iphone app
android app
iphone app android app
Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017
ΣΚΙΤΣΟ ΑΝΑΛΥΣΤ
Είναι απαράδεκτες οι κατηγορίες των εκάστοτε πρωθυπουργών εναντίον της Ελλάδας, για να κρύψουν τις δικές τους αδυναμίες – η κρίση των πρώτων υλών, η συνέχεια του σκανδάλου της VW, οι γερμανικές τράπεζες, το γεν και το φράγκο   

Αλυσιδωτές αντιδράσεις - Analyst.gr


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

«Χωρίς καμία αμφιβολία, η τελευταία χώρα που θα μπορούσε ποτέ να κατηγορήσει την Ελλάδα για φοροδιαφυγή, για διαφθορά ή για διαπλοκή είναι η Γερμανία - επίσης, η τελευταία που έχει δικαίωμα να της αρνηθεί τη διαγραφή μέρους του χρέους, με τους όρους που εγκρίθηκαν στην ίδια το 1953.

Δυστυχώς όμως, οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν είχαν ποτέ το θάρρος να το επιδιώξουν, υποκλινόμενες ανέκαθεν στη γερμανίδα καγκελάριο - ενώ φαίνεται πως καμία δεν ήταν και δεν είναι σε θέση να κατανοήσει πως η Ελλάδα οδηγείται στο γκρεμό, με αποκλειστικά δική τους υπευθυνότητα.

Ακούγοντας τώρα τον πρωθυπουργό να κατηγορεί και αυτός με τη σειρά του την Ελλάδα, στη συζήτηση με τον Clinton, αντί να απαντήσει στην ερώτηση για τις επενδυτικές δυνατότητες στη χώρα μας, μάλλον απογοητεύεται κανείς - διαπιστώνοντας πως δεν κατανοεί καν πόσο σημαντική είναι η εικόνα ενός κράτους (image), για την επιτυχία των προσπαθειών του» (πηγή).

.

Ανάλυση

Όπως έχει αναφερθεί σε προηγούμενο άρθρο (πηγή), φαίνεται πως προωθείται, ξανά με τη βοήθεια της Goldman Sachs (πηγή), η χρεοκοπία της Glencore, ενδεχομένως μαζί με την Anglo American - οι τιμές των μετοχών των οποίων είχαν τότε καταρρεύσει, λόγω της μεγάλης πτώσης της τιμής του χαλκού (-44%).

Πρόκειται για δύο εταιρείες ορυχείων, όπου κυρίως η πρώτη οφείλει το μέγεθος της όχι τόσο στα ορυχεία της, αλλά στις παγκόσμιες συναλλαγές (χρηματοδοτήσεις) που διενεργεί στον τομέα των πρώτων υλών - με την αγορά να συνειδητοποιεί πως το πολυτιμότερο περιουσιακό της στοιχείο δεν είναι αυτά που παράγει, αλλά η πιστοληπτική της αξιολόγηση (κάτι που δυστυχώς ακόμη δεν μπορούν να κατανοήσουν οι ελληνικές κυβερνήσεις).

Ο κίνδυνος χρεοκοπίας τους φαινόταν από τις τιμές των ασφαλίστρων (CDS), όσον αφορά τα ομόλογα τους, οι οποίες είχαν εκτοξευθεί στα ύψη (4,7% για την πρώτη και 3,7% για τη δεύτερη). Με βάση αυτές τις τιμέςοι πιθανότητες χρεοκοπίας της Glencore υπολογίζονταν στο 34%, ενώ της Anglo American στο 29% (της ανταγωνίστριας τους BHP Billiton μόλις στο 9,7%).

Πρόσφατα τώρα, χθες, οι τιμές των μετοχών της Glencore έχαναν ενδοσυνεδριακά έως και το -30% της αξίας τους, ενώ η σωρευτική απώλεια έφτασε τελικά στο -75% στο Λονδίνο (78,62 πένες), έναντι σωρευτικής πτώσης -10% του δείκτη  - επειδή αυξήθηκαν οι αμφιβολίες, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε η εταιρεία, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της. Ανάλογες απώλειες κατέγραψαν επίσης τα ομόλογα της, τα CDS αυξήθηκαν ξανά, ενώ κλιμακώθηκαν οι ανησυχίες - λόγω της υπερχρέωσης της (οφειλές της τάξης των 30 δις $).

Φυσικά επηρεάσθηκαν και οι υπόλοιπες εταιρείες ορυχείων (BHP Billiton, Rio Tinto, Antofagasta, Anglo American), με την πτώση των τιμών των μετοχών τους να φτάνει έως το -5,1% - γεγονός που προκάλεσε αλυσιδωτές αντιδράσεις στα ασιατικά χρηματιστήρια, επηρεάζοντας ιδιαίτερα τους εξαγωγείς πρώτων υλών, όπως είναι η Αυστραλία.

Σήμερα όμως, η απρόσμενη μείωση των επιτοκίων εκ μέρους της Ινδίας περισσότερο από όσο ήταν αναμενόμενο (0,50 αντί 0,25), αντέστρεψε απότομα την τάση - από την οποία είχαν πληγεί επί πλέον αρκετά νομίσματα της περιοχής, όπως αυτά της Μαλαισίας και της Ινδονησίας. Έτσι, οι τιμές των μετοχών των εταιρειών ορυχείων ανέκαμψαν (γράφημα), μαζί με τα περισσότερα χρηματιστήρια του πλανήτη.

.

Τέλος γνωρίζοντας ότι, οι πτωτικές τιμές των εμπορευμάτων είναι ο συνήθης προάγγελος ενός παγκόσμιου χρηματιστηριακού κραχ, όταν οι κεντρικές τράπεζες δεν έχουν πλέον κανένα νομισματικό όπλο στη διάθεση τους για να το αντιμετωπίσουν, καθώς επίσης πως τυχόν χρεοκοπία μίας τόσο μεγάλης εταιρείας θα μπορούσε να έχει τις επιπτώσεις της Lehman Brothers, εύλογα ανησυχούν οι επενδυτές - προβλέποντας μία παγκόσμια καταιγίδα τεραστίων διαστάσεων.

.


Η συνέχεια του σκανδάλου της VW

Με βάση τα παραπάνω, είναι απόλυτα δικαιολογημένες οι πιέσεις που ασκούν οι Η.Π.Α. στη Γερμανία (ανάλυση), με στόχο να εγκαταλείψει την πολιτική λιτότητας η Ευρωζώνη -  καθώς επίσης για να «κλιμακώσει» το πρόγραμμα ποσοτικής διευκόλυνσης η ΕΚΤ.

Εν τούτοις, ίσως ξεπερνούν τα ανώτατα επιτρεπτά όρια στο θέμα του σκανδάλου της VW, επειδή θα μπορούσε να προκληθεί η χρεοκοπία της - κρίνοντας από τα τεράστια ποσά, τα οποία θα κληθεί να πληρώσει για αποζημιώσεις (ίσως άνω των 100 δις €), μαζί με τις κυρώσεις εκ μέρους των αμερικανικών αρχών (έως 18 δις $).

Επί πλέον σε αυτά τα ποσά, θα προστεθούν πιθανότατα αγωγές εκ μέρους των μετόχων της αυτοκινητοβιομηχανίας - η οποία έφερε στην επιφάνεια την τεράστια γερμανική διαφθορά, «στολισμένη» με απάτες και εκβιασμούς. Η αιτιολογία των αγωγών δε φαίνεται να είναι η καθυστέρηση της πληροφόρησης των μετόχων, όσον αφορά την απάτη με τη βοήθεια του παραποιημένου λογισμικού - αφού ακολούθησε πολύ αργότερα (στις 19.09 αντί στις 03.09 που όφειλε), με αποτέλεσμα να μην έχει τηρηθεί η χρηματιστηριακή νομοθεσία περί δήλωσης σημαντικών γεγονότων που αφορούν τις εισηγμένες εταιρείες.

Οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ πως το κρατικό συνταξιοδοτικό ταμείο του Κατάρ, το οποίο είναι μεγάλος μέτοχος της VW, έχει χάσει ήδη 8,4 δις $ - έτσι ώστε να κατανοήσουμε το τεράστιο ύψος των αποζημιώσεων που ενδεχομένως θα κληθεί να πληρώσει η αυτοκινητοβιομηχανία.

Ασύμμετρες συνέπειες

Περαιτέρω, εάν το πρόβλημα της VW μεγεθυνθεί, πόσο μάλλον εάν διευρυνθεί και στις υπόλοιπες γερμανικές βιομηχανίες αυτοκινήτων, δεν είναι απίθανο να συμπαρασύρει πολλές τράπεζες της χώρας, όπως συνέβη με τη Lehman Brothers.

Με δεδομένο δε το τεράστιο μέγεθος του κρατικού τραπεζικού τομέα της Γερμανίας, ο οποίος ουσιαστικά επιβιώνει με τις εγγυήσεις της κυβέρνησης, οι συνέπειες για τη χώρα δεν είναι καθόλου εύκολο να υπολογισθούν - υπενθυμίζοντας πως το ενεργητικό των 8 περιφερειακών τραπεζών της Γερμανίας είναι της τάξης του 1,1 τρις € (απασχολούν περίπου 40.000 εργαζομένους), ενώ των δύο κρατικών αναπτυξιακών, καθώς επίσης των 16 τοπικών πλησιάζει το 1 τρις €, με 14.000 υπαλλήλους.

Συνολικά οι κρατικές αυτές τράπεζες έχουν ενεργητικό ίσο με το 75% του γερμανικού ΑΕΠ, με πολλαπλάσιες εγγυήσεις - ενώ έχουμε επιστήσει πολλές φορές την προσοχή στα τεράστια προβλήματα της Deutsche Bank, χωρίς να υποτιμούμε τα αντίστοιχα της Commerzbank.

Στα πλαίσια αυτά η δήλωση της ΕΚΤ, η οποία ανέκαθεν στήριζε τα βρώμικα παιχνίδια της Γερμανίας (ανάλυση), σύμφωνα με την οποία δεν θα δημοσιοποιεί στο μέλλον τα ποσά έκτακτης ρευστότητας που εγκρίνει στις τράπεζες (ELA), αποκτά ιδιαίτερη σημασία - πόσο μάλλον όταν, κατά το ΔΝΤ, τα κόκκινα δάνεια των ευρωπαϊκών τραπεζών υπερβαίνουν πλέον το 1 τρις €.

Λογικά βέβαια, στους κινδύνους που απειλούν τη Γερμανία θα έπρεπε να προστεθεί το Target II (άρθρο) - αφού η κεντρική της τράπεζα είναι ο βασικότερος χρηματοδότης του, όπως φαίνεται από το γράφημα που ακολουθεί.

.

.

Ειδικά εάν ακολουθήσει η διάλυση της Ευρωζώνης, την οποία δυστυχώς η ίδια η Γερμανία προωθεί με την πολιτική λιτότητας που επιβάλλει - χωρίς να υπολογίζει τις αντιδράσεις των Πολιτών της Ιταλίας και της Γαλλίας, οι οποίοι κάποια στιγμή θα συνειδητοποιήσουν πως οι μελλοντικές προοπτικές των χωρών τους είναι πολύ καλύτερες, με ένα εθνικό νόμισμα.

.

Φράγκο και Γεν

Με προβλεπόμενη την αναζωπύρωση της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, μεταξύ άλλων ως επακόλουθο της παραπάνω ευρύτερης, καθώς επίσης του μεταναστευτικού προβλήματος, πολλοί αναζητούν ξανά ένα ασφαλέστερο νομισματικό λιμάνι - έχοντας την άποψη πως το δολάριο είναι περιστασιακά μόνο ισχυρό, λόγω των προβλημάτων της υπερδύναμης (δίδυμα ελλείμματα, χρέη, αδυναμία αύξησης των επιτοκίων από τη Fed, ενδεχόμενο τέταρτο QE), το ευρώ είναι θνησιγενές (άρθρο), ενώ η σημερινή ανάκαμψη των χρηματιστηρίων μάλλον περιστασιακή.

Στα πλαίσια αυτά, είναι ενδιαφέρουσα η εξέλιξη του ελβετικού φράγκου, σε σχέση με το ιαπωνικό γεν, αφού και τα δύο νομίσματα βρισκόταν «στην ίδια βάρκα» στο παρελθόν -  λόγω του ότι είναι μηδενικού επιπέδου επιτοκίων, οπότε ιδανικά για τους carry traders, στις δύο συναλλαγματικές περιοχές δεν έχει σημειωθεί πληθωρισμός για πολλές δεκαετίες, ενώ και οι δύο διαθέτουν πολύ υψηλά περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό.

Ως εκ τούτου, οι ισοτιμίες τους συντονίζονταν μεταξύ τους για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα - με ορισμένες εξαιρέσεις βέβαια, όπως το 1999/2000. Εν τούτοις, η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά τα τελευταία πέντε χρόνια, αφού το γεν (χωρίς τον πληθωρισμό - REER), έχει υποτιμηθεί κατά περίπου 30%, ενώ το φράγκο έχει ανατιμηθεί κατά 65%, με αποτέλεσμα η μεταξύ τους απόσταση να είναι τεράστια (γράφημα).

Συνεχίζοντας, σύμφωνα με τους ειδικούς συναλλάγματος, τα δύο παραπάνω νομίσματα ανατιμιόταν παραδοσιακά, όταν αυξάνονταν τα ρίσκα στις χρηματοπιστωτικές αγορές - κάτι που συνέβη για τελευταία φορά το Σεπτέμβρη του 2008, όταν χρεοκόπησε η Lehman Brothers, όπου ωφελήθηκαν σε μεγάλο βαθμό.

Η ωφέλεια τους αυτή από το χρηματοπιστωτικό σοκ οφειλόταν στο ότι, ακολούθησαν μεγάλες εισροές συναλλάγματος και στις δύο χώρες - μεταξύ άλλων επειδή τόσο στην Ελβετία, όσο και στην Ιαπωνία, «επαναπατρίσθηκαν» τα επενδυμένα κεφάλαια στο εξωτερικό, αυξάνοντας προφανώς τις ισοτιμίες των νομισμάτων.

Το 2010 όμως, όπου ξέσπασε η ευρωπαϊκή κρίση χρέους με αφετηρία την Ελλάδα (Μάιος), το ελβετικό φράγκο επηρεάστηκε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, συγκριτικά με το γεν - επειδή οι Ελβετοί είχαν επενδύσει πολύ μεγαλύτερα κεφάλαια στην Ευρώπη, σε σχέση με τους Ιάπωνες.

Ως εκ τούτου, ο επαναπατρισμός των ελβετικών κεφαλαίων ήταν σημαντικά μεγαλύτερος από αυτόν των ιαπωνικών, οπότε το φράγκο ανατιμήθηκε περισσότερο - ενώ, όταν η Ιαπωνία ξεκίνησε τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης, το γεν άρχισε να υποτιμάται με συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό.

Επί πλέον, η κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας κατάφερε αφενός μεν να περιορίσει τους επενδυτές στο γεν, αφετέρου να μετατρέψουν τις βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις τους με δανειακά γεν σε άλλα συναλλάγματα, σε μακροπρόθεσμες - με αποτέλεσμα να μειωθεί ακόμη περισσότερο η ισοτιμία του νομίσματος.

Ολοκληρώνοντας, ανάλογα προσπαθεί να αντιδράσει σήμερα και η κεντρική τράπεζα της Ελβετίας, διαπιστώνοντας πως μειώθηκαν σημαντικά οι εξαγωγές της χώρας - εν πρώτοις με την υιοθέτηση των αρνητικών επιτοκίων. Οι ενέργειες της όμως αυτές θα έχουν τότε μόνο επιτυχία, όταν επικρατήσουν στην Ελβετία ανάλογες συνθήκες με την Ιαπωνία - κάτι που προφανώς δεν μπορεί να προβλέψει κανένας, εκτός του ότι απαιτείται αρκετός χρόνος.

Analyst Team

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση