iphone app
android app
iphone app android app
Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017
Καρατζάνης,

Το μυστήριο του τηλεφώνου


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Σήμερα, με το θρησκευτικό συναίσθημα ακόμα σε έξαρση, λόγω της μεγάλης γιορτής της Παναγίας, το "Καλοκαιρινό Πάσχα", όπως το λένε σε ορισμένα νησιά, δε θεωρούμε συμβατή την αναφορά μας σε πολιτικά γεγονότα ή αναλύσεις, όσο κι αν ο πολιτικός χρόνος τα τελευταία 24ωρα ήταν εξαιρετικά πυκνός και είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Θα μιλήσουμε για ένα γεγονός, μια ιστορία, από τις ημέρες του Στρατού που μπορεί να έχουν απομακρυνθεί αρκετά στο βάθος της μνήμης, εξακολουθούν όμως να διατηρούν τη φρεσκάδα και τη ζωηρότητά τους σαν να συνέβησαν χθες.

Του Δημήτρη Καρατζάνη

Ανήμερα της Παναγιάς, λοιπόν, βρέθηκα σε μια βάφτιση εγγονού πρώην συναδέλφου, όπου μεταξύ άλλων συνάντησα έναν αγαπητό φίλο, πρώην ανώτατο αξιωματικό, που στο παρελθόν είχαμε πολλές φορές υπηρετήσει στην ίδια ή σε γειτονικές μονάδες.

«Ξέρεις ποιον είδα τις προάλλες σ' ένα ταξί στην Αθήνα;», με ρώτησε. «Κανένα συνάδελφο ασφαλώς, αρκετά... γερασμένο, τον πρόλαβα». Γέλασε. «Όχι», είπε, ενώ συνέχιζε να γελά. «Τον Θανάση τον Βούτο», συμπλήρωσε, μεταδίδοντας το γέλιο του αυτόματα και σε μένα, μόλις άκουσα το όνομα, καθώς το μυαλό μου γύρισε 40 τουλάχιστον χρόνια πίσω, στον Πεντάλοφο του Έβρου. Στο γεροδεμένο κοντόσωμο Κεφαλλονίτη, διαβιβαστή του λόχου, που 'βγαζε σπίθες κι από τον... πισινό.

Τον Βούτο, που παρά την ασήμαντη εξωτερική του εμφάνιση, χάρη στη γλώσσα του, αληθινό ψαλίδι, και την ευκολία που σέρβιρε τα ψέματα στις κοπελιές της περιοχής, είχε αναδειχθεί - και με διαφορά μάλιστα - στο πρώτο "καμάκι" του Έβρου.

Ο Λόχος λοιπόν του φίλου μου, που είχε έδρα τον Πεντάλοφο, είχε κι ένα φυλάκιο λίγο έξω από τη Μηλιά, το άλλο χωριουδάκι, στο σημείο που ο Άρδας, ο παραπόταμος του Έβρου, μπαίνει στο ελληνικό έδαφος.

Με το φυλάκιο αυτό, κατά περίεργο τρόπο, είχαμε πρόβλημα επικοινωνίας γιατί κάθε τόσο κοβόταν η γραμμή. Κι επειδή κείνες τις μέρες βρισκόμασταν με το δάχτυλο - κυριολεκτικά - στη σκανδάλη με τους "απέναντι", τρέχαμε αμέσως - ο διαβιβαστής ο Βούτος δηλαδή - να φτιάξουμε τη γραμμή και να αποκαταστήσουμε το ταχύτερο την επικοινωνία .Ο λοχαγός του μάλιστα - ο φίλος μου - είχε να το κάνει για την προθυμία και το φιλότιμό του να τα παρατά όλα "σύξυλα" και να τρέχει, μέρα-βράδυ, να φτιάχνει τη ζημιά.

Επειδή όμως η κατάσταση με τις βλάβες στη γραμμή παράγινε, ο λοχαγός κάποια στιγμή άρχισε να υποψιάζεται μήπως ήταν κανένας μουσουλμάνος που έκοβε επίτηδες τη γραμμή. Αφού είδε κι απόειδε, λοιπόν, κάλεσε μια μέρα τον Μαρίνο, τον αγροφύλακα της περιοχής, ένα σαραντάρη ψηλό και ξερακιανό σαν στέκα, που αλώνιζε τον Έβρο κι ήξερε όλη την περιοχή από το Ορμένιο μέχρι τους Κήπους σαν την παλάμη του χεριού του.

«Ρε συ Μαρίνο, το και το», είπε ο λοχαγός και δε σου κρύβω ότι έχω αρχίσει να ανησυχώ... Άσ' το σε μένα», είπε, αφού τον άκουσε προσεκτικά ο Μαρίνος. «Όποιος κερατάς και να 'ναι, θα σου τον βρω και θα τονε συγυρίσω όπως του πρέπει». Πράγματι δε θα 'χε περάσει μια βδομάδα, και να σου ο Μαρίνος ξανά στο λόχο.

«Βρήκες τίποτα;», τον ρώτησε ο λοχαγός, μη κρύβοντας την ανυπομονησία του. «Κάτι βρήκα», είπε κείνος με μυστήριο ύφος. «Την επόμενη φορά όμως, που θα κοπεί η γραμμή, καθυστέρησε λίγο τον Βούτο πριν την επισκευάσει κι έλα να με βρεις στη Μηλιά».

Ελάχιστες μέρες αργότερα, ανήμερα της Παναγίας, ο Βούτος πληροφόρησε το λοχαγό πως υπήρχε πάλι πρόβλημα στη γραμμή. «Να πας να τη φτιάξεις», του είπε ο λοχαγός, αλλά μετά τις 3 η ώρα ,γιατί πριν περιμένω ένα σοβαρό σήμα». Εκείνος πήρε αμέσως το τζιπ και οδηγώντας ο ίδιος τράβηξε κατά τη Μηλιά όπου τον περίμενε ο αγροφύλακας.

«Λοιπόν;», ρώτησε όλος περιέργεια, μόλις τον είδε. «Περίμενε και θα δεις σε λίγο μόνος σου», είπε εκείνος ήρεμα. Κρύψανε το τζιπ και κάτσανε κουκουβιστά, δίπλα-δίπλα, μέσα στα καλαμπόκια.

Δε θα 'χε περάσει το μισάωρο, όταν ακούστηκε από μακριά το αγκομαχητό μιας μηχανής, και σε λίγο φάνηκε ο Βούτος πάνω σ' ένα μηχανάκι της κακής ώρας. Πέρασε λίγα μέτρα μακριά και προχώρησε προς το χωριό. Πριν όμως φτάσει στα πρώτα σπίτια, έστριψε δεξιά και μπήκε στα χωράφια.

«Ακλούθα με», είπε ο Μαρίνος, μπαίνοντας μπροστά. Ο άλλος τον ακολούθησε σιγοβλαστημώντας μέσα από τα δόντια του. Δε θα είχαν προχωρήσει 100 μέτρα κι έπιασαν κάτι παράξενους θορύβους. Σιγανά γέλια, ψιθυριστές φωνές και κάποια πνιχτά βογγητά. Προχώρησαν λίγο ακόμα και βρέθηκαν μπρος σ' ένα μικρό ξέφωτο μέσ' στα καλαμπόκια, όπου ο Βούτος και Αννέτα, μια χοντροκόκκαλη, νταβραντισμένη ζωντοχήρα, κυλιόταν άγρια πάνω στο στρωμένο ατομικό αδιάβροχο του Βούτου, που 'χε εξαφανιστεί μέσα στον καλοθρεμμένο κόρφο της ζωηρής ζωντοχήρας.

«Να οι... δράστες», είπε ο Μαρίνος. «Μόλις τελειώσουν το... πάλεμα, θα τον πάρει από το χέρι και θα πάει να του δείξει που έχει κόψει η ίδια το καλώδιο. Εκείνος θα το ξανασυνδέσει και θα σου 'ρθει ικανοποιημένος και καμαρωτός, πως για άλλη μια φορά έκανε το... καθήκον του.

«Γι' αυτό ο πεζεβέγκης μού 'ρχεται κάθε φορά... ξεθεωμένος;», βρυχήθηκε εξαγριωμένος ο λοχαγός.

Περιττό βέβαια να πούμε ότι η γραμμή δεν ξανακόπηκε. Είχε, βλέπεις, κόψει ο αγανακτισμένος λοχαγός τον κ...ο του ζωηρού Κεφαλλονίτη...

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση