iphone app
android app
iphone app android app
Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017
Γιάννης Κεφαλογιάννης

Η πλάνη του "παλαιού" και του "νέου"


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Η επινόηση της διαμάχης ανάμεσα στο «νέο» και το «παλιό» πολιτικό σύστημα δεν είναι καινοφανής στην πολιτική, ούτε αποτελεί ελληνική εφεύρεση. Χρησιμοποιήθηκε κατ' επανάληψη και διαχρονικά από πολιτικές δυνάμεις οι οποίες, εκμεταλλευόμενες την απόγνωση μιας κατά κανόνα ταλαιπωρημένης κοινωνίας στην οποία απευθύνονταν, επιχειρούσαν τη διάρρηξη των εκλογικών και ιδεολογικών δεσμών ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες, πολίτες και φορείς με τα κυρίαρχα κόμματα σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Δεσμοί, όχι πάντοτε, ούτε κατά ανάγκη, υγιείς από τη σκοπιά της επιδίωξης του συλλογικού συμφέροντος.

Του Γιάννη Κεφαλογιάννη*

Η ευρωπαϊκή ιστορία του 20ού αιώνα βρίθει από ανάλογα παραδείγματα, με πιο χαρακτηριστικό ίσως εκείνο της γειτονικής μας Ιταλίας. Η άνοδος του Μουσολίνι στο πολιτικό προσκήνιο μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ήταν αποτέλεσμα μιας υψηλών τόνων ρητορικής περί «νέου» και μιας σειράς από καθημερινές πολιτικές και κοινωνικές πρακτικές που αποδοκίμαζαν σε όλα τα επίπεδα την ανικανότητα των «παλιών» πολιτικών δυνάμεων να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών και να ελαχιστοποιήσουν τις ζημιές της Ιταλίας από την εμπλοκή της στο Μεγάλο Πόλεμο: προσάρτηση νέων εδαφών, ομαλή κοινωνική και εργασιακή επανένταξη των παλαιμάχων, οικονομική ανασυγκρότηση. Πιο κοντά σε εμάς, η περίπτωση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι και του Μπέπε Γκρίλο είναι ίσως οι πιο εμβληματικές.

Στο βαθμό που η πολιτική είναι πρωτίστως αντιπαράθεση πολιτικών προγραμμάτων, τα πρόσωπα πρέπει ή θα έπρεπε να έχουν δευτερεύουσα σημασία. Αυτό που ενδιαφέρει τον πολίτη σε ένα πολιτικό πρόσωπο είναι ο βαθμός κυβερνητικής-διοικητικής κουλτούρας που ενσωματώνει προκειμένου να υλοποιήσει τις πολιτικές του θέσεις. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, το 1974, δεν ήταν ακριβώς «νέος» πολιτικός, μπόρεσε όμως συγχρωτίσει το βηματισμό του με τα πολιτικά ζητούμενα της εποχής του και να ανταποκριθεί σε αυτά.

Υπάρχουν ορισμένα πάγια χαρακτηριστικά στην τακτική που ακολουθούν οι θιασώτες του «νέου», προκειμένου να επιτύχουν τη διάρρηξη αυτού του βασικού κανόνα της δημοκρατίας που συνδέει έναν πολίτη-ψηφοφόρο με την πολιτική δύναμη που επιλέγει. Η αποξένωση του ψηφοφόρου από την προηγούμενη πολιτική του προτίμηση δε συντελείται στο επίπεδο των ιδεών, η οποία θα ήταν και καθ' όλα θεμιτή (π.χ. να πείσεις ότι ένα «δεξιό» επιχείρημα είναι χειρότερο από ένα «αριστερό»), αλλά στοχεύει στην ηθική και αισθητική κατάπτωση του αντιπάλου μέσα από τη διαχείριση νέων συμβολισμών στο πεδίο της πολιτικής ρητορικής.

Στη δημόσια επικοινωνία τους οι εκπρόσωποι του «νέου» δείχνουν μια ιδιαίτερη προτίμηση σε ορισμένα επικοινωνιακά leitmotiv, που κατά κανόνα χειρίζονται με εξαιρετική ευκολία. Ένα από αυτά είναι η χρήση εννοιών, slogan, ή λέξεων- «κλειδιά», κατά βάση απλοϊκών,  οι οποίες επαναλαμβάνονται συνεχώς, σχεδόν εμμονικά, ώστε να γίνονται κατανοητές από το ευρύ κοινό. Η επαναλαμβανόμενη χρήση μιας αρνητικώς φορτισμένης έννοιας για ένα πολιτικό υποκείμενο («ξεμπερδεύουμε με το παλιό», «παλιά υλικά, παλαιό κατεστημένο»), εκτός από το ότι βοηθά στη μακροπρόθεσμη απομνημόνευσή της, έχει ένα βαθύτερο στόχο, που είναι να χαρακτηρίσει και να ταυτίσει το υποκείμενο με την έννοια κατά τρόπο αυταπόδεικτο.

Τα παραδείγματα είναι πολλά και δυστυχώς δεν αφορούν μόνο το ΣΥΡΙΖΑ. Το Ποτάμι και ο αρχηγός του αξιοποιεί συχνά αυτήν τη τακτική. Όταν μιλάει λ.χ. για «υπουργούς που πρέπει να έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον πέντε χρόνια ένσημα», ο στόχος δεν είναι να αποδείξει ότι ο ίδιος τα έχει συμπληρώσει, αλλά να αντιδιαστείλει και να απονομιμοποιήσει ηθικά, ανεξαρτήτως ιδεών και θέσεων, τους πολιτικούς τους αντιπάλους, χαρακτηρίζοντάς τους ως περίπου άεργους. Οποιαδήποτε ομοιότητα με τα σλόγκαν του Μπερλουσκόνι για το «μόνο πολιτικό και πρωθυπουργό (Presidente operaio) που έχει δουλέψει στη ζωή του» είναι συμπτωματική.

Εξίσου συχνή είναι η χρήση μιας παραλλαγής της προηγούμενης επικοινωνιακής τακτικής, γνωστής και ως «σπασμένος δίσκος». Τη συναντούμε συνήθως σε «σφιχτά» πλαίσια διαλόγου, όπως ένα talk show ή ένα debate (κοντή γιορτή). Πρόκειται για την απόδοση μιας φράσης ή ενός χαρακτηρισμού στον αντίπαλο («μιλάτε εσείς που...», «νεοφιλελεύθεροι», «μνημονιακοί», «στα τέσσερα εσείς», κ.λπ.), που δεν αφήνει κανένα περιθώριο αντίδρασης για την ανάπτυξη αντίθετων επιχειρημάτων. Η ζημιά από την αποφυγή της συζήτησης με την κατά πρόσωπο επίθεση στον πολιτικό αντίπαλο μετριέται την επόμενη μέρα όταν αυτό που έχει αποτυπωθεί στον πολίτη-τηλεθεατή είναι η ατάκα, παρά η απεγνωσμένη προσπάθεια του αντιπάλου να την αντικρούσει ορθολογικά.

Την παλέτα των «νέων» επικοινωνιακών τακτικών ολοκληρώνει πάντα μια σειρά από μεταμοντέρνες πολιτικές πρακτικές: διοργάνωση δημοψηφισμάτων, «αντισυμβατικό» ντύσιμο, διοργάνωση εκδηλώσεων όπως η V-Day, κινήματα όπως το «Δεν πληρώνω», η ελεύθερη είσοδος αντιεξουσιαστών για διαμαρτυρία στη Βουλή, οτιδήποτε, τέλος πάντων, είναι σε θέση να διαφοροποιήσει σημειολογικά το «νέο» από το «παλιό» σε κάθε έκφανσή του.

Αυτές οι πολιτικές εκδηλώσεις που αρκετοί στη χώρα μας αρέσκονται να παρουσιάζουν ως μορφές αντίστασης σε έναν κακό νοούμενο κομφορμισμό δεν είναι τίποτε περισσότερο - καταπώς θα έλεγε και ο μεγάλος κοινωνιολόγος Νόρμπερτ Ελίας - από απλά δείγματα απουσίας ομοιογενών πολιτισμικών συμπεριφορών που διαμόρφωσαν τις νεωτερικές κοινωνίες και ένδειξη αδυναμίας των ντόπιων πολιτικών ελίτ (εδώ είναι η ευθύνη του «παλιού) να διαπαιδαγωγήσουν τους πολίτες σε ένα κοινό κώδικα πολιτικής επικοινωνίας. Κώδικα που οι ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις κατάφεραν να επιβάλουν στον εαυτό τους προκειμένου να διευκολύνουν την ανάδειξη των πολιτικών προγραμμάτων και θέσεων. Εκεί που πραγματικά θα έπρεπε να κριθεί ποιος εκφράζει το νέο σε σχέση με καθετί παρωχημένο και αθεράπευτα αναχρονιστικό.

*Ο κ. Κεφαλογιάννης είναι δικηγόρος, υποψήφιος βουλευτής Ρεθύμνου με τη Νέα Δημοκρατία.

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση