iphone app
android app
iphone app android app
Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017
VW board meets with carmaker to set out details of exhaust scandal

Έρευνα: Μετά το VolksGate: Ο μύθος της ακεραιότητας των γερμανικών επιχειρήσεων


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Το σκάνδαλο στο οποίο εμπλέκεται η αυτοκινητοβιομηχανία Volkswagen έφερε στην επιφάνεια το «χαμηλό βαρομετρικό» που επικρατεί ως προς την επιχειρηματική ακεραιότητα στον τομέα της γερμανικής βιομηχανίας, όπως αποκαλύπτει Ευρωπαϊκό ερευνητικό κέντρο.

Το τρέχον σκάνδαλο της Volkswagen (VW) και ίσως και πέριξ άλλων γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών, με τις χαλκευμένες μετρήσεις των ρύπων που εκπέμπουν τα οχήματά τους, προξένησε ένα κάποιο σοκ στον τύπο και στην κοινή γνώμη.

Έρευνες για τις γερμανικές επιχειρήσεις επιδεικνύουν ήδη τρομακτικά χαμηλά επίπεδα επιχειρηματικής ακεραιότητας και η VW φαίνεται ότι δεν είναι η μόνη γερμανική εταιρεία που ενέχεται σε απάτες ή περίεργες συμφωνίες.

Δεν έχουν περάσει δύο χρόνια, από τότε που το Ευρωβαρόμετρο διεξήγαγε έρευνα για την στάση των επιχειρήσεων έναντι της διαφθοράς (Survey on Business Attitudes' towards Corruption), η οποία αποκάλυψε ότι πάνω από τις μισές εταιρείες του δείγματος πίστευαν ότι οι διαγωνισμοί που διενεργούνται στην Γερμανία κατακυρώνονται κατά κανόνα μέσω προσυμφωνημένων διαδικασιών.

Επίσης, ανάλογο ποσοστό δήλωνε ότι η ευνοιοκρατία  προς συγγενείς και φίλους ήταν διαδεδομένη στην γερμανική επιχειρηματική κοινότητα. Τα ανωτέρω αποτελέσματα είναι κατά πολύ χειρότερα από εκείνα των άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συχνά επαινούνται ως «καθαρές» (Δανία, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο ή Γαλλία) και αντιθέτως, πολύ πιο κοντά σε αντίστοιχα ποσοστά που καταγράφονται στην Ρουμανία ή την Ιταλία.

Πώς μπορούν τώρα, τέτοιου είδους ευρήματα να συνάδουν με μια εικόνα της Γερμανίας, η οποία προβάλλει την επιχειρηματική της κουλτούρα ως υψηλού επιπέδου, τόσο ως προς την ανταγωνιστικότητα όσο και ως προς την ακεραιότητα;

Ο Roberto Martínez B. Kukutschka, ερευνητής του Ευρωπαϊκού Κέντρου εναντίον της διαφθοράς και υπέρ της κρατικής ανασυγκρότησης (European Research Centre for Anti-Corruption and State-Building / ERCAS) με έδρα το Βερολίνο, αναφέρει ότι παρόλο που η Γερμανία θεωρείται από την Παγκόσμια Τράπεζα και την Διεθνή Διαφάνεια ως μια από τις πιο  καθαρές χώρες, εν σχέσει με τα μέτρα εναντίον της διαφθοράς, εντούτοις έχει αντικειμενικό πρόβλημα με την διαφάνεια.

Ως συντάκτης μιας μελέτης για την κατάσταση των δημόσιων διαγωνισμών στην Γερμανία (report on the situation of public procurement in Germany), συγκρινόμενες με τα νέα κράτη - μέλη και την Τουρκία, ως μέρος του χρηματοδοτούμενου από την ΕΕ ερευνητικού προγράμματος ANTICORRP, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι απαρχαιωμένες πρακτικές συλλογής δεδομένων, το πολύπλοκο νομικό πλαίσιο και η μικρή χρήση που γίνεται στις ηλεκτρονικές πλατφόρμες καθιστούν την κατάσταση αρκετά αδιαφανή. Επίσης, η έλλειψη δεδομένων αποθαρρύνει τους πλειοδότες και εμποδίζει τα ΜΜΕ και τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών να παρακολουθούν τις διεργασίες κατακύρωσης των διεθνών διαγωνισμών.

Το γεγονός αυτό προσθέτει επιπλέον διοικητικό βάρος στις ελεγκτικές αρχές / δικαστήρια σε ομοσπονδιακό και τοπικό επίπεδο, κάποιες εκ των οποίων  έχουν εκδώσει αναφορές, στο πνεύμα των όσων έχει αντιληφθεί η επιχειρηματική κοινότητα. Ασκούν κριτική στην πρακτική που έχουν οι αναθέτουσες αρχές, οι οποίες ενίοτε δεν προβαίνουν σε δημοσίευση στοιχείων για την αναδοχή των έργων ή που χρησιμοποιούν κλειστές διαδικασίες, ακόμη κι αν ο νόμος απαιτεί ανοιχτούς διαγωνισμούς.

Η VW, φυσικά, δεν είναι η μοναδική υψηλού προφίλ γερμανική εταιρεία που έχει συνδεθεί με την απάτη και την διαφθορά. Η ERCAS μόλις δημοσιοποίησε ένα έγγραφο εργασίας των Jennifer Kartner και Carolyn Warner, δύο μελετητών στις ΗΠΑ, που συμπεραίνει ότι οι στρατηγικές διείσδυσης της Siemens στις ξένες αγορές είναι προσαρμοσμένες στα κατά τόπους σύνδρομα διαφθοράς. Κι αυτό δεν αποτελεί μοναδικότητα μεταξύ των πολυεθνικών.

Το έγγραφο αναφέρει, ότι οι πολυεθνικές που εμπλέκονται σε συναλλαγές σε χώρες με προφίλ υψηλής διαφθοράς προσαρμόζουν την τακτική εισόδου τους στις συγκεκριμένες αγορές στις πρακτικές της εκάστοτε χώρας και παίζουν πλήρως με τους κανόνες του εγχώριου παιχνιδιού. Με δεδομένο ότι μόνον η Siemens έχει ερευνηθεί από τις αρχές περίπου 25 διαφορετικών χωρών, οι μελετητές επέλεξαν τη Siemens ως παράδειγμα και εξέτασαν τις πρακτικές της σε τέσσερις χώρες που έχουν διαφορετικά μοντέλα ελέγχου της διαφθοράς - τις ΗΠΑ, την Ιταλία, τη Ρωσία και την Κίνα.

Δεν έχουν εξετάσει, εάν οι τακτικές της Siemens άλλαξαν μετά τις κατηγορίες που της απαγγέλθηκαν και τα πρόστιμα που κατέβαλε στις ΗΠΑ και σε κάποιες ακόμη χώρες. Ωστόσο, οι δύο μελετητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι όταν το συνολικό προφίλ διαφθοράς μιας χώρας δεν αλλάζει, αυτού του τύπου οι πολυεθνικές το πιθανότερο είναι πως θα αναζητήσουν ακόμη πιο συγκαλυμμένους τρόπους συμμετοχής στις «αγορές»της διαφθοράς. Το να σταματήσουν να κάνουν business σ' αυτές τις χώρες, είναι μια εναλλακτική που σπανίως ακολουθείται. Ως εκ τούτου, οι συστηματικοί επενδυτές σε εμφανώς διεφθαρμένες χώρες γίνονται χορηγοί ενός φαύλου κύκλου κακής διακυβέρνησης.

«Είναι πιο εύκολη η διασυνοριακή διάχυση μιας διεφθαρμένης συμπεριφοράς απ' ό,τι της ακεραιότητας», λέει η Alina Mungiu - Pippidi, διευθύντρια της ERCAS και καθηγήτρια στο Hertie School of Governance.

«Ο έλεγχος της διαφθοράς είναι μια ισορροπία που χτίζεται σε εθνικό επίπεδο, ένα σύστημα που δημιουργείται σε βάθος χρόνου για να συγκρατήσει τους πανίσχυρους ανθρώπους από την εξαπάτηση του ανταγωνισμού και την κλοπή δημόσιων πόρων. Αυτό δεν μεταφράστηκε σωστά στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, επειδή τέτοιου τύπου φραγμοί είναι κυρίως εθνικοί, και ως εκ τούτου μια ολόκληρη νέα γη ευκαιριών άνοιξε». Η διαφθορά πολλές φορές δικαιολογείται ως το αποτέλεσμα της ανάγκης να «ανοίξουν οι αγορές» σε εταιρείες που συναλλάσσονται με διεφθαρμένες χώρες. Αυτό όμως έχει οδηγήσει στην όλο και μεγαλύτερη αποδοχή των δόλιων πρακτικών στο πλέγμα των όλο και πιο ανταγωνιστικών αγορών.

Η Mungiu-Pippidi, η οποία εκδίδει την ετήσια έκθεση κατά της διαφθοράς που χρηματοδοτεί η Κομισιόν, λέει ότι οι Γερμανοί πρέπει να εγκαταλείψουν τον εφησυχασμό. «Μιλάμε για μια χώρα στην οποία οι νέες μητέρες φωνάζουν στους ξένους εάν περάσουν τον δρόμο με κόκκινο φανάρι, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει αυτοκίνητο, επειδή δίνουν το κακό παράδειγμα στα παιδιά τους», επισημαίνει.

«Όμως δεν είναι η ακεραιότητα στον δρόμο, εκείνη που απαιτεί την μόνιμη παρακολούθηση. Οι πρακτικές διαφθοράς των γερμανικών επιχειρήσεων ακολουθούνται επί χρόνια λόγω της έλλειψης διαφάνειας και του ανεπαρκούς δημοσίου ελέγχου. Οι νέοι Γερμανοί οφείλουν να δράσουν γρήγορα, ειδάλλως μπορεί να ανακαλύψουν ότι η γερμανική επιχειρηματική ακεραιότητα δεν είναι παρά ένας μύθος της εποχής των παππούδων τους», καταλήγει.

Πηγή: tvxs.gr

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση