iphone app
android app
iphone app android app
Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017
Κώστας Ν. Κωνσταντίνου, καθηγητής

Κ. Κωνσταντίνου: "Περί πραξικοπήματος"


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Ιούλιος. Η μνήμη τρέχει 41 χρόνια πίσω. Στο 1974. Αλήθεια, πού δραπέτευσαν τόσα χρόνια;

Του Κώστα Ν. Κωνσταντίνου*

Είναι Δευτέρα πρωί, 15 του μηνός. Είμαι στο λεωφορείο μαζί με άλλα παιδιά του κατηχητικού σχολείου σε πορεία ανάβασης. Βρισκόμαστε καθ' οδόν, από την πόλη της Πάφου (όπου έμενα με την οικογένειά μου) κατευθυνόμενοι προς την Αγία Μονή. Βρίσκεται σε ένα υψόμετρο πάνω από χίλια μέτρα, στο κέντρο περίπου της επαρχίας Πάφου.

Επιτέλους το όνειρό μου θα γινόταν πραγματικότητα! Το είχα σχεδόν εξιδανικεύσει. Τόσο που φοβόμουν μήπως και δε βγει αληθινό. Να πάω δηλαδή για πρώτη φορά κατασκήνωση με την παρέα μου, να κοιμηθώ σε αντίσκηνο, να εξερευνήσω με ένα μικρό φακό στο χέρι τα μυστικά της φύσης τη νύχτα, να κάνω τσουλήθρα πάνω σε πευκοβελόνες...

Ήταν και εκείνα τα μικρά ραδιοφωνάκια που κουβαλούσαν μαζί τους κάποια παιδιά. Μας γοήτευε περισσότερο η μαγεία της τεχνολογίας, που έδινε στον καθένα μας μια θαυμάσια ευκαιρία στην ιδιωτικότητα. Και παρόλο που ο κατασκηνωτικός χώρος βρισκόταν δίπλα στο χωριό που γεννήθηκα, Στατός, εγώ νόμιζα εντούτοις ότι θα πήγαινα σε άλλο πλανήτη.

Τώρα που ξεκλειδώνονται τα βιώματα για τον ετήσιο κάθε χρόνο τέτοιο μήνα χορό τους, θα έλεγα ότι με κυρίευσε τότε το ίδιο συναίσθημα, όπως όταν για πρώτη φορά και με δανεικό ποδήλατο απομακρύνθηκα μερικά χιλιόμετρα από το πατρικό μου σπίτι. Νόμιζα ότι κάνω επανάσταση. Η ζωή όμως είχε αποφασίσει αλλιώς.


«Εσκοτώσαν τον Μακάριον»

Πηγαίνοντας λοιπόν όλοι ξέγνοιαστοι προς την κατασκήνωση, ξαφνικά σε ένα χωριό, κάπου στη μέση της διαδρομής, σταματά το λεωφορείο. Καταμεσής του δρόμου είναι κάποιος που κρατά ένα σκοινάκι και προσπαθεί με ένταση να βάλει μπρος ένα μικρό αγροτικό μηχάνημα με καρότσα (τσαλαπετεινό το λένε στην Κύπρο, φρέζα).

Είναι εκνευρισμένος και ανήσυχος γιατί η μηχανή δεν ανταποκρίνεται. Κάποιος από τους συνοδούς μας τον ρωτά τι συμβαίνει. Του απαντά «μα πού πάτε; Εν το εμάθετε; Έγινεν πραξικόπημαν, εσκοτώσαν τον Μακάριον, πάω στο Κτήμαν (στην πόλη της Πάφου)». Αυτό ήταν. Τους μεγάλους ήταν σαν να τους χτύπησε κεραυνός. Για πρώτη φορά άκουγα τη λέξη «πραξικόπημα». Μου εξήγησαν. Από εκείνη την ώρα στα δεκατρία μου ένιωσα να με φορτώνουν με χρόνια παραπάνω.

Φτάσαμε στην κατασκήνωση. Τα πάντα είχαν ανατραπεί. Την τρίτη ημέρα μας έδιωξαν, θυμάμαι την πείνα μου. Το όνειρο έσβησε. Μάθαμε ότι θα γινόταν «επέμβαση της Τουρκίας». Ούτε αυτό ήξερα τι ήταν. Στο χωριό μου δίπλα και στο σπίτι της γιαγιάς έπεσα με τα μούτρα στο ψωμί, στο χαλούμι και σε ό,τι άλλο.

Είχαν ήδη καταφτάσει πραξικοπηματίες με κοντοπαντέλονα και καλάσνικοφ στα χέρια. Έψαχναν για όπλα που είχαν οι «μακαριακοί». Με φώναξε ο πατέρας μου και μου είπε ότι θα έβαζε πάνω στο γάιδαρο ένα δισάκι με λυμένο μέσα το οπλοπολυβόλο «μπρεν» που είχε στο σπίτι και εγώ επάνω καβάλα θα το έκρυβα στο τζάκι της προγιαγιάς μου (είχε πεθάνει). Κανείς δε θα υποψιαζόταν ένα μικρό παιδί. Όπερ και εγένετο. Ψήλωσα. Ένιωσα ότι έκανα την πρώτη μου αντιστασιακή πράξη.


Η εισβολή

Στις 20 Ιουλίου, με την εισβολή των Τούρκων, μάθαμε τι σημαίνει προδοσία. Βλέπαμε αεροπλάνα να αυλακώνουν τον ουρανό και δικά μας οχήματα να περνούν με στρατιώτες. Έπρεπε να κρυβόμασταν στα περιβόλια του χωριού από το φόβο των βομβαρδισμών. Είδα μεγάλους ανθρώπους να τρέμουν.

Προχωρούσαμε ο ένας πίσω από τον άλλο, στην άκρη του δρόμου. Θυμάμαι, όταν ένα αεροπλάνο έκανε βύθιση για να βομβαρδίσει, πέσαμε όλοι σε μια πλαγιά μπρούμυτα. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Κοιτούσα τη μάνα μου στα μάτια, επειδή ήμουν σίγουρος ότι δε θα την ξαναδώ.

Η κατασκήνωση (της φαντασίας μου πλέον) είχε εκληφθεί ως στρατόπεδο και πολυβολήθηκε. Μαζί και το παιδικό μου όνειρο. Γλιτώσαμε. Ήταν και μια θεία μου που τη μάλωνε ο πατέρας της ότι θα του... χαλάσει την καινούργια αξίνα, όταν μαζί με πάρα πολλούς άλλους έτρεξε για να αντιμετωπίσει τους «αλεξιπτωτιστές».

Ευτυχώς απεδείχθησαν μετέωρα στον ορίζοντα γκρίζα νηματοειδή σύννεφα... Ακούγαμε μακρινούς ήχους εκρήξεων. Και για μήνες ολόκληρους οι συγχωριανοί μου έβαζαν τις φωνές σε όποιον απρόσεκτο έκλεινε με δύναμη την πόρτα του αυτοκινήτου. Και όμως. Ο ακόμα χειρότερος πόλεμος μαινόταν μακριά μας.

Από τότε θλίβομαι αφάνταστα, επαναστατεί η συνείδησή μου, όταν με αφορμή τα μνημόνια αλαζόνες και καθ' όλα δημοκρατικοί ντουντουκοφόροι, ημιμαθείς μέσα στην αμετροέπειά τους, τολμούν τη μόνη εκ του ασφαλούς «επαναστατική» γκλαμουριά που κατέχουν, και μιλούν για προδότες υπηρέτες των ξένων και εσχάτως για πραξικοπήματα. Όταν με απίστευτη άγνοια και κουφότητα γίνονται ανιστόρητες συγκρίσεις με τη Μικρασία και το 1940, που φτύνουν την Ιστορία κατάμουτρα. Γιατί δεν ξεχνώ!

* Ο Κώστας Ν. Κωνσταντίνου είναι καθηγητής φιλόλογος στο 3ο Γενικό Λύκειο, πρώην διευθυντής του 5ου Γενικού Λυκείου.

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση