iphone app
android app
iphone app android app
Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017
Κληματαριά στο χωριό

Καλοκαίρι στην Κρήτη του χθες…


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

«Στο όνομα σου, Θε μου», έλεγε κι έκοβε πάντα πρώτος το πρώτο τσαμπί από σταφύλια. Ξερακιανός, ψηλός, με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη, έκανε την αρχή κι ύστερα παιδιά, εγγόνια, συγγενείς και φίλοι πέφτανε με τα μούτρα στον τρύγο. Με τα ίδια πάντα λόγια που στα δικά μου τα αφτιά έμοιαζε και τότε ως παιδί και τώρα ως μεγάλη σαν την πιο σύντομη προσευχή με μια τεράστια ευγνωμοσύνη στις λιγοστές της λέξεις.

Της Στέλλας Τερζάκη

Τα καλοκαίρια μού τον φέρνουν πάντα πιο πολύ στο νου κι όσο περνούν τα χρόνια κάθε του σκέψη μου φέρνει όλο και περισσότερο γεύσεις, εικόνες, συναισθήματα και προβληματισμούς. Ήταν αυτό που λέμε ο παλιός Κρητικός νοικοκύρης, που με λίγα έφτιαχνε πολλά. Που προσκυνούσε τη γη σαν αγία. Της έδινε μέχρι το τέλος τον κόπο του κι εκείνη ανταπέδιδε.

Όσες φορές κι αν ακούσω αναλύσεις επί αναλύσεων για όσα δεν παράγουμε ως χώρα και πόσα εισάγουμε για να επιβιώσουμε, θυμάμαι εκείνον. Την αρχόντισσα που είχε στο πλευρό του και τη σκοτεινή αποθήκη τους με τα μεγάλα πήλινα πιθάρια και τα καλούδια τακτοποιημένα με τάξη. Για να ζήσουν εκείνοι, να προσφέρουν στα παιδιά τους, να φιλέψουν φίλους και περαστικούς. Ένα ολόκληρο καταφύγιο, ένας πραγματικός οδηγός επιβίωσης. Το λάδι, το κρασί, τα όσπρια, οι ξηροί καρποί, οι ελιές, το πετιμέζι, το στάρι. Ένας θησαυρός όχι κρυμμένος, αλλά πάντα εκεί για να τον μοιραστούν.

Ο δικός μου ο παππούς, με τις δικές του αδυναμίες, δεν έφυγε χωρίς παρασπονδίες από το δρόμο της παράδοσης. Τις πρόλαβε και τις πιο καταναλωτικές εποχές και μυήθηκε στις τάσεις τους, πάντα με τα δικά του μέτρα και σταθμά και χωρίς ποτέ να απαρνηθεί τη γη που τον έθρεψε και τον βοήθησε να θρέψει τα τέσσερα παιδιά του. Το φραπέ τον λάτρεψε, μα τον αντιμετώπιζε ως στιγμιαία απόλαυση και τον κατέβαζε μονοκοπανιάς και με μια γουλιά και όχι με την αργή ιεροτελεστία του καλοβρασμένου στο γκαζάκι ελληνικού καφέ.

Κι αν γνώριζε το φρέντο, είμαι βέβαιη πως την ίδια αξία θα του έδινε. Το καλωσόρισμά του, εκείνα τα όμορφα πάντα δροσερά καλοκαίρια στο χωριό, είχε παγωτό φιστίκι και ζελίτες, αλλά κυρίως είχε υφαντές ποδιές ζωσμένες γερά στη μέση του για να αντέξουν το βάρος από τα όσα κουβαλούσε. Φρέσκα σύκα και τραγανά απίδια. Ολοκόκκινα κεράσια και λαχανικά που μύριζαν πριν καλά-καλά τα κόψεις, που σου επέβαλλαν τη γεύση τους πριν καν τα βάλεις στο στόμα.

Οι εποχές άλλαζαν και μαζί τα εφόδια στην ποδιά και στην αποθήκη, που δε στέρεψε ποτέ. Αν ποτέ επέστρεφα για να ζήσω σε χωριό, θα με στοίχειωνε η δική τους η αρχοντιά, η επάρκεια, η πληρότητα. Κι όσο παραμένω στο απυρόβλητο, στο οχυρό μιας πόλης, περιορίζομαι στο να αναπολώ και να αναρωτιέμαι πώς αυτό το μεγαλείο χάθηκε και πώς μπορεί, αν μπορεί, να κερδηθεί και πάλι.

Κρατούσαν την επιβίωσή τους στα χέρια τους. Με κόπο και αγάπη δούλευαν τη γη κι εκείνη δεν τους πρόδωσε ποτέ. Κι όταν τα εγγόνια από τη "χώρα" γέμιζαν την ολάνθιστη αυλή, οι θησαυροί άνοιγαν για να τους γευτούν επιτόπου και να τους πάρουν και φεύγοντας.

Για το χατίρι τους, τα "αγοραστά" δε λείπανε. Κακάο για το πρωινό, φιστίκια με χοντρό τσόφλι και εξίσου χοντρό αλάτι για τη βεγγέρα και λουκουμάκια με γεύση τριαντάφυλλο για τη γλύκα των παιδικών μας χρόνων που δεν έσβησε ποτέ.

Άλλαξαν οι εποχές, οι σπόροι, τα εδάφη, ο καιρός... και τόσα άλλα λέγονται και γράφονται για να εξηγήσουν τον αφανισμό αυτής της καθαρόαιμης αγροτικής ζωής που λίγες δεκαετίες πίσω κυριαρχούσε στα χωριά της Κρήτης. Μπορεί... Μα αν ποτέ γυρίσω στα μέρη τους, στη μνήμη τους και μόνο, θα πω: «Στο όνομα σου, Θε μου», και θα το παλέψω.

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση