλεκόμενες χώρες. Η καταπίεση και ο στρατιωτικός νόμος είναι ο ένας τρόπος να κρατηθεί μια χώρα ενωμένη. Πρόκειται όμως για μια πολιτική με ισχυρές παρενέργειες, η οποία μάλιστα τη σήμερον ημέρα, περισσότερο από ποτέ, αναμένεται να δώσει ισχυρή λαβή σε περιφερειακούς και διεθνείς δρώντες να ανακατευθούν στα εσωτερικά ζητήματα της Τουρκίας.

Η αξιοποίηση των κουρδικών πληθυσμών που ζουν στο έδαφος της γειτονικής χώρας με στόχο να επηρεαστεί η εξωτερική πολιτική του είναι ο κανόνας δεκαετιών σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη, αν και την ίδια στιγμή, η λογική θεώρηση των πραγμάτων διακρίνει ως κοινό συμφέρον την αποτροπή του εδαφικού ακρωτηριασμού, κάτι που θα έπρεπε να οδηγήσει σε συνεργασία. Το θέμα των Κούρδων δεν είναι όμως το μοναδικό πρόβλημα στην περιοχή.

Ερχόμενοι λίγο πιο κοντά στην περιοχή μας, η τρίτη εξέλιξη που συνδέεται με τις δυο προηγούμενες, έρχεται από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Λουξεμβούργιο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, ο οποίος επί της ουσίας αμφισβήτησε την κυριαρχία της Ελλάδας στο Αιγαίο, ζητώντας από κοινού περιπολίες με την Τουρκία, που θα οδηγούσαν σε de facto αποδοχή, ή έστω νομιμοποίηση, δια της μεθόδου της υποτίμησης των αιτιάσεων της Άγκυρας για το καθεστώς του Αιγαίου, με το επιχείρημα ότι αποτελεί «θάλασσα ειδικών περιστάσεων», όπου -εν ολίγοις- το υπάρχον διεθνές δίκαιο δεν είναι επαρκές για να ρυθμίσει την «ειδική κατάσταση» που επικαλούνται οι Τούρκοι.

«Είχα π.χ. προτείνει και αντιμετώπισα μεγάλες αντιδράσεις, Έλληνες και Τούρκοι να διαθέσουν μια κοινή ακτοφυλακή μεταξύ της Τουρκίας και των ελληνικών νησιών. Οι Τούρκοι συμφωνούν, οι Έλληνες όχι. Πού ζούμε; Το θέμα είναι ότι πρέπει να τσακωνόμαστε τώρα για 10 χιλιόμετρα θαλάσσιου πλάτους, ποιος είναι πού και για ποιο πράγμα αρμόδιος ή να σώσουμε ανθρώπινες ζωές; Μερικές φορές μιλάμε μακριά από τα πραγματικά θέματα της ζωής», ήταν η σχετική αναφορά του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, ο οποίος για να «χρυσώσει το χάπι», συμπλήρωσε ότι ομίλησε για «ευρωπαϊκά οργανωμένη ακτοφυλακή», δεσμευόμενος να υποβάλει σχετική πρόταση εντός του έτους.

Ο κ. Γιούνκερ βέβαια, δεν εξήγησε τι ακριβώς θα κάνει αυτή η Ακτοφυλακή. Θα στέλνει όσους επιχειρούν να περάσουν τα σύνορα πίσω στην Τουρκία; Μα δεν αντιλαμβάνεται ότι εάν η Άγκυρα συνεργαζόταν, οι άνθρωποι αυτοί ποτέ δεν θα έπεφταν στα νερά του Αιγαίου, χωρίς να γνωρίζουν αν θα ξαναβγούν στη στεριά, ή θα προστεθούν στον μακρύ κατάλογο με την τραγωδία της απώλειας ψυχών διαφόρων ηλικιών, επί της οποίας «πάτησε» ο Ευρωπαίος αξιωματούχος για να διατυπώσει την πρότασή του.

Ο Γιούνκερ όμως ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Πέραν της αυτονόητης επιθυμίας διευθέτησης μιας υπάρχουσας προβληματικής κατάστασης, μοιάζει βέβαιο ότι βρήκε την ευκαιρία να «χαϊδέψει τα' αυτιά» των Γερμανών, καθώς η διαφοροποίησή του με το Βερολίνο δεν ήταν ποτέ μυστικό, από την εποχή της απόπειρας εκλογής του. Οπότε, απλά επιλέγει να κάνει δημόσιες σχέσεις με τους Γερμανούς, ταυτιζόμενος με την πολιτική του Βερολίνου που επιχειρεί μέσω της Τουρκίας να μη μείνει εκτός της νομής των τιμαρίων της Μέσης Ανατολής, την επαύριον του συριακού εμφυλίου.

Ο τρόπος που το πράττει είναι έξυπνος: Το κάνει αξιοποιώντας τον «αδύναμο κρίκο» της περιοχής, ο οποίος εξαρτάται από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την επιβίωσή του. Είναι αυτό θεμιτό στο πλαίσιο της διεθνούς πολιτικής; Απόλυτα. Είναι ηθικό; Σίγουρα όχι. Μπορεί να μην τον απασχολεί σε αυτή τη συγκυρία, όμως δεν υπάρχει ενέργεια χωρίς επιπτώσεις. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί δηλώσεις Γιούνκερ που να αμφισβητούσαν για παράδειγμα κυριαρχικά δικαιώματα της Βρετανίας; Όχι, και ουχί μόνον επειδή θα εκτινασσόταν ο ευρωσκεπτικισμός.

Άρα, βρίσκει κάποιος και τα κάνει. Αυτό σημαίνει, ότι για να σε σέβονται φίλοι, σύμμαχοι και εταίροι, θα πρέπει να νιώθουν ότι σε περίπτωση «παρεκτροπής», η δική τους, προσωπική και θεσμική, «ζυγαριά» κόστους-οφέλους θα επιβαρυνθεί. Και αυτό αποτελεί μακρινή ανάμνηση στην Ελλάδα της κρίσης, όπου η καθημερινότητα όλων εξαντλείται στο αν ήρθε στη χώρα ο τάδε ή ο δείνα αξιωματούχος των «θεσμών», ή θα «κρατάει μούτρα» επειδή δεν εφαρμόζει η χώρα όσα έχει υποσχεθεί. Η γεωπολιτική απαξίωση μιας χώρας, εν ολίγοις, αρχίζει και ολοκληρώνεται στο εσωτερικό…

*Ο κ. Ζαχαρίας Μίχας είναι Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας.

Πηγή: liberal.gr

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση