iphone app
android app
iphone app android app
Πέμπτη 25 Μαΐου 2017
Γερμανοί

Οι Γερμανοί μας χρωστούν 341 δις. ευρώ


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Το απόρρητο πόρισμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους βρίσκεται στα χέρια των αρμοδίων από τον Ιανουάριο του 2014 και όχι μόνο αυτό, αλλά τουλάχιστον η έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου υπολογίζει το γερμανικό χρέος στα 341 δισ. ευρώ, παρά το ότι πολλοί μέχρι σήμερα χαρακτήριζαν τέτοιου είδους αναφορές, υπό τον τύπο διαρροών, ως υπερβολές που βλάπτουν με "μαξιμαλισμό" όλη την υπόθεση.

Η έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους θεωρεί απόλυτα λογικό το ποσό και αυτό ίσως και να εξηγεί την πρόσφατη αντίδραση Σόιμπλε για το θέμα, που ξαφνικά το θυμήθηκε και έκανε λόγο «για εμμονές και ιδεοληψίες» από πλευράς Ελλάδας.

Ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει και το συμπέρασμα των εμπειρογνωμόνων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους:

«Η Ελληνική Δημοκρατία διατηρεί το δικαίωμα να διεκδικήσει από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας την πλήρη ικανοποίηση όλων των δημόσιων αξιώσεών της, αλλά και των αξιώσεων Ελλήνων υπηκόων, που πηγάζουν από τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους». Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει το απόρρητο πόρισμα Ομάδας Εργασίας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Στα συμπεράσματα του ογκώδους πορίσματος, που ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 2014, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους εισηγείται ότι, αν η Ελληνική Δημοκρατία επιθυμεί τη «δυναμικότερη προώθηση των διεκδικήσεών της», πρέπει να ακολουθήσει τα εξής βήματα:

Να προσκαλέσει, μέσω της διπλωματικής οδού, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σε διαπραγματεύσεις. Σε περίπτωση που η Γερμανία αρνηθεί να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις ή σε περίπτωση που οι δύο χώρες αδυνατούν να καταλήξουν σε συμφωνία, τότε η Ελλάδα θα πρέπει να προσφύγει απευθείας «σε δεσμευτική για τα μέρη δικαιοδοτική κρίση», παρακάμπτοντας το Διαιτητικό Δικαστήριο της Συμφωνίας του Λονδίνου.


Δεσμευτική δικαιοδοτική κρίση

Αυτή η άποψη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σημαίνει ότι η Ελλάδα θα πρέπει να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Το Διαιτητικό Δικαστήριο της Συμφωνίας του Λονδίνου ιδρύεται βάσει του άρθρου 28 αυτής και έχει αποκλειστική δικαιοδοσία για διαφορές που προκύπτουν σε ζητήματα ερμηνείας ή εφαρμογής της Συμφωνίας του Λονδίνου. Το πόρισμα εξετάζει ενδελεχώς ζητήματα που αφορούν νομικά προβλήματα και δυσκολίες οι οποίες πηγάζουν από πιθανή προσφυγή στο Διαιτητικό Δικαστήριο της Συμφωνίας του Λονδίνου.

Επιπλέον, εξετάζει και νομικές δυσκολίες και ανοιχτά ζητήματα που μπορεί να προκύψουν από την προσφυγή στη «δεσμευτική για τα μέρη δικαιοδοτική κρίση». Πρόκειται για το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. του οποίου η δικαιοδοσία αναγνωρίζεται μετά από ειδική δήλωση κάθε χώρας στο γενικό γραμματέα του ΟΗΕ. Η Ελλάδα έχει καταθέσει τη συγκεκριμένη δήλωση από το 1994, ενώ η Γερμανία μόλις το 2008.

Το ζήτημα που προκύπτει είναι αν το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έχει δικαιοδοσία για ζητήματα που προέκυψαν πριν την κατάθεση της συγκεκριμένης δήλωσης. Οι συντάκτες του πορίσματος θεωρούν ότι η Ελλάδα μπορεί να στοιχειοθετήσει νομικά ότι οι διαφορές με τη Γερμανία μπορούν να εξεταστούν από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, αρκεί να προηγηθεί άρνηση της γερμανικής πλευράς να διαπραγματευτεί τη ρύθμιση των ελληνικών απαιτήσεων μετά από νεότερη επίσημη ανακίνηση του ζητήματος από την ελληνική πλευρά.

Στη σελίδα 94 του πορίσματος το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους επισημαίνει ότι η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έχει να αντιμετωπίσει τους εξής περιορισμούς:

1. Η προς επίλυση διαφορά πρέπει να αφορά γεγονότα και καταστάσεις που έχουν λάβει χώρα πριν την 1η/05/2008.

2. Η προς επίλυση διαφορά δεν μπορεί να θέτει ζήτημα που άπτεται της ερμηνείας ή της εφαρμογής της Συμφωνίας του Λονδίνου.

3. Η προς επίλυση διαφορά θα πρέπει να συνδέεται με παραβίαση ή άλλο ζήτημα του δημοσίου διεθνούς δικαίου.


Η έκθεση

Η Ομάδα Εργασίας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους συγκροτήθηκε μετά την πρώτη έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (το Μάρτιο του 2013), προκειμένου να προβεί σε «ειδική νομική μελέτη, επεξεργασία και τεκμηρίωση της υπόθεσης των γερμανικών αποζημιώσεων (κατοχικό δάνειο, πολεμικές επανορθώσεις και ατομικές αποζημιώσεις)», αλλά και να υποβάλει πόρισμα για «την πορεία και τον αποτελεσματικότερο και επωφελέστερο για τα συμφέροντα της χώρας νομικό χειρισμό».

Το απόρρητο πόρισμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους βρίσκεται ήδη στα χέρια των αρμόδιων υπουργείων, προκειμένου να αξιοποιηθεί. Στα ίδια χέρια βρίσκεται και η δεύτερη έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για τον

"Προσδιορισμό αξιώσεων από τις γερμανικές επανορθώσεις και το κατοχικό δάνειο", η οποία αποτιμά τις συνολικές απαιτήσεις στο ιλιγγιώδες ποσό των 341 δισ. ευρώ. Σε αυτό περιλαμβάνονται απαιτήσεις από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ύψους 9 δισ., το κατοχικό δάνειο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ύψους 10,34 δισ., και οι υπόλοιπες αξιώσεις από τον ίδιο πόλεμο (τα προαναφερόμενα ποσά είναι σε ευρώ αξίας 2014).

Στο πόρισμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους εξετάζεται ενδελεχώς τόσο το ιστορικό της υπόθεσης, όσο και το θεσμικό πλαίσιο των Διεθνών Συμβάσεων πάνω στις οποίες εδράζεται το ζήτημα των ελληνικών αξιώσεων. Σημαντικότερες εξ αυτών είναι η Συμφωνία του Λονδίνου του 1953 "Περί εξωτερικών γερμανικών χρεών", η οποία προβλέπει το διακανονισμό των γερμανικών εξωτερικών χρεών, αλλά και η Συνθήκη της Μόσχας του 1990 (Συνθήκη 2+4) για τον Οριστικό Διακανονισμό σε Σχέση με τη Γερμανία. Σε αυτήν την τελευταία δε μετέχει η Ελλάδα και υπογράφεται μόνο μεταξύ της ενωμένης, πλέον, Γερμανίας και των τεσσάρων δυνάμεων κατοχής (ΗΠΑ, Σοβιετική Ένωση, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία). (Παράγραφοι Πορίσματος 12-15).

Το θέμα των αποζημιώσεων της Γερμανίας προς την Ελλάδα είναι ηθικό, πολιτικό, οικονομικό, πολιτισμικό και νομικό. Πρόκειται για ευρωπαϊκό ζήτημα που πρέπει να λυθεί από τις δύο πλευρές.


Διμερείς συμβάσεις Ελλάδας Γερμανίας

Επιπλέον, το πόρισμα εξετάζει τις διμερείς συμβάσεις μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας. Πρόκειται για τις δύο Συμβάσεις της Βόννης του 1960 και του 1961, και τη Συμφωνία της Αθήνας του 1974. Οι τρεις αυτές διμερείς συμφωνίες καθορίζουν το διακανονισμό των ελληνικών αξιώσεων και περιλαμβάνουν: την αποζημίωση οικείων των φονευθέντων από το ναζιστικό καθεστώς, την αποζημίωση για αφαιρεθέντα καπνά στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και τις αποζημιώσεις για αποφάσεις που εκδόθηκαν υπέρ Ελλήνων υπηκόων που υπέστησαν ζημιές κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου. Το συνολικό ποσό, όπως προκύπτει από τις τρεις αυτές Συμβάσεις, αγγίζει τα 52 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα.


Πού στηρίζεται η άρνηση της Γερμανίας

Τελευταία φορά που η Ελλάδα προέβη σε διπλωματική κίνηση διεκδίκησης ήταν το Νοέμβριο του 1995, με τη ρηματική διακοίνωση του πρεσβευτή της Ελλάδας στη Βόννη κ. Μπουρλογιάννη-Τσαγγαρίδη. Η ρηματική διακοίνωση ζητούσε την έναρξη διμερών συνομιλιών, προκειμένου να ρυθμιστούν τα εκκρεμή ζητήματα του κατοχικού δανείου και των πολεμικών αποζημιώσεων του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Σε αυτήν, η γερμανική πλευρά απάντησε αρνητικά με ένα απλό ανακοινωθέν.

Σύμφωνα με το πόρισμα, η αρνητική στάση των γερμανικών Αρχών στηρίζεται στην άποψη ότι «η Συνθήκη της Μόσχας δεσμεύει και την Ελλάδα και στην εκ τούτου συνέπεια ότι, εφόσον η Συνθήκη αυτή σιωπά ως προς τις επανορθώσεις, η σιωπή αυτή ισοδυναμεί με την οριστική επίλυση [του ζητήματος], άποψη σύμφωνη με τη γερμανική θεωρία και νομολογία».

Το συγκεκριμένο επιχείρημα απασχολεί τη νομική συζήτηση επί των γερμανικών αποζημιώσεων. Το ζήτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο προκύπτει από τη "Συνθήκη 2+4" νομική επίπτωση σε κράτη που δεν την υπέγραψαν, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.

Ίσως έτσι να εξηγείται γιατί στην πρόσφατη συνέντευξή του σε ντοκιμαντέρ του ARTE, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δήλωσε περίπου σαρκαστικά: «Ο Αλέξης Τσίπρας υποστήριξε πριν και μετά τις εκλογές ότι, αν η Γερμανία πλήρωνε στην Ελλάδα τις αποζημιώσεις για τα εγκλήματα και τις καταστροφές που έκαναν οι ναζί κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, αυτό θα απορροφούσε το σύνολο του δημόσιου χρέους. Κάποιος που λέει τέτοιες ανοησίες στο λαό του δεν εκπληρώνει το καθήκον του, που είναι να πει την αλήθεια».

Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, όπως αναφέρει στις σελίδες 65-70 του πορίσματός του, κρίνει «εσφαλμένη» την άποψη αυτή, καθώς θεωρεί ότι «σύμφωνα με τους Κανόνες του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, οι τέσσερις Μεγάλες Δυνάμεις που συμμετείχαν σε αυτήν δεν μπορούν να δεσμεύουν τα κράτη που έχουν απαιτήσεις εναντίον της Γερμανίας». Καταλήγει, έτσι, στο συμπέρασμα ότι η Συμφωνία του Λονδίνου του 1953 εξακολουθεί να δεσμεύει τη Γερμανία και ως εκ τούτου οι απαιτήσεις της Ελλάδας παραμένουν «ισχυρές και σε εκκρεμότητα».


Τι θα κάνει η κυβέρνηση;

Το πόρισμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως και αυτό του Γενικού Λογιστηρίου, βρίσκεται εδώ και καιρό στα χέρια των αρμόδιων αξιωματούχων. Όπως γίνεται αντιληπτό, όμως, η διεκδίκηση των ελληνικών αξιώσεων από τη Γερμανία δεν περιορίζεται μόνο στη νομική της πτυχή. Είναι, κυρίως, ένα πολιτικό ζήτημα και ο χειρισμός του προϋποθέτει μελετημένες στρατηγικές κινήσεις στην πολιτική σκακιέρα.

Στο πολιτικό επίπεδο, έχει καταγραφεί πρόσφατα μια εξέλιξη της οποίας η βαρύτητα μένει να κριθεί. Το Ευρωκοινοβούλιο έκανε αποδεκτή την Αναφορά της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης και Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΠΕΑΕΑ - ΔΣΕ) για τις γερμανικές αποζημιώσεις. Αυτό σημαίνει ότι η Γερμανία καλείται ενώπιον της Επιτροπής Αναφορών του Ευρωκοινοβουλίου, προκειμένου να εκθέσει τις θέσεις της σχετικά με τις πολεμικές επανορθώσεις, το κατοχικό δάνειο, τις αποζημιώσεις συγγενών θυμάτων του Διστόμου και τις αποζημιώσεις συγγενών θυμάτων που δολοφονήθηκαν στο Άουσβιτς και στο Νταχάου, αλλά και την επιστροφή των λεηλατηθέντων από τους ναζί αρχαιολογικών θησαυρών.

Πάντως, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, μόλις τον περασμένο Σεπτέμβριο, μιλώντας σε προεκλογική συγκέντρωση στα Ανώγεια της Κρήτης, δεσμεύτηκε ότι η Ελλάδα «θα διεκδικήσει όσα δικαιούται».

Γιώργος Σαχίνης, Γιώργος Παπαδάκης

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση