iphone app
android app
iphone app android app
Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017
Η γη που γέννησε την Μπόκο Χαραμ

Οδοιπορικό: Η γη που γέννησε την Μπόκο Χαράμ


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Η επαρχία του Μπόρνο βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο της Νιγηρίας, στριμωγμένη ανάμεσα στον Νίγηρα, το Τσαντ και το Καμερούν. Η γη είναι άνυδρη και ξερή, οι άνθρωποι σκληροί και ταλαιπωρημένοι. Το Μπόρνο είναι γνωστό κυρίως για έναν λόγο: είναι η γη που γέννησε μια από τις πιο απεχθείς ισλαμικές οργανώσεις της Δυτικής Αφρικής, την Μπόκο Χαράμ.

Της Φραγκίσκας Μεγαλούδη

Τα μέλη της, τα οποία κανείς δεν γνωρίζει ποιοι είναι και πως χρηματοδοτούνται -αν και η σύνδεσή τους με πολιτικούς κύκλους της Νιγηρίας και με ισλαμικές ομάδες που δρουν ανενόχλητα στις χώρες του Σαχελ μετά την πτώση του Καντάφι είναι γνωστή- έχουν σκοτώσει τα τελευταία τρία χρόνια πάνω από 20,000 ανθρώπους ενώ σχεδόν δύο εκατομμύρια έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους και ζουν σε προσφυγικούς καταυλισμούς.

Οι τζιχαντιστές επιτίθενται στα χωριά, καίνε τα σπίτια και τις σοδειές, σφάζουν τους άντρες και απαγάγουν ή φυλακίζουν τις γυναίκες. Άλλοτε τις αφήνουν να φύγουν-ανάλογα με το ποια από τις τέσσερις κύριες ομάδες των τζιχαντιστών θα επιτεθεί- και άλλοτε τις υποχρεώνουν να γίνουν «νυφες» και κανείς δεν ακούει πια για εκείνες. Όλοι εξάλλου θα έχετε ακούσει για τα 219 κορίτσια του Τσιμπόκ στην επαρχία του Μπόρνο τα οποία, παρ' όλες τις διεθνείς εκκλήσεις, βρίσκονται ακόμα στα χέρια των ισλαμιστών.

Έφτασα στο Μαιντουγκούρι, την πρωτεύουσα του Μπόρνο, με την πτήση των Ηνωμένων Εθνών. Οι εμπορικές πτήσεις έχουν απαγορευθεί γιατί οι ισλαμιστές διαθέτουν όπλα ικανά να καταρρίψουν τα αεροπλάνα την ώρα της απογείωσης.

Καθώς το μικρό μας αεροσκάφος πλησιάζει το έδαφος, η στέπα του Μπόρνο μοιάζει σχεδόν παγωμένη στον χρόνο. Μόνο το εγκαταλελειμμένο κτήριο του αεροδρομίου μάς υπενθυμίζει το αίμα που έχει ποτίσει την άνυδρη γη.

Το Μαιντουγκούρι μοιάζει σαν κάθε άλλη επαρχιακή πόλη της βόρειας Νιγηρίας. Η κίτρινη σκόνη της στέπας σκεπάζει τα κτήρια. Άντρες ντυμένοι με τις παραδοσιακές λευκές κελεμπίες και γυναίκες με πολύχρωμες ισλαμικές μαντίλες που σκεπάζουν όλο τους το σώμα ψωνίζουν στις υπαίθριες αγορές. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι παιδιά, πολλά παιδιά, μόνα να περιπλανώνται ή να ζητιανεύουν. Σχεδόν όλα προέρχονται από το Βόρειο Μπόρνο και έχουν βρεθεί στο Μαιντουγκούρι είτε επειδή οι ισλαμιστές σκότωσαν τις οικογένειες τους είτε χάθηκαν καθώς έτρεχαν να ξεφύγουν από τα φλεγόμενα χωριά τους.

Η παρουσία του στρατού είναι έντονη στην πόλη. Σε κάθε δρόμο στρατιώτες ελέγχουν τα οχήματα και τους επιβάτες. Οι επιθέσεις αυτοκτονίας είναι σχεδόν καθημερινές. Μόλις πριν λίγες μέρες τρεις γυναίκες ανατινάχτηκαν στην κεντρική αγορά σκορπώντας το θάνατο. Στην επίσκεψή μου με συνοδεύει ένας εκπρόσωπος του ΟΗΕ και ένας κυβερνητικός αξιωματούχος. Κάθε μετακίνηση γίνεται μέσα από τεθωρακισμένο αυτοκίνητο, κάτι που με περιορίζει και δυσανασχετώ φανερά. Οι σύνοδοί μου όμως είναι απόλυτοι. Μου εξηγούν ότι το λευκό μου δέρμα με καθιστά άμεσο στόχο δολοφονίας διότι ο θάνατος ενός λευκού θα ήταν θείο δώρο για τους ισλαμιστές, καθώς θα τραβούσε πάνω τους την προσοχή. Οι τζιχαντιστές εδώ δεν απαγάγουν για λύτρα. Ο μόνος στόχος τους είναι να σκοτώσουν.

Φτάνοντας στον κυβερνητικό καταυλισμό του Γκόμπυο οι έλεγχοι είναι ασφυκτικοί. Πάνω από 7000 ψυχές έχουν στοιβαχτεί πίσω από τα ηλεκτροφόρα σύρματα ελπίζοντας ότι κάποτε θα επιστρέψουν στα χωριά τους. Όμως ο αριθμός τους αυξάνεται καθημερινά και η ζωή τους χειροτερεύει. Εδώ η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη. Τα βλέμματα άγρια και καχύποπτα, οι κινήσεις μου παρακολουθούνται. Ο διοικητής του καταυλισμού με προειδοποιεί να μην περιφέρομαι ανάμεσα στους (εσωτερικούς) πρόσφυγες. Μου λέει ότι κατάσκοποι της Μπόκο Χαραμ βρίσκονται ανάμεσα τους και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλειά μου. Την περασμένη Τρίτη κατάφεραν να εντοπίσουν πέντε ισλαμιστές ανάμεσα στους εκτοπισμένους και οι φύλακες μόλις πρόλαβαν να πυροβολήσουν έναν έκτο στην πύλη προτού ανατιναχθεί.

Στο Γκόμπυο πάνω απο 7.000 άνθρωποι έχουν καταφύγει προσπαθώντας να ξεφύγουν απο τους ισλαμιστές της Μπόκο Χαράμ. Ο συνολικός αριθμός των εκτοπισμένων αγγίζει τα δύο εκατομμύρια

Κοιτάζω γύρω μου. Τα παιδιά με κοιτάνε με δειλά χαμόγελα, οι μεγάλοι με άγρια περιέργεια. Μπορώ να αισθανθώ ότι κάτι είναι διαφορετικό εδώ. Οι άνθρωποι είναι φανερά ταλαιπωρημένοι. Τα παιδιά υποσιτισμένα και σχεδόν όλα με σημάδια από ψώρα και δερματικές παθήσεις, οι ενήλικες σκελετωμένοι και με μάτια που καίνε από την ελονοσία. Σε μια γωνιά του καταυλισμού μια ομάδα από περίπου τριάντα γυναίκες και παιδιά κάθεται μπροστά από ένα κτήριο. Όλες ασθενικές, βρώμικες και κουρασμένες. Τα παιδιά βήχουν και είναι καλυμμένα με ακαθαρσίες. Οι γυναίκες έφτασαν στον καταυλισμό πριν από δύο εβδομάδες. Τις ελευθέρωσε ο στρατός της Νιγηρίας από τα χέρια της Μπόκο Χαράμ. Οι ισλαμιστές επιτέθηκαν στο χωριό τους και τις απήγαγαν. Τις μετέφεραν μέσα στο δάσος και τις κράτησαν αιχμάλωτες για περισσότερο από ένα χρόνο μαζί με τα παιδιά τους. Τα περισσότερα μωρά που είδα είχαν γεννηθεί κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους. Το πιο μικρό ήταν μόλις δέκα ημερών και είχε γεννηθεί στον καταυλισμό. Το στίγμα είναι πολύ μεγάλο για αυτές τις γυναίκες που αρνούνται κατηγορηματικά να αποκαλύψουν αν τα παιδιά τους είναι αποτέλεσμα βιασμών. Τα τρομαγμένα βλέμματα όμως λένε πολλά περισσότερα...

Αψηφώντας τις οδηγίες των συνοδών μου περιφέρομαι ανάμεσα στους ανθρώπους. Μια παρέα αντρών με προσκαλεί να πιω τσάι μαζί τους. Με τη βοήθεια του διερμηνέα μου, μαθαίνω ότι είναι ψαράδες. Ένας ψηλός άνδρας μού δείχνει τα δίχτυα του. Είδε τους τζιχαντιστές να σφάζουν με μασέτες τους τρεις γιους του έξω από το σπίτι του. Ο μικρότερος ήταν οκτώ ετών. Τις νύχτες μου λέει ότι ακόμα ακούει τις στριγγλιές της γυναίκας του την ώρα που έσφαζαν τα παιδιά τους. Από τότε η γυναίκα του έχει χάσει το μυαλό της και εκείνος κάθεται και πλέκει δίχτυα για να μην σκέφτεται. Κρατάω το ζεστό ποτήρι με το τσάι στο χέρι και χαμηλώνω το βλέμμα. Μια άβολη σιωπή απλώνεται ανάμεσα μας και ξέρω πως ότι και να πω θα ακουστεί παράταιρο.

Μια γυναίκα με πλησιάζει. Κρατάει ένα μωρό και ασυναίσθητα σηκώνω τη φωτογραφική μου μηχανή να τη φωτογραφίσω. Μόνο τότε προσέχω την έκφραση πόνου στο πρόσωπο της και αμέσως αφήνω την κάμερα στο χώμα. Το μωρό της μοιάζει νεογέννητο είναι όμως οκτώ μηνών. Δυσκολεύεται να αναπνεύσει και το μικροσκοπικό του στήθος πάλλεται σε μια προσπάθεια να κρατηθεί στη ζωή. Δεν χρειάζεται να είμαι γιατρός για να καταλάβω ότι το παιδί δεν πρόκειται να ζήσει πολλές ώρες ακόμα.

Μου λένε ότι η κλινική είναι κλειστή, ότι η μητέρα πρέπει να περιμένει μέχρι αύριο, ότι οι άνθρωποι δεν έχουν δικαίωμα να βγουν από τον καταυλισμό να πάνε σε ένα νοσοκομείο, ότι δεν υπάρχει γιατρός να έρθει εκεί...

Το παιδί πεθαίνει, εκεί μπροστά μας, αυτή την ίδια στιγμή που ακούω τις διάφορες δικαιολογίες. Το παιδί πεθαίνει και καθόμαστε ήσυχα να συζητάμε για το πότε και αν θα ανοίξει η κλινική...

Εκείνη την ώρα βλέπω τον διοικητή του καταυλισμού να έρχεται προς το μέρος μου. Καταλαβαίνω ότι η επίσκεψη έχει φτάσει στο τέλος της και είναι ώρα να φύγω.

Ο Βίκτωρ μου προτείνει να επισκεφθούμε την κλινική που έχουν στήσει οι Γιατροί Χωρίς Σϋνορα στα πράστεια του Μαιντουγκούρι. Μια επιδημία χολέρας έχει χτυπήσει τους καταυλισμούς και πάνω απο 100 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους. Η κλινική των ΓΧΣ είναι μια όαση μέσα στην καταστροφή. Τα κτήρια είναι καθαρα και ανθισμένες βουκαμβίλιες ρίχνουν την σκια τους στην αυλή. Σχεδόν ξεχνάς ότι πίσω απο τους φρεσκοβαμμενους τοίχους μωρά και ενήλικοι παλεύουν να κρατηθούν στη ζωή. Ο γιατρός που με συνοδεύει με ξεναγεί πρώτα στην πτέρυγα υποσιτισμού. Πάνω στα άσπρα σεντόνια κείτονται σκελετωμένα κορμάκια και αδύνατα χεράκια τρυπημένα απο τους ορούς. Μια ατέλειωτη σειρά απο μωρά και νήπια, αδικοι θάνατοι για το τίποτα, παιδιά που γεννήθηκαν για να πεθάνουν αθόρυβα και για τα οποία κανείς δεν θα μάθει ποτέ. Ενα μωρό είναι καλυμμένο με μια άσπρη κρούστα. Ο γιατρός μου εξηγεί ότι πρόκειται για επιπλοκή ιλαράς η οποία όμως έχει ευτυχώς τεθεί υπό έλεγχο.

Στο κέντρο χολέρας επικρατεί μια παράξενη ησυχία. Παιδιά και ενήλικες είναι ακίνητοι πάνω σε κρεβάτια που διαθέτουν οπές με δοχεία ώστε η διάρροια να μην μολύνει τον χώρο. Τα βλέμματα τρομαγμένα και γεμάτα αγωνία. Οι περισσότεροι είναι από τους καταυλισμούς - οι βροχές μόλυναν τα πηγάδια και οι αρχές φοβούνται ότι η επιδημία θα εξαπλωθεί και στην κοινότητα.

Όλοι βλέπουμε την καταστροφή που έρχεται και στεκόμαστε αδύναμοι να την αναχαιτίσουμε.

Η κυβέρνηση της χώρας κάνει ό,τι μπορεί, οι ανθρωπιστικές οργανώσεις το ίδιο. Τα χρήματα όμως λιγοστεύουν, η Ευρωπαϊκή Ένωση που αποτελεί και τον μεγαλύτερο δωρητή της κρίσης στη ΒΑ Νιγηρία έχει να αντιμετωπίσει τη δική της προσφυγική κρίση στο ευρωπαϊκό έδαφος. Και η πλούσια σε πετρέλαιο Νιγηρία δεν είναι η άμεση προτεραιότητα.

Καθώς επισκέπτομαι τους καταυλισμούς και τις κοινότητες, αναρωτιέμαι αν έχει νόημα να γράψω για όλα αυτά. Έχουμε όλοι συνηθίσει τόσο πολύ το θάνατο που μια ακόμα περιγραφή θα γίνει απλά μια ανάρτηση στο διαδίκτυο. Θα ακούσω κάποια μπράβο-τα οποία σαφώς δεν μου αξίζουν μέχρι οι εικόνες της επόμενης καταστροφής να πλημμυρίσουν τις οθόνες μας.

Και τι αφήνουμε πίσω; Τίποτα. Μόνο κάποιους γενναίους συνανθρώπους μας, γιατρούς, νοσοκόμες, εθελοντές που τολμούν να παλεύουν με ανεμόμυλους ενάντια στο χρόνο και στη λήθη.

Στο σπίτι αυτό ζουν μόνο γυναίκες μαζί με τα παιδιά τους. Οι ισλαμιστές της Μπόκο Χαραμ τις κρατούσαν για μήνες σε ένα κλουβί με ελάχιστο φαγητό

Οι γυναίκες αυτές έφτασαν στον καταυλισμό στα μέσα σεπτεμβρίου. Επι ένα χρόνο ηταν αιχμάλωτες της Μπόκο Χαραμ στο δάσος της Σαμπίσα, μέχρι πο τις ελευθέρωσε ο νιγηριανός στρατός

Παιδιά σχολάνε απο το ισλαμικό δημοτικό της πόλης. Το 90% των κατοίκων είναι μουσουλμάνοι ενώ ισχύει η Σαρία

Η μόλις δύο ημερών Αισέ γεννήθηκε στον καταυλισμό

Η κεντρική αγορά του Μαιντουγκούρι. Στις 3 Οκτωβρίου μια έκρηξη στην περιοχή σκότωσε πάνω απο 40 ανθρώπους που έκαναν τα ψώνια τους

Εχοντας δει τους ισλαμιστές να σκοτώνουν τα τρία του αγόρια, ο Ισμαιλ περνάει τις μέρες του στον καταυλισμό πλέκοντας δίχτυα για να αντιμετωπίσει τον πόνο του

Γυναίκες περιμένουν στη σειρά την διανομή της ανθρωπιστικής οργάνωσης Save the Children


Αντι επιλόγου

Την τρίτη μέρα της επίσκεψης μου στο Μπόρνο, βγαίνοντας από έναν καταυλισμό ένιωσα μια ξαφνική αδιαθεσία. Ξεκίνησε με έναν απότομο και υπερβολικά δυνατό πονοκέφαλο, προσωρινή τύφλωση και εμετούς. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο αφυδατώθηκα και μεταφέρθηκα σε ένα ντόπιο νοσοκομείο στο Μαιντουγκούρι. Ήμουν τυχερή διότι το φτωχικό αυτό επαρχιακό νοσοκομείο είχε ορό και αναλώσιμα και ο γιατρός κατάφερε να με σταθεροποιήσει. Οι εξετάσεις έδειξαν επιθετικό τυφοειδή και ελονοσία. Θα μπορούσα να είχα χάσει τη ζωή μου εάν όπως συμβαίνει συνήθως στην αφρικανική επαρχία το νοσοκομείο δεν είχε αυτό το μοναδικό μπουκάλι με ορό και τα φάρμακα.

Κάποιος εκεί ψηλά, αποφάσισε ότι μπορούσα να ζήσω λίγο ακόμα. Ελπίζω να αποδείξω ότι άξιζα την δεύτερη ευκαιρία.

Πηγή: thepressproject.gr

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση