iphone app
android app
iphone app android app
Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΝΗΣ

Δ. Καρατζάνης: "Το ψάρεμα"


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Έχομε υποστεί τις τελευταίες μέρες ένα τέτοιο βομβαρδισμό από πολιτικά γεγονότα, που νιώθουμε εμείς τουλάχιστον οι «αρθρογραφούντες» (χάμαι θωρώ και λέω το) μια... βαρυστομαχιά, μια απέχθεια, όχι μόνο για πολιτική ανάλυση, αλλά και για απλό ακόμη σχολιασμό. Γι' αυτό σήμερα θα μείνομε μακριά από Βαρουφάκηδες, Λαφαζάνηδες, Λεωτσάκους και όλους αυτούς που το 'χουν βάλει «αμέτι μουχαμέτι» να μας πάνε, χωρίς να μας ρωτήσουν μάλιστα, στη δραχμή. Και θα ασχοληθούμε με κάτι πιο ευχάριστο. Με τον Γιώργη.

Του Δημήτρη Καρατζάνη

Ο Γιώργης είναι ένας παλιός φίλος που η γνωριμία μας ξεκινά από τα μαθητικά χρόνια. Ηρακλειώτης από «πάππου προς πάππον», ήταν ένα δύσκολο κράμα ανθρώπου που δε χώραγε σε καλούπια και δεν ανεχόταν περιορισμούς, ούτε στη συμπεριφορά ούτε στη... γλώσσα. Αυτός ήταν και ο λόγος που για να τελειώσει το Λύκειο χρειάστηκε να περάσει απ' όλα σχεδόν τα Λύκεια της Κρήτης.

Αργότερα ασχολήθηκε με το εμπόριο, και χωρίς να κάνει εντυπωσιακά βήματα, είχε μια καλή παρουσία και απέκτησε αρκετά νωρίς σχετική οικονομική ευχέρεια. Τελευταία όμως, κι ύστερα από ένα σοβαρό καρδιολογικό πρόβλημα, παράτησε δουλειά και Ηράκλειο και εγκαταστάθηκε σ' ένα εξοχικό σπίτι κοντά στη θάλασσα ανατολικά της πόλης... Οι γιατροί, βλέπεις, του συνέστησαν εξοχή, υγιεινή ζωή και καθημερινούς περιπάτους.

Αυτός όμως είχε δική του φιλοσοφία. «Σιγά μην πορπατώ χωρίς λόγο», έλεγε. «Να πορπατά ομπρός μου καμιά τραβηχτική κοπελιά, το καταλαβαίνω. Μα, όι και ξεροσφύρι», απαντούσε στις προτροπές της γυναίκας του, που είχε αγιάσει 40 τόσα χρόνια μαζί του.

Είχα καιρό να τον δω και αποφάσισα να το κάνω, με τη σκέψη ότι όσο το καθυστερούσα τόσο πιο μακρύς θα 'ταν ο... εξάψαλμος που θα άκουγα.

«Πώς τα πας;», τον ρώτησα μόλις τον είδα.

«Πώς να τα πάω. Σκ...», απάντησε με το γνωστό μόνιμα θυμωμένο ύφος του.

«Καλά, εσύ και τον Παράδεισο σκ... θα τον βρίσκεις», είπα. Γέλασε. «Θαρρώ πως ήφταξα στα τελευταία μου, μου φταίνε όλα», πρόσθεσε σιγά.

«Μα, εσένα πάντα σου φταίγανε όλα», προσπάθησα να τον ενθαρρύνω. «Βρες κάτι ευχάριστο να ασχοληθείς. Μια κι έχεις τη θάλασσα στα πόδια σου, γιατί δεν ασχολείσαι με το ψάρεμα. Και την ώρα σου θα "σκοτώνεις" ευχάριστα και θα τρως ψάρια πιασμένα με τα δικά σου χέρια...».

Τον έπιασε ένα γέλιο νευρικό. «Καλά, τρελάθηκες», ρώτησα γεμάτος απορία. «Όχι», είπε, ενώ συνέχιζε να γελά. «Άκου λοιπόν για το ψάρεμα που λες και θα με καταλάβεις. Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις ήρθα εδώ ήταν να προμηθευτώ τα σύνεργα της ψαρικής. Καλάμια, πετονιές αγκίστρια, δολώματα, ό,τι πιο καλό κυκλοφορούσε στην αγορά. Με την πρώτη όμως απόπειρα τα πέταξα όλα».

«Γιατί;», ρώτησα επιχειρώντας μάταια να μπω στη σκέψη του. «Για να μη... σκοτώσω κανένα», είπε τελικά. «Ε, όχι και να σκοτώσεις! Στο ψάρεμα ο άνθρωπος ξεδίδει, ηρεμεί», είπα.

«Ηρεμεί, ε; Άκου λοιπόν πώς ηρέμησα εγώ. Τη δεύτερη κιόλας μέρα που ήρθα, μάζεψα όλα τα σύνεργά μου και πήγα εδώ δίπλα στα βραχάκια αποφασισμένος να παίξω τον ψαρά. Ξεκίνησα καλά, αφού με τα πρώτα δολώματα έπιασα 1-2 μεγαλούτσικους σκάρους, που με ενθουσίασαν. Ενδιαφέρον φαίνεται να 'χει τούτο το "γιαγκιλίκι", σκέφτηκα, όταν μια φωνή διέκοψε τον ειρμό μου.

"Ψαρεύεις;", με ρώταγε κάποιος παντελώς άγνωστος. "Ε, όπως βλέπεις...". "Και με τι ψαρεύεις;", συνέχισε. "Με δόλωμα βέβαια", απάντησα αρκετά ενοχλημένος. Κούνησε το κεφάλι του αποδοκιμαστικά. "Με αυτό το δόλωμα, άδικα πασχίζεις", είπε. "Εδώ τα ψάρια τσιμπάνε μόνο με τυρόψωμο". Δεν είπα τίποτα για να μην τον βρίσω κι εκείνος, αφού μάταια έκανε μια-δυο προσπάθειες να συντηρήσει την κουβέντα, απομακρύνθηκε.

Δεν είχα προλάβει να πω "δόξα σοι ο Θεός", όταν μια άλλη φωνή έφτασε στα αφτιά μου. "Πώς πάει το ψάρεμα;", ρώταγε κάποιος άλλος. "Έτσι κι έτσι", είπα δείχνοντας με τον τόνο της φωνής πως δεν ήθελα κουβέντες. Έμεινε μερικές στιγμές να παρατηρεί τις κινήσεις μου. "Δεν είναι καλά τα δολώματά σου", είπε στο τέλος. "Εδώ χρειάζεται δόλωμα σκουλήκι, σκουλήκι-φούσκα". Έκανα πως δεν άκουσα και τον άφησα να λέει τα δικά του, ώσπου, μη παίρνοντας απάντηση, απομακρύνθηκε.

"Δόξα σοι ο Θεός", είπα ξανά μέσα μου κι εκείνος, σαν να με άκουσε, μού 'στειλε ένα σκάρο σαν την παλάμη του χεριού μου, που μου φτιάξε για τα καλά την κακή διάθεση απ' τους απρόσκλητους επισκέπτες. Δεν πρόφτασα να πάρω ανάσα, όταν μια καινούργια φωνή ήρθε στ' αφτιά μου.

"Φίσχεν, φίσχεν", άκουσα πίσω μου κάποιον να μου φωνάζει. Γύρισα το κεφάλι. Ένας καλοθρεμμένος Γερμαναράς, με κατακόκκινη τεζαριστή επιδερμίδα και κάτασπρα, κρεμαστά μουστάκια, στεκόταν από πάνω μου και κάτι μου 'δειχνε μες το νερό. Δεν καταλάβαινα τι μου 'λεγε, του πέταξα όμως ένα "για", μαζί με ένα χαμόγελο, με την ελπίδα να τον ξεφορτωθώ. Εκείνος δε φάνηκε να ικανοποιήθηκε από την απάντησή μου... Αντίθετα, με πλησίασε πιο κοντά και, πιάνοντάς με από το μπράτσο, μου υπέδειχνε: "Γκρόσε φίσχεν ντορτ" (εκεί είναι τα μεγάλα ψάρια).

Δεν ξέρω αν ήταν η απρόσκλητη παρουσία, το πιάσιμο απ' το χέρι ή επειδή μου 'ρθε στο μυαλό ξαφνικά η φάτσα του Σόιμπλε. Γεγονός είναι πάντως πως με μιας μου άναψαν όλα τα λαμπάκια.

"Νιχτ φίσχεν, νιχτ φίσχεν", του φώναξα όσο πιο δυνατά μπορούσα. "Σκατούλεν...".

"Βας ιστ σκατούλεν;", αναρωτιόταν όλο απορία ο Γερμανός».

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση