iphone app
android app
iphone app android app
Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017
ΤΣΙΠΡΑΣ

Η λαϊκή ετυμηγορία και οι προσδοκίες της


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Η λαϊκή ετυμηγορία της 20ής Σεπτεμβρίου καταξιώνει οριστικά τον Αλέξη Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ στο επίκεντρο των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων στην Ελλάδα για τις επόμενες τετραετίες.

Του Κώστα Βερβόπουλου *

Αυτό, ακόμη και αν εκ των υστερών μπορεί να εξηγείται δεν ήταν εκ πρότερων δεδομένο ούτε αυτονόητο. Υπάρχει το «παράδοξο», αλλά πάντως κατανοητό ότι τα Μνημόνια «καταβροχθίζουν» τις κυβερνήσεις που τα υπογράφουν. Κάθε κυβέρνηση που υπογράφει Μνημόνιο, στη συνέχεια καταποντίζεται. Με τις υπογραφές και δεσμεύσεις τους, τόσο το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου όσο και η ΝΔ του Σαμαρά ανέλαβαν το έργο της αυτοκαταστροφής τους.

Το δικομματικό σύστημα στη χώρα μας δεν καταστράφηκε τόσο από την διαιώνιση των ελληνικών παθογενειών, όπως αβασάνιστα του προσάπτεται, όσο κυρίως από την απίστευτη προθυμία του να εκτελεί αδιαμαρτύρητα και αδιαπραγμάτευτα τις πιο ακραίες και πιο ανεδαφικές επιθυμίες των δανειστών με άμεση και αυτονόητη συνέπεια την εξόντωση του κοινωνικού ιστού της χώρας και προς αποκλειστικό όφελος των ανθρώπων του μεγάλου χρήματος. Τα Μνημόνια όχι μόνον δεν κατάργησαν τις ελληνικές παθογένειες, αλλά αντίθετα τις ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο.

Για πρώτη φορά, η πρόσφατη λαϊκή ετυμηγορία δεν καταποντίζει την κυβέρνηση που φέρει το τρίτο Μνημόνιο, αλλά αντίθετα και παρά πάσα διαφορετική πρόβλεψη την ανανεώνει και μάλιστα την στηρίζει ακόμη περισσότερο στην εφαρμογή ενός επίμαχου και σαφώς αντιδημοφιλούς προγράμματος. Οπωσδήποτε, δεν επαρκεί η «ερμηνεία» από την γερμανική εφημερίδα Handelsblat, η οποία σπεύδει να θριαμβολογήσει ότι δήθεν οι Έλληνες αντιλήφθηκαν επί τέλους πως κάθε αντίσταση στα Μνημόνια είναι μάταιη και πως η υποταγή σε αυτά αποτελεί αναγκαστικό μονόδρομο. Ακόμη λιγότερο ευσταθεί η «ερμηνεία» ότι οι Έλληνες υπέστησαν ιδεολογική μετάλλαξη και φυσικά ακόμη λιγότερο ότι πρόκειται για ψήφο «πολιτικοί μαζοχισμού». Ούτε βέβαια μπορεί να γίνει σοβαρά δεκτή η άποψη που αποδίδει το εκλογικό αποτέλεσμα στην σε κάθε περίπτωση προεξοφλούμενη «παντοδυναμία» του συστήματος.

Η σαρωτική νίκη του Τσίπρα, αντί να αποδίδεται στην απελπισία του εκλογικού σώματος και στην ολοσχερή παράδοση του στο Μνημόνιο, θα μπορούσε αντίθετα να απορρέει από την προσδοκία όχι της απόρριψης, αφού αυτή έχει πλέον εκ των πραγμάτων αποκλεισθεί, αλλά της παράκαμψης και υπέρβασής του. Φυσικά, παραμένει το εξαιρετικά υψηλό ποσοστό της αποχής, δηλαδή των εκλογέων που κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι όποιο κόμμα και αν ψηφίσουν, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Και αφού το ποσοστό τους ανήλθε στο 44%, έπεται ότι η αποχή είναι ο πρώτος και αναμφισβήτητος νικητής των πρόσφατων εκλογών.

Επισημάνθηκε επίσης η βαθιά μελαγχολία και ανορεξία των εκλογέων που προσήλθαν στις κάλπες, ακόμη και αυτών που εμπιστεύθηκαν τελικά και παρά τις σοβαρές επιφυλάξεις τους τον ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, παρά την βέβαιη κοινωνική και πολιτική απόγνωση, το εκλογικό αποτέλεσμα παραμένει προϊόν δημοκρατικής διαδικασίας και αυτό από ουδένα αμφισβητείται. Όμως, η απόγνωση από μόνη της δεν αρκεί για να εξηγήσει καμιά θετική ψήφο. Αυτός που χάνει κάθε σημείο αναφοράς και αποβαίνει έρμαιο προσφέρεται σε απονενοημένα διαβήματα, αλλά όχι σε θετική ψήφο, όπως αυτή που εδόθηκε στην περίπτωση μας. Φαίνεται ότι παρ' όλες τις δικαιολογημένες επιφυλάξεις, την δυσπιστία και ανορεξία του εκλογικού σώματος, ο ΣΥΡΙΖΑ προσφέρει ακόμη κάτι που μόνον αυτός είναι σε θέση να επαγγέλλεται.

Ο Τσίπρας είναι ο μόνος πρωθυπουργός που παραδέχθηκε ότι το Μνημόνιο που υπέγραψε είναι «κακό και υφεσιακό», ενώ οι προκάτοχοι του υπεράσπιζαν την πρωτοφανή θέση ότι «τα Μνημόνια, ακόμη και αν δεν υπήρχαν, έπρεπε η Ελλάδα να τα έχει εφεύρει και εφαρμόσει από μόνη της, καθόσον αυτά φέρουν εξυγιαντικές και θεραπευτικές αρετές». Ο Παπανδρέου ισχυριζόταν ότι με το Μνημόνιο έθετε τις βάσεις για την μετάβαση της χώρας στον σοσιαλισμό. Ο Σαμαράς ότι με αυτό έθετε τις βάσεις για τη νέα Ελλάδα.

Μόνον ο Τσίπρας παραδέχθηκε ότι η συμφωνία είναι προϊόν εκβιασμού από τους δανειστές, αλλά και εξ αρχής κατήγγειλε τις υφεσιακές και οπωσδήποτε αρνητικές συνέπειές της. Πέραν όμως τούτου, ο ίδιος είναι επίσης ο μόνος που εξήγγειλε την άμεση ανάγκη επεξεργασίας αναπτυξιακού σχεδίου που να αντισταθμίζει τις υφεσιακές συνέπειες του τρίτου Μνημονίου και να το υπερβαίνει. Ο μόνος που αντιλήφθηκε ότι το Μνημόνιο, ακόμη και αν θεωρηθεί απαράκαμπτο, δεν είναι δυνατόν να αποτελεί μηχανισμό εξυγίανσης ούτε ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, αλλά απαιτείται προς τούτο ευρύτερο σχέδιο βασισμένο σε μεγάλα έργα που αξιοποιούν την γεωπολιτική θέση της χώρας όχι ως απλού και αναγκαστικού «επαρχιακού σταθμού», αλλά ως κεντρικού και δυναμικού κόμβου στις διεθνείς επικοινωνίες, συγκοινωνίες και ενεργειακά προγράμματα. Μέσα σε ένα τόσο ευρύ αναπτυξιακό πακέτο, το Μνημόνιο δεν μπορεί να αποτελεί το άπαν της ελληνικής οικονομικής πολιτικής, αλλά απλά και μόνον ένα μικρο μέρος του.

Θα ήταν κοινοτοπία να υπενθυμισθούν οι σοβαροί λόγοι που ωθούν τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ προς την ανορεξία, την αποστασιοποίηση, ακόμη και την αποχή. Στο προηγηθέν επτάμηνο, παρ' όλο που η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ επαγγελλόταν ότι θα αλλάξει τα πάντα, ο απολογισμός του κυβερνητικού έργου παρέμεινε εξαιρετικά φτωχός, απελπιστικός, ακόμη και αρνητικός, όπως π.χ. στην εκπαίδευση και στο μεταναστευτικό, ενώ παράλληλα το μοναδικό επίτευγμα ήταν το διαπραγματευτικό φιάσκο στις Βρυξέλλες που κατέληξε στη λευκή σημαία της 12ης Ιουλίου. Τα πράγματα πήγαν τόσο αρνητικά με τις ανησυχίες της κοινής γνώμης να αποβαίνουν εφιαλτικές, με καταλυτική απουσία εναλλακτικού οικονομικού προγράμματος, με δραματικό έλλειμμα όχι μόνον σχεδίου Β, αλλά και απλής υποψίας σχεδίου Α, με κλειστές τράπεζες και δημοψήφισμα του οποίου το αποτέλεσμα προσφερόταν στις πιο ποικίλες, ακόμη και ακραίες ερμηνείες, ώστε τελικά και η λευκή σημαία να γίνει δεκτή με ανακούφιση από τον ελληνικό λαό.

Είναι βέβαιο ότι η διαφορά ανάμεσα στο αρχικό 3% του ΣΥΡΙΖΑ και στο 36% του εκλογικού αποτελέσματος δεν είναι μόνον ποσοτική, αλλά παραμένει κυρίως ποιοτική. Δεν έγινε ξαφνικά αριστερή η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, πολλώ μάλλον που η ψήφος προς τον ΣΥΡΙΖΑ προήλθε από όλους τους πολιτικούς χώρους, ακόμη και από την Δεξιά, χωρίς αυτοί οι ψηφοφόροι να έχουν προσχωρήσει στα οράματα της Αριστεράς. Ο συνεκτικός ιστός μεταξύ των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι κάποια ιδιαίτερη ιδεολογία, ακόμη λιγότερο η αριστερή, αλλά απλούστατα η συναίσθηση της ανάγκης και της δυνατότητος να βγει η χώρα από την παγίδα της ύφεσης και της ανεργίας. Ο Τσίπρας έδειξε έναν δρόμο προς την κατεύθυνση της απεμπλοκής.

Πέραν τούτου, είναι ο μόνος Έλληνας ηγέτης που ευθυγραμμίζεται με τις νέες αντιλήψεις που κερδίζουν σήμερα έδαφος στην Ευρώπη. Αυτές που ξεκίνησαν με την αποφασιστική άρνηση της Γαλλίας να μειώσει το έλλειμμά της εντός περιορισμένου χρονικού διαστήματος, αφού κάτι τέτοιο θα είχε δραματική επίπτωση στο ύψος της ανεργίας της. Σύμφωνα με τη νέα αντίληψη, η οποία επικουρείται και από τον Ιταλό πρωθυπουργό Ματέο Ρέντσι, αλλά ακόμη και από την διεύθυνση μελετών του ΔΝΤ είτε υπό τον Ολιβιέ Μπλανσάρ είτε υπό τον Μορίς Όμπστφελντ, η συγκράτηση των δημοσίων ελλειμμάτων πρέπει να επιχειρείται συγκρατημένα και σταδιακά και πάντως να συνοδεύεται από αναπτυξιακά μέτρα, ώστε τα δεύτερα να αντισταθμίζουν τις υφεσιακές συνέπειες των πρώτων με συνέπεια η προσαρμογή και σταθεροποίηση της οικονομίας να διασφαλίζεται σε συνθήκες ασφάλειας και όχι σε συνθήκες τυχοδιωκτικής καταστροφής, όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα με τις νεοφιλελεύθερες συνταγές.

Όπως και να γίνει, υπάρχει βαθιά αντιστοιχία ανάμεσα στην προσέγγιση του Τσίπρα και σε αυτές που είναι σήμερα ανερχόμενες στην Ευρώπη, ενώ παράλληλα από την πλευρά των αντιπάλων του παραμένει αιωρούμενο το απειλητικό γερμανικό ηθικό δόγμα ότι «οι αμαρτωλοί πρέπει να τιμωρούνται και μάλιστα ακόμη περισσότερο προς παραδειγματισμό των υπολοίπων». Με αυτό το δόγμα, κατά την τελευταία εξαετία εφαρμόζεται σκληρή λιτότητα όχι μόνον επί αδίκων, αλλά και επί δικαίων και όταν το σύνολο της οικονομίας καταβυθίζεται, η ανεργία εκτινάσσεται και οι νέοι εξαπολύονται στις πέντε ηπείρους.

Ίσως η ψήφος της 20ής Σεπτεμβρίου να μην είναι τόσο «ανεξήγητη», όπως παρουσιάζεται από τον ευρωπαϊκό τύπο, και να μπορεί να κατανοηθεί όχι ως προϊόν απλής κοινωνικής απόγνωσης, αλλά ως στοιχείο κοινωνικής προσδοκίας δια μέσου των ατραπών ή και των λεωφόρων που μπορούν να εντοπισθούν παρά το σημερινό εντυπωσιακό έλλειμμα ορατότητος. Εάν ο Τσίπρας ψηφίσθηκε παρά την αποδοχή του Μνημονίου, αυτό το οφείλει στο ότι επαγγέλλεται νέο σχέδιο που θα αντισταθμίζει τις υφεσιακές επιπτώσεις.

Όμως, αυτό σημαίνει επίσης και ότι η νέα κυβέρνηση θα κριθεί από την ικανότητα της να επεξεργασθεί και να υλοποιήσει αυτό το σχέδιο. Μπορεί κάποιος να απορρίπτει κάθε ενδεχόμενο παρόμοιας προσδοκίας, πολλώ μάλλον που ένα ευρύτερο αναπτυξιακό σχέδιο ως υπέρβαση του Μνημονίου θα έπρεπε ήδη να έχει κατατεθεί στον δημόσιο διάλογο και όχι να αποτελεί υποθετικό αντικείμενο απλής προσδοκίας. Όμως, σε αυτή την περίπτωση, η αντίρρηση θα πρέπει να αποδείξει την προεξοφλούμενη «μετάλλαξη» του ελληνικού λαού, έργο ιδιαίτερα δυσχερές. Ο ΣΥΡΙΖΑ κρίνεται από την ικανότητα του να δώσει συνέχεια στην προσδοκία που ο ίδιος πυροδοτεί μέσα από τα σημερινά οικονομικά και κοινωνικά χαλάσματα. Στην ουσία, από την ικανότητα του να καταθέσει ρεαλιστικό σχέδιο που να υπερβαίνει τις αρνητικές συνέπειες του Μνημονίου και επίσης από την ικανότητα του να ανοίξει το κράτος, την διοίκηση και την εξουσία στην κοινωνία και στον λαό, που για δεύτερη φορά του κάνει την τιμή να τον εμπιστεύεται.

* Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Paris VIII

Πηγή: mignatiou.com

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση