iphone app
android app
iphone app android app
Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017
ΚΡΗΤΙΚΑ ΠΡΟΟΝΤΑ

"Επιλέγω ντόπια προϊόντα"


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Από σήμερα, μετά απ' όσα ζήσαμε και εξακολουθούμε να ζούμε, ας κάνουμε μια μεγάλη αρχή, ψάχνοντας κάθε φορά που βρισκόμαστε μπροστά στο ράφι μόνο το ντόπιο κρητικό ή γενικότερα ελληνικό προϊόν, ανεξάρτητα από τη μικρή ή και τη μεγάλη διαφορά της τιμής του σε σχέση με το εισαγόμενο.

Την ίδια ώρα, όμως, Επιμελητήρια και Περιφέρειες, αλλά και οι φορείς των αγροτοκτηνοτρόφων σε ολόκληρη τη χώρα, ας δώσουν κατευθύνσεις στον κόσμο να παράγει τα προϊόντα εκείνα που εμφανίζονται ως ελλειμματικά στην εσωτερική μας αγορά!

Τη μεγάλη αυτή αναγκαιότητα αναδεικνύει η «Νέα Κρήτη» σήμερα, μέσα από το ρεπορτάζ που έκανε καταγράφοντας πολύ σημαντικές απόψεις, οι οποίες και συγκλίνουν προς την κατεύθυνση αυτή, όχι μόνο για τους λόγους της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας και της διατροφικής μας επάρκειας, αλλά και για τους λόγους της προστασίας της δημόσιας υγείας.

Ας μην ξεχνάμε ότι όλα τα μεγάλα διατροφικά σκάνδαλα έφεραν πάντοτε τη σημαία της Γερμανίας, της Μεγάλης Βρετανίας, του Βελγίου, της Ολλανδίας και γενικά όλων εκείνων των χωρών στις οποίες και... στηρίζουμε σήμερα τη βασική διατροφή μας και τη διατροφή των παιδιών μας...


Επιλέγω ντόπια

Αναλυτικότερα, μια συνολική πρόταση που παρουσιάζει η εφημερίδα μας σήμερα είναι εκείνη του μέλους της διοίκησης του Επιμελητηρίου Ηρακλείου Γιώργου Φασουλάκη, ο οποίος και τονίζει: «Καταρχήν, θα πρέπει η Περιφέρεια και τα Επιμελητήρια να δώσουν μια κατεύθυνση. Και να δούμε ποια προϊόντα μπορούν να παραχθούν πολύ γρήγορα και να γίνει και μια ομαδοποίηση, ώστε να μην παράγουμε όλοι το ίδιο προϊόν».

Παρακάτω, ο ίδιος επισημαίνει ότι «σήμερα δεν είμαστε αυτάρκεις σχεδόν σε τίποτα. Δηλαδή, όταν το 85% των προϊόντων εισάγεται και το υπόλοιπο 15% για να παραχθεί χρειάζονται πρώτες ύλες πάλι εισαγόμενες, κατ' ουσία δεν παράγουμε τίποτα. Ακόμα και στο ελαιόλαδο, τα λιπάσματα είναι εισαγόμενα. Ακόμα και κάποιο κρέας που δηλώνουμε ότι είναι ελληνικό, είναι με ζωοτροφές αμερικανικές. Ή εισαγόμενες από οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου. Στο σταφύλι που παράγουμε, το σακουλάκι, το κουτάκι που το βάζουμε για να το εξάγουμε ή να το πουλήσουμε στο σούπερ-μάρκετ κι αυτό είναι εισαγόμενο».

Στο σημείο αυτό, το μέλος της διοίκησης του Επιμελητηρίου Ηρακλείου Γιώργος Φασουλάκης λέει ότι «η Περιφέρεια και τα Επιμελητήρια πρέπει να δώσουν κατεύθυνση καταρχήν στην αγροτική παραγωγή και την κτηνοτροφική τι να παράγει, πόση ποσότητα χρειαζόμαστε, σε ποια μέρη ευδοκιμεί πιο εύκολα το κάθε προϊόν, και από την άλλη μεριά ποια βιομηχανικά προϊόντα είναι αυτά που χρειαζόμαστε για να συσκευάζουμε αυτά τα προϊόντα. Και σε πρώτα φάση να στηριχτούμε στο φιλότιμο του Έλληνα».


Ο καταναλωτής

Ο κ. Φασουλάκης εξηγεί ότι, όταν αναφέρεται στο φιλότιμο του Έλληνα, εννοεί ότι «επειδή η χώρα δεν έχει χρήματα, πρέπει να δοθεί η κατεύθυνση τόσο να παράγουμε, όσο και να συσκευάσουμε, αλλά και ο καταναλωτής να συμμετέχει. Ο Έλληνας καταναλωτής να προτιμά το τοπικό προϊόν. Να προτιμά την αλυσίδα σούπερ-μάρκετ που προτιμά το ελληνικό προϊόν, ούτως ώστε να δημιουργήσουμε έναν κύκλο».

Και βέβαια, ξεκαθαρίζει ότι, επειδή πρόκειται για την επιβίωση του λαού μας, ώστε να μην ξαναβρεθεί ποτέ στην τραγική θέση που βρέθηκε τις τελευταίες δύο εβδομάδες, αποτελεί τεράστια αναγκαιότητα να δοθεί κυρίαρχο βάρος σε παραγωγή πρώτων υλών που θα μας επιτρέψουν να παράγουμε και να γίνουμε αυτάρκεις ως χώρα στο αλεύρι, στη ζάχαρη και στο κρέας. Και αργότερα να δούμε τι θα κάνουμε και με την ανάπτυξη της βιομηχανίας μας, που στην παρούσα φάση δεν είναι αυτή η αναγκαιότητα που πρέπει να μας απασχολεί.

Παρακάτω, ο ίδιος επισημαίνει ότι «αν πάρουμε τη βοήθεια των 35 δισεκατομμυρίων ευρώ για ανάπτυξη, αυτή να λειτουργήσει ως «λίπασμα» για τις ιδέες αυτές. Θα πρέπει οι κυβερνώντες που θα τη διανείμουν στον πληθυσμό για να δημιουργηθεί η περιβόητη ανάπτυξη, που αυτό είναι το α και το ω που χρειάζεται αυτή τη στιγμή η χώρα, να μοιραστεί με κριτήρια πραγματικά και όχι ρουσφετολογικά. Δηλαδή, να βλέπουν ανάπτυξη και στη συνέχεια να δίνουν χρήματα για να τη στηρίξουν, ούτως ώστε να λειτουργεί ως «λίπασμα». Το «δέντρο» πρέπει να υπάρχει».


Η "χαρτογράφηση"

Σύμφωνα με τον Γιώργο Φασουλάκη, τη χαρτογράφηση τη διαθέτει η Περιφέρεια Κρήτης, που γνωρίζει ποιοι έχουν επιδοτηθεί. «Ακόμα και οι καλλιέργειες, τα αμπέλια που υπάρχουν, έχουν επιδοτηθεί. Τα εργοστάσια, τα όποια υπάρχουν, και αυτά έχουν επιδοτηθεί. Λειτουργικές μονάδες έχουν επιδοτηθεί. Επομένως, υπάρχει το υλικό στη διάθεση της Περιφέρειας για να ξέρουμε ποιοι έχουν επιδοτηθεί, τι κινείται και ποιες είναι οι ελλείψεις που υπάρχουν. Και να γίνει πρόταση σε επιχειρηματίες πάσης μορφής, είτε αγροτικής παραγωγής είτε βιοτεχνικών προϊόντων ή βιομηχανικών, που να φτιάξουμε αυτό που λείπει».

Στο μεταξύ, όπως λέει, «ο καταναλωτής έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη. Το θέμα όμως είναι ότι ο καταναλωτής πάντα κοιτάζει την τιμή. Αλλά πρέπει να καταλάβει ότι και διαφορά να υπάρχει στην τιμή, το αποτέλεσμα όταν αγοράζεις τοπικό προϊόν, γυρίζει επάνω σου. Γι' αυτό πάντα εγώ πιστεύω ότι και κάποια φοροδιαφυγή που γίνεται από κάποιους μικρούς επιχειρηματίες, εντέλει δε λειτουργεί αρνητικά στο κράτος, γιατί στην επόμενη φάση θα την «πιάσει» το κράτος. Η ζημιά από τη φοροδιαφυγή είναι αυτή που γίνεται από τα κεφάλαια που έφυγαν στις ξένες τράπεζες του εξωτερικού», καταλήγει ο Γιώργος Φασουλάκης.


«Έχουμε θαυμάσια προϊόντα» - «Πρέπει να πιστέψουμε στις δυνάμεις μας»

«Έχουμε στην Κρήτη πολλά και θαυμάσια προϊόντα, που πρέπει να τα προτιμούμε», τονίζει χαρακτηριστικά στη «Νέα Κρήτη» και ο σταφιδεξαγωγέας και αντιπρόεδρος στο Επιμελητήριο Ηρακλείου Μηνάς Μελισσίδης. Και όπως εξηγεί, λόγω της σημερινής κατάστασης, είναι και πολύ δύσκολη η εξαγωγή τους, με συνέπεια να μένουν απούλητα, αν και οι καταναλωτές προτιμούν τα ξένα προϊόντα επειδή μπορεί να είναι φθηνότερα.

«Εάν πράγματι πιστέψουμε στις δυνάμεις μας, αν πιστέψουμε στον πλούτο του τόπου μας, τότε τα πράγματα μπορεί να είναι πολύ καλύτερα για το Ηράκλειο, την Κρήτη τα επόμενα χρόνια. Πιστεύω ότι αυτό το μοντέλο πρέπει να ακολουθήσουμε. Ένα παραγωγικό μοντέλο, που θα δώσει μια ανάπτυξη που δε θα στηρίζεται σε πήλινα πόδια, όπως συνέβη δεκαετίες τώρα».


Τα μεγάλα λάθη μας: «Έχουμε κρασί και προτιμάμε το ουίσκι!»

Όπως τονίζει ο κ. Μηνάς Μελισσίδης, «πολλά από τα κρητικά προϊόντα έχουν ήδη κατακτήσει αγορές της Ελλάδας και του εξωτερικού. Το αποδεικνύουν οι εξαγωγές σε πάνω από 100 χώρες σε όλο τον κόσμο. Τα προϊόντα μας τα έχουν επιλέξει καταναλωτές σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Τα προτιμούν σε σχέση με τα αντίστοιχα προϊόντα άλλων χωρών, ίσως ακόμα και της δικής τους χώρας. Τι πιο φυσικό από να τα επιλέγουμε κι εμείς;».

Στο σημείο αυτό, ο Μηνάς Μελισσίδης λέει ότι δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως η γραβιέρα Κρήτης, που είναι ΠΟΠ, είναι περιζήτητη σε άλλες χώρες του κόσμου, αλλά εμείς προτιμούμε στην Κρήτη να αγοράζουμε ολλανδικό τυρί! Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το κρασί μας. Την ώρα που εξάγεται στα πέρατα του κόσμου, οι Έλληνες καταγράφονται στους μεγαλύτερους καταναλωτές ουίσκι.

«Δεν είναι παράλογο τη γραβιέρα μας, τη γραβιέρα Κρήτης, που είναι ΠΟΠ, να την προτιμούν δεκάδες χώρες στο εξωτερικό κι εμείς να αγοράζουμε ολλανδικό τυρί; Το κρασί μας εξάγεται στα πέρατα της οικουμένης και αυτή τη στιγμή οι Έλληνες και οι Κρητικοί καταγράφονται ως οι μεγαλύτεροι καταναλωτές σε ουίσκι.

Με αυτόν τον τρόπο τα τοπικά προϊόντα προοδευτικά γνωρίζουν την περιθωριοποίηση, την υποβάθμιση, την απόσυρση από την αγορά, το προτελευταίο στάδιο της εξαφάνισης. Παραδοσιακά τυπικά προϊόντα ασυναγώνιστης ποιότητας. Οποιοσδήποτε διακρίνει επάνω τους μια ευγενή καταγωγή. Αντί όμως η θέση τους να είναι στο ελληνικό και ευρωπαϊκό προσκήνιο, στην πρώτη θέση των επιλογών μας, τα βλέπεις περιθωριοποιημένα. Η στροφή του καταναλωτή στα τοπικά προϊόντα είναι αυτονόητα συμφέρουσα για όλους μας».


Στροφή στην ποιότητα

Ο γνωστός επιχειρηματίας τονίζει ότι «οι καταναλωτές είναι καιρός να στραφούν στην τοπική παραγωγή των ασφαλών και ποιοτικών τροφίμων, για να ενισχυθεί η τοπική παραγωγή και αγορά εργασίας και να μειωθεί το χάσμα ανάμεσα στο τι παράγουμε και τι καταναλώνουμε.

Κινητήριος δύναμη της στροφής αυτής είναι η ποιότητά τους. Βέβαια, μπορεί να είναι 20-50 λεπτά του ευρώ ακριβότερα από τα εισαγόμενα, αλλά δεν υπάρχει καμία σύγκριση. Δυστυχώς, εγκαταλείψαμε την αγροτική μας παραγωγή χωρίς λόγο. Σαφώς υπάρχει σήμερα μια τάση επιστροφής νέων ανθρώπων στον πρωτογενή τομέα, αλλά πρέπει να βοηθηθούν.

Σε μια περίοδο που η κρίση έχει φτάσει παντού και όλοι δυσκολευόμαστε, πρέπει να αντιληφθούμε πως, πέρα από σωστό και χρήσιμο, είναι άκρως απαραίτητο να προτιμούμε τα τοπικά προϊόντα.

Γι' αυτό και πρέπει να στραφούμε στα τοπικά προϊόντα. Πρέπει να αναδείξουμε πρώτοι εμείς τον παραγωγικό, γαστρονομικό και πολιτισμικό θησαυρό που διαθέτουμε. Τα κρητικά προϊόντα Ονομασίας Προέλευσης εγγυώνται την προστασία της τοπικής παραγωγής. Διακρίνονται για τη φυσικότητα, την αυθεντικότητα και την προσωπικότητά τους. Την ταύτισή τους με την ιστορία, τον πολιτισμό, τη μυρωδιά του τόπου μας. Αξιοποιώντας τα, δημιουργούμε ανάπτυξη, θέσεις εργασίας και τελικά πλούτο. Και παράλληλα δημιουργούμε ένα κοινωνικό μέρισμα, στο οποίο όλοι έχουμε δικαίωμα».


Βοήθεια από το Επιμελητήριο

«Ως Επιμελητήριο Ηρακλείου, προσπαθούμε να βοηθήσουμε τους καταναλωτές να βρουν και να αγοράσουν ανταγωνιστικά τοπικά αγαθά και τοπικές υπηρεσίες. Να παράσχουμε πληροφορίες σχετικά με τις επιχειρήσεις και τα προϊόντα που είναι πραγματικά τοπικά, καθώς και για τις τιμές και την ποιότητα των προϊόντων συγκριτικά με τον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Ως Επιμελητήριο Ηρακλείου έχουμε διαχρονικά επιμείνει στην αξιοποίηση των τοπικών προϊόντων και τοπικών πρώτων υλών, ως συγκριτικών πλεονεκτημάτων για την ελληνική επιχειρηματικότητα. Είναι βαθιά μας πεποίθηση ότι η αξιοποίησή τους και η ανάδειξή τους μέσα από διεθνοποιημένους κλάδους, όπως ο τουρισμός, θα αποφέρουν σωρευτικά οφέλη για την τοπική οικονομία και κοινωνία.

Αυτό προσπαθήσαμε να επιτύχουμε και στα παγκρήτια φόρουμ για την τοποθέτηση τοπικών προϊόντων στα κρητικά ξενοδοχεία. Σε αυτές τις εκδηλώσεις διοργανώσαμε κατ' ιδίαν συναντήσεις παραγωγών και τυποποιητών κρητικών προϊόντων με τους υπεύθυνους προμηθειών των ξενοδοχείων, με στόχο την άμεση σύναψη επιχειρηματικών συνεργασιών. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να δημιουργήσουμε ένα κίνημα αυτοκατανάλωσης και ανάδειξης των κρητικών προϊόντων, πρώτα και κύρια από την ίδια την Κρήτη».


«Βλακείες, τέρμα»

«Το να παράγουμε και να καταναλώνουμε ελληνικά είναι κάτι για το οποίο πρέπει να "ορκιστούμε" πια. Πρέπει να κόψουμε τις βλακείες του παρελθόντος», λέει από την πλευρά του ο πρόεδρος του Παραρτήματος Κρήτης του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ηρακλείου.

«Όσο μαζεύουμε τα χρήματα και τα στέλνουμε έξω για να αγοράσουμε εισαγόμενα προϊόντα, δεν πρόκειται να ορθοποδήσουμε. Αυτό μας κατέστρεψε. Το ότι φροντίσαμε και δεν αγοράζαμε και δεν καταναλώναμε ελληνικά προϊόντα και παροχές υπηρεσιών. Μιμούμασταν. Με αποτέλεσμα να φτάσουμε στο σημείο στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα», λέει χαρακτηριστικά ο Αλέκος Στεφανάκης.

Όπως λέει παρακάτω ο πρόεδρος των γεωτεχνικών και ο ίδιος γνωστός κτηνίατρος-ερευνητής, «αν δεν αγαπήσουμε αυτόν τον τόπο και την ανταγωνιστικότητά μας δεν τη στηρίξουμε στη διαφορετικότητά μας, αλλά σε αυτό που λέει η παγκοσμιοποίηση της αγοράς, όπως την έχουν καθορίσει οι διεθνείς τοκογλύφοι για να εξαφανίσουν το κάθε τοπικό, δε θα μπορέσουμε να τα καταφέρουμε».

Και αναφέρει ως παράδειγμα ότι «σήμερα η Ρωσία έκοψε τις εισαγωγές σε χοιρινό κρέας και γαλακτοκομικά λόγω του εμπάργκο. Έχουν σφαγεί όμως στη Γαλλία 80.000 χοιρομητέρες. Το χοιρινό φτάνει στην Ελλάδα σε τέτοιες τιμές που ο κάθε Έλληνας χοιροτρόφος χάνει 30 ευρώ στο χοίρο. Άρα, αυτών η χοιροτροφία μειώνεται γιατί έχουν δομή και διάρθρωση, η δική μας όμως εξαφανίζεται. Γιατί μπαίνει η λογική του φτηνότερου. Όχι του ασφαλέστερου. Όχι του καλύτερου. Όχι του ποιοτικότερου. Αλλά του φτηνότερου. Μπράβο μας».

Ως τραγική χαρακτηρίζει την κατάσταση στον τομέα των τυριών ο κ. Στεφανάκης, λέγοντας πως τα ξένα τυριά «φτάνουν εδώ σε μια τιμή κάτω των 3 ευρώ το κιλό. Και αν έχει γάλα, χρειάζονται 10 κιλά αγελαδινού γάλακτος για να παραχθούν. Το αγελαδινό γάλα πληρώνεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση 35 λεπτά το κιλό. Άρα το κόστος της πρώτης ύλης είναι 3,5 ευρώ το κιλό».

Χριστόφορος Παπαδάκης

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση