iphone app
android app
iphone app android app
Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΝΗΣ

"Μια βραδιά στη Σαμοθράκη παραμονή του Προφήτη Ηλία"


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

«Του Προφήτη Ηλία σήμερα», μου θύμισε πρωί-πρωί η Χαρά. «Μην ξεχάσεις να πάρεις τον "αδερφοποιτό" σου στην Αθήνα, για να του ευχηθείς».

Του Δημήτρη Καρατζάνη

«Ασφαλώς και θα τον πάρω», είπα, ενώ το μυαλό μου γύριζε στον καλό φίλο τον Ηλία, με τον οποίο είχαμε "μοιραστεί" ψωμί κι αλάτι στις ερημιές της Σαμοθράκης, μερικές δεκαετίες πίσω. Αυτό το μικρό ορεινό νησάκι, στον πόρο του κόλπου του Σάρου, που, μαζί με τη Λήμνο αποτελούν το ισχυρό στρατηγικό δίδυμο που ελέγχει τη νότια έξοδο των Στενών.

Ήταν εποχή μεγάλης, της πιο μεγάλης ίσως έντασης, ανάμεσα στη χώρα μας και την Τουρκία. Το "Τσανταρλί" - τούρκικο ερευνητικό σκάφος - μπαινόβγαινε κάθε μέρα στο Αιγαίο, ενώ η τραγωδία της Κύπρου εξακολουθούσε ακόμα να βρίσκεται σε κεντρική θέση στις σελίδες του ελληνικού και του ξένου Τύπου.

Η Σαμοθράκη, ένας βράχος ξεχασμένος, χωρίς την παραμικρή υποδομή τότε, δεν είχε καθόλου στρατό. Με την κρίση του '74, κάποιοι στο Επιτελείο συνειδητοποίησαν το γεγονός και "άρπαξαν" ένα λόχο με ένα νεαρό ανθυπολοχαγό επικεφαλής, και τον "φκέρεσαν" στο νησί. Καμιά εκατοστή άνδρες δηλαδή όλοι κι όλοι, μερικά "βαρέα" όπλα και τον ανθυπολοχαγό που είπαμε και που για πρώτη φορά αντίκριζε Μονάδα.

Περιττό να πούμε ότι σε λίγο ο λόχος, απλωμένος σε όλο το νησί, είχε μετατραπεί, στην κυριολεξία, σε... παιδική χαρά, με κύρια ασχολία το ψάρεμα, το κυνήγι και κανένα μεροκάματο, όταν οι ντόπιοι είχαν ανάγκη από εργατικά χέρια. Με αυτήν την ειδυλλιακή κατάσταση ο καιρός περνούσε "ευχάριστα", έως ότου έφτασε μια καταγγελία στη Στρατιά για τις... επιδόσεις του Λόχου Σαμοθράκης.

Όπως ήταν φυσικό, ακολούθησαν ραγδαίες εξελίξεις, ανάμεσα στις οποίες και η δική μου τοποθέτηση εκεί ως διοικητή της μονάδας, με υποδιοικητή τον Ηλία, στον οποίο αναφέρθηκα στην αρχή. Ο διοικητής της Στρατιάς - ένας λεβέντης Στρατηγός των καταδρομών - ήταν σαφής και ξεκάθαρος στη συνάντησή μας. «Απαιτώ αυτό το ασκέρι να το κάνεις επίλεκτη Μονάδα», είπε, «και σε ένα μήνα θα έρθω να σε επιθεωρήσω».

Ήταν μόλις είχα επιστρέψει από μια ετήσια, σκληρή εκπαίδευση στους πεζοναύτες, στην Αμερική, και βρήκα την "πρόκληση" ενδιαφέρουσα, για να μην πω και συναρπαστική. Μέσα σε ένα μήνα με τη βοήθεια του υποδιοικητή και των πέντε νεαρών δοκίμων που μου είχαν διατεθεί φτιάξαμε μια Μονάδα υποδειγματική, που, όταν ο Στρατηγός ήλθε για επιθεώρηση σε ένα μήνα, όπως είχε πει, έτριβε κυριολεκτικά τα μάτια του.

Βέβαια, υπήρχαν ακόμα κάνα-δυο "στραβόξυλα", που αρνιούνταν να δεχτούν τη νέα πραγματικότητα, ανάμεσά τους και ο αρχιφύλακας του ραντάρ, όμως, πότε με το καλό, πότε με το άγριο, σιγά-σιγά προσαρμόζονταν κι αυτοί.

Ήταν παραμονή του Προφήτη Ηλία και είχα διώξει με άδεια τους περισσότερους αξιωματικούς, όταν, νωρίς το βράδυ, με πληροφόρησαν ότι είχαμε χάσει την επαφή με το ραντάρ. Το μέσον δηλαδή, που αποτελούσε τα μάτια, τα αφτιά, αλλά και την ελπίδα μας για έγκαιρη προειδοποίηση σε περίπτωση τουρκικής προσέγγισης.

Αποφάσισα, παρότι το φυλάκιο ήταν δύο ώρες μακριά και το έδαφος δύσβατο, να πάω με τον οδηγό μου να δω τι συμβαίνει.

Ευτυχώς το φεγγάρι ήταν στη γέμιση κι η διαδρομή δίπλα στη θάλασσα, παρότι επικίνδυνη, ήταν απολαυστική. Σταματήσαμε λίγο πριν το φυλάκιο, στο ρέμα του Ξηροπόταμου, και βαδίσαμε τα τελευταία 100 μέτρα με τα πόδια. Δεν υπήρχε ψυχή πουθενά.

Ακόμα και το αυτοκίνητο με το τετράκαννο αντιαεροπορικό πολυβόλο, που βρισκόταν μόνιμα σταθμευμένο στο υψωματάκι πίσω απ' το φυλάκιο, έλειπε. Η σκηνή ήταν κατάκλειστη, και στο φως του φεγγαριού διέκρινα μια κακογραμμένη και ανορθόγραφη επιγραφή που έλεγε "κλειστόν".

«Πού στο διάβολο να πήγαν;», αναρωτήθηκα. Ακόμα κι οι Τούρκοι να τους είχαν πιάσει, το αυτοκίνητο, κοτζάμ REO, δε θα μπορούσε να εξαφανιστεί. Συνοφρυωμένος κι ανήσυχος, περπάτησα μέχρι το τζιπ, ελέγχοντας βήμα-βήμα τη γραμμή του τηλεφώνου... Κανένα πρόβλημα... Στάθηκα δίπλα στο τζιπ φανερά προβληματισμένος.

«Έχεις ένα τσιγάρο;», ρώτησα τον οδηγό, έναν πανέξυπνο τύπο από τον Πειραιά. «Έχω», είπε, «αλλά αφού δεν καπνίζεις κυρ-διοικητά». Δε μίλησα, ενώ εκείνος έτεινε προς το μέρος μου το πακέτο με τα βαριά άφιλτρα τσιγάρα. Πήρα ένα, το άναψα και τράβηξα μια βαθιά ρουφηξιά. Σχεδόν ζαλίστηκα απ' τον καπνό που πλημμύρισε βίαια τα πνευμόνια μου. Σαν από μακριά έφθανε στ' αφτιά μου η φωνή του οδηγού.

«Ξέρεις απόψε τι πανηγύρι γίνεται στον Πειραιά κυρ-διοικητά...». Σχεδόν δεν τον παρακολουθούσα, καθώς το μυαλό μου σκεφτόταν τι διάβολο θα ανέφερα στην Ταξιαρχία για το φυλάκιο που εξαφανίστηκε.

«Κι εδώ όμως γίνεται καλό πανηγύρι», συνέχισε το βιολί του εκείνος. «Στον Προφήτη Ηλία χαλά ο κόσμος απόψε».

Η φωνή του, ενοχλητική κι επίμονη, εξακολουθούσε να έρχεται στ' αφτιά μου σαν από μίλια μακριά. Ήμουν έτοιμος να του πω να το "κόψει", όταν σαν αστραπή μου ήρθε στο μυαλό μια ιδέα. «Πού είπες ότι γίνεται πανηγύρι;», ρώτησα.

«Στο χωριό, τον Προφήτη Ηλία», είπε εκείνος, προσπαθώντας να καταλάβει πού το πήγαινα. «Κάνε στροφή», είπα επιτακτικά, «και τράβα για τον Προφήτη Ηλία».

Πήραμε την ανηφόρα κι αρχίσαμε να ανεβαίνομε με πολλή προσοχή τον επικίνδυνο χωματόδρομο. Θα ήταν σχεδόν μεσάνυχτα όταν φτάσαμε. Στην πλατεία του χωριού, τη φωταγωγημένη για την περίσταση, το γλέντι είχε κυριολεκτικά ανάψει. Και πρώτος-πρώτος έσερνε το χορό ο Παναγής, ο αρχιφύλακας του... εξαφανισμένου φυλακίου, που χόρευε τσάμικο κι έριχνε κάτι σάλτους σαν αγριόγατος.

Στην άκρη της πλατείας, στο πιο ψηλό σημείο του χωριού, ήταν σταματημένο το REO με το τετράκαννο πολυβόλο να σκοπεύει κατά τον ουρανό.

Η... αντιαεροπορική προστασία του γλεντιού ήταν απόλυτα εξασφαλισμένη...

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση