iphone app
android app
iphone app android app
Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017
N. Klein
N. Klein Naomi Klein, το Δόγμα του Σοκ [έκδοση ΛΙΒΑΝΗ, 2010, μετάφραση Άγγελου Φιλιππάτου, σελίδες 324-331].

Αμφιβολίες; Λύση η διαφθορά!


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Αν ξαναδιαβάσει κανείς την αρθρογραφία του δυτικού Τύπου για τη θεραπεία-σοκ στη Ρωσία, θα εντυπωσιαστεί από το πόσο πολύ τα σχόλια εκείνης της εποχής μοιάζουν με τις απόψεις που θα διατυπώνονταν για το Ιράκ μία δεκαετία μετά. Για τις κυβερνήσεις του πρεσβυτέρου Μπους και του Κλίντον, αλλά και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το G7 και το ΔΝΤ, ο πραγματικός στόχος ήταν να εξαλειφθεί το προϋπάρχον κράτος στη Ρωσία και να δημιουργηθούν οι συνθήκες για μια καπιταλιστική φρενίτιδα, η οποία, με τη σειρά της, θα έδινε ώθηση σε μια ανθηρή δημοκρατία της αγοράς - την οποία θα διαχειρίζονταν νεαροί Αμερικανοί με υπερβολική αυτοπεποίθηση που μόλις είχαν αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο. Με άλλα λόγια, ό,τι θα συνέβαινε και στο Ιράκ, αλλά χωρίς τις εκρήξεις.

Όταν ο ζήλος για τη θεραπεία-σοκ στη Ρωσία βρισκόταν στο αποκορύφωμα του, οι ενθουσιώδεις υποστηρικτές της ήταν πεπεισμένοι ότι μόνο η ολοκληρωτική κατάλυση όλων των θεσμών θα δημιουργούσε τις συνθήκες για μια εθνική αναγέννηση - το ίδιο όνειρο για τη δημιουργία μιας «λευκής σελίδας» θα αναβίωνε και στο Ιράκ. Είναι «επιθυμητό», έχει γράψει ο ιστορικός του Χάρβαρντ Ρίτσαρντ Πάιπς, «για τη Ρωσία να συνεχίσει να αποσυντίθεται μέχρι να μην απομείνει τίποτα από τις θεσμικές δομές της». Και ο οικονομολόγος του Πανεπιστημίου Κολούμπια Ρίτσαρντ Έρικσον έγραψε το 1995: «Η οποιαδήποτε μεταρρύθμιση πρέπει να είναι καταλυτική σε μια πρωτοφανή ιστορική κλίμακα. Πρέπει να απορριφθεί ένας ολόκληρος κόσμος, συμπεριλαμβανομένων όλων των οικονομικών και των περισσότερων κοινωνικών και πολιτικών θεσμών του και, εν κατακλείδι, της φυσικής δομής της παραγωγής, του κεφαλαίου και της τεχνολογίας».

Μία ακόμα ομοιότητα με το Ιράκ είναι ότι, παρόλο που ο Γέλτσιν αψηφούσε οτιδήποτε θύμιζε δημοκρατία, η διακυβέρνηση του αντιμετωπιζόταν από τη Δύση ως «μέρος της μετάβασης στη δημοκρατία», μια γραμμή που θα άλλαζε μόνο όταν ο Πούτιν θα άρχιζε να επιβάλλει πειθαρχικές κυρώσεις σε αρκετούς ολιγάρχες για τις παράνομες δραστηριότητες τους. Παρομοίως, η κυβέρνηση Μπους ισχυριζόταν πάντα ότι το Ιράκ βρίσκεται στο δρόμο για τη δημοκρατία, ακόμα κι όταν δημοσιοποιήθηκαν ακλόνητα αποδεικτικά στοιχεία για τα βάναυσα βασανιστήρια, τα ανεξέλεγκτα αποσπάσματα θανάτου και την εκτεταμένη λογοκρισία του Τύπου. Το οικονομικό πρόγραμμα της Ρωσίας χαρακτηριζόταν πάντα «μεταρρυθμιστικό», όπως, αντίστοιχα, το Ιράκ βρίσκεται μονίμως σε μια διαδικασία «ανοικοδόμησης», έστω κι αν οι περισσότερες αμερικανικές εργοληπτικές εταιρείες έχουν εγκαταλείψει τη χώρα, αφήνοντας πίσω τους μισοτελειωμένες υποδομές, καθώς η καταστροφή συνεχίζεται. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 όποιος τολμούσε στη Ρωσία να αμφισβητήσει τη σοφία των «μεταρρυθμιστών» δυσφημιζόταν ως νοσταλγός του Στάλιν, όπως, αντίστοιχα, για πολλά χρόνια οι επικριτές της κατοχής του Ιράκ κατηγορούνταν ότι θεωρούσαν πως η ζωή ήταν καλύτερη επί Σαντάμ Χουσεΐν.

Όταν πλέον ήταν αδύνατον να συγκαλυφθούν οι αποτυχίες του προγράμματος της θεραπείας-σοκ στη Ρωσία, οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης άρχισαν να μιλούν για την «κουλτούρα της διαφθοράς» στη χώρα και να εικάζουν ότι οι Ρώσοι «δεν ήταν έτοιμοι» για μια αυθεντική δημοκρατία, εξαιτίας της μακροχρόνιας παράδοσης αυταρχισμού. Οι «δεξαμενές σκέψης» της Ουάσινγκτον αποδοκίμασαν την τερατώδη οικονομία της Ρωσίας, στη δημιουργία της οποίας είχαν συμβάλει, χλευάζοντας τη ως «μαφιόζικο καπιταλισμό» - ένα φαινόμενο που, υποτίθεται, απορρέει από το ρωσικό χαρακτήρα και αποτελεί ίδιον της Ρωσίας. «Τίποτα καλό δε θα προκύψει ποτέ από τη Ρωσία», έγραφε το 2001 το Atlantic Review, παραθέτοντας τα λόγια ενός Ρώσου υπαλλήλου γραφείου. Ο δημοσιογράφος και μυθιστοριογράφος Ρίτσαρντ Λούρι ισχυρίστηκε στους Los Angeles Times ότι «οι Ρώσοι είναι ένα τόσο καταστροφικό έθνος, ώστε, ακόμα κι όταν κάνουν κάτι τόσο υγιές και κοινότοπο όπως το να ψηφίζουν ή να βγάζουν χρήματα, τα κάνουν μπάχαλο». Ο οικονομολόγος Άντερς Άσλαντ είχε ισχυριστεί ότι οι «πειρασμοί του καπιταλισμού» αρκούσαν για να μεταμορφωθεί η Ρωσία, ότι η δύναμη της απληστίας θα πρόσφερε την αναγκαία ορμή για να ανοικοδομηθεί η χώρα. Όταν λίγα χρόνια μετά τον ρώτησαν ποιος ήταν ο λόγος που τα πράγματα δεν είχαν εξελιχτεί καλά, απάντησε: «Η διαφθορά, η διαφθορά και η διαφθορά» - λες και η διαφθορά είναι κάτι διαφορετικό από την αχαλίνωτη έκφραση των «πειρασμών του καπιταλισμού» που με τόσο ενθουσιασμό είχε εκθειάσει.

Οι ίδιες δικαιολογίες θα επαναλαμβάνονταν μία δεκαετία μετά για να εξηγηθούν οι λόγοι για τους οποίους εξαφανίστηκαν δισεκατομμύρια δολάρια που προορίζονταν για την ανοικοδόμηση του Ιράκ, με την κληρονομιά του Σαντάμ και την παθολογία του «ριζοσπαστικού ισλάμ» να αντικαθιστούν την κληρονομιά του κομουνισμού και του τσαρισμού. Με τη μόνη διαφορά ότι στην περίπτωση του Ιράκ η οργή των ΗΠΑ για την απροθυμία των Ιρακινών να δεχτούν το δώρο της «ελευθερίας» υπό την απειλή των όπλων δε θα περιοριζόταν μόνο σε κακεντρεχή άρθρα για τους «αχάριστους» Ιρακινούς, αλλά θα ξεσπούσε και πάνω στα σώματα των Ιρακινών πολιτών από τους Αμερικάνους και Βρετανούς στρατιώτες.

Το πραγματικό πρόβλημα με την προπαγάνδα που επιρρίπτει τις ευθύνες στο ρωσικό χαρακτήρα είναι ότι εμποδίζει την οποιαδήποτε σοβαρή εξέταση όσων μπορούν να μας διδάξουν τα ιστορικά γεγονότα για την πραγματική όψη της σταυροφορίας υπέρ των ανεξέλεγκτων ελευθέρων αγορών, η οποία υπήρξε το πιο ισχυρό πολιτικό ρεύμα τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Η διαφθορά πολλών ολιγαρχών αντιμετωπίζεται μέχρι σήμερα ως μια παρείσακτη συνιστώσα η οποία μόλυνε τα κατά τα άλλα έντιμα σχέδια υπέρ της ελεύθερης αγοράς. Όμως η διαφθορά δεν παρεισέφρησε απλώς στις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν στη Ρωσία:

Οι εσπευσμένες και ανέντιμες συμφωνίες ενθαρρύνονταν από τις Δυτικές δυνάμεις ως ο πιο γρήγορος τρόπος για να δοθεί ώθηση στην οικονομία. Η εθνική σωτηρία μέσω της απληστίας ήταν το μοναδικό σχέδιο των «Παιδιών του Σικάγου» της Ρωσίας και των συμβούλων τους για το τι θα έκαναν όταν θα ολοκλήρωναν την κατάλυση των θεσμών της χώρας.

Αυτού του είδους οι καταστροφικές επιπτώσεις δε σημειώθηκαν μόνο στη Ρωσία. Ολόκληρη η τριαντάχρονη ιστορία του πειράματος της Σχολής του Σικάγου είναι μια ιστορία μαζικής διαφθοράς και συμπαιγνίας ανάμεσα σε αστυνομικού τύπου κράτη και σε μεγάλες εταιρείες, από τα «πιράνχας» της Χιλής και τις ιδιωτικοποιήσεις στην Αργεντινή μέχρι τους ολιγάρχες της Ρωσίας, τα κερδοσκοπικά παιχνίδια της Enron και την «ελεύθερη ζώνη απάτης» στο Ιράκ. Ο σκοπός της θεραπείας-σοκ είναι να δημιουργήσει ένα «παράθυρο ευκαιριών» ώστε να υπάρξουν τεράστια κέρδη σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα - όχι παρά την ανομία που επικρατεί, αλλά εξαιτίας της. «Η Ρωσία Χρυσοφόρο Κοίτασμα για τους Κερδοσκόπους των Διεθνών Κεφαλαίων» ήταν ο τίτλος μιας ρωσικής εφημερίδας το 1997, ενώ το Forbes περιέγραφε τη Ρωσία και την Κεντρική Ευρώπη ως «τα νέα σύνορα» που έπρεπε να κατακτηθούν. Η ορολογία της αποικιοκρατικής εποχής ήταν η πλέον κατάλληλη για να περιγράφουν τα γεγονότα.

Το κίνημα που εγκαινίασε ο Μίλτον Φρίντμαν τη δεκαετία του 1950 μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα ως μια προσπάθεια του πολυεθνικού κεφαλαίου να κατακτηθούν εξαιρετικά κερδοφόρα νέα εδάφη όπου δεν υπάρχει νόμος, ένα εγχείρημα που είχε εγκωμιάσει ο Άνταμ Σμιθ, ο ιδεολογικός πρόγονος των σημερινών νεοφιλελεύθερων, αλλά με μία διαφορά: Καθώς δεν υπήρχαν πλέον τα «άγρια και βάρβαρα έθνη» για τα οποία είχε μιλήσει ο Άνταμ Σμιθ, όπου δεν ίσχυε η δυτική νομοθεσία, το κίνημα του Μίλτον Φρίντμαν επεδίωξε με συστηματικό τρόπο να καταργήσει τη νομοθεσία και τις ρυθμίσεις στα σημερινά κράτη, ώστε να αναδημιουργήσει την κατάσταση ανομίας που υπήρχε παλαιότερα. Και ενώ οι αποικιοκράτες της εποχής του Άνταμ Σμιθ πλούτισαν αποκτώντας «ακαλλιέργητες γαίες» με ένα «ασήμαντο αντίτιμο», οι σημερινές πολυεθνικές βλέπουν τα κρατικά προγράμματα, τα δημόσια περιουσιακά στοιχεία και οτιδήποτε δε θα έπρεπε να είναι προς πώληση ως το νέο έδαφος που πρέπει να κατακτήσουν: τα ταχυδρομεία, τα εθνικά πάρκα, τα σχολεία, την κοινωνική ασφάλιση, την αρωγή για φυσικές καταστροφές και οτιδήποτε άλλο εποπτεύεται από τη δημόσια διοίκηση.

Για τη Σχολή του Σικάγου, τα κράτη είναι οι νέες αποικίες τις οποίες οι εταιρείες πρέπει να λεηλατήσουν με την ίδια ανηλεή αποφασιστικότητα και ενεργητικότητα που επέδειξαν οι κονκισταδόροι όταν μετέφεραν στην Ισπανία το χρυσό και το ασήμι των Άνδεων. Ενώ ο Άνταμ Σμιθ έβλεπε γόνιμα λιβάδια τα οποία θα μπορούσαν να μετατραπούν σε επικερδή αγροκτήματα, η Γουόλ Στριτ βλέπει «χρυσές ευκαιρίες» στο τηλεφωνικό δίκτυο της Χιλής, στην αεροπορική εταιρεία της Αργεντινής, στην πετρελαϊκή βιομηχανία της Ρωσίας, στο σύστημα ύδρευσης της Βολιβίας, στις δημόσιες ραδιοσυχνότητες των Ηνωμένων Πολιτειών, στα εργοστάσια της Πολωνίας - όλα οικοδομημένα με δημόσιο χρήμα, για να ξεπουληθούν στη συνέχεια για ένα ασήμαντο αντίτιμο. Επιπλέον, υπάρχουν οι ευκαιρίες πλουτισμού που δημιουργούνται με τον εξαναγκασμό των κρατών να προστατεύουν με πατέντες και να βάζουν τιμή πώλησης σε μορφές ζωής και σε φυσικούς πόρους που ουδέποτε μέχρι σήμερα είχαν θεωρηθεί εμπορεύσιμα: σπόρους, γονίδια, το διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Αναζητώντας άοκνα νέα κερδοφόρα εδάφη στο δημόσιο τομέα, οι οικονομολόγοι της Σχολής του Σικάγου μοιάζουν με τους χαρτογράφους της εποχής της αποικιοκρατίας που εντοπίζουν νέες υδάτινες οδούς στον Αμαζόνιο και σημαδεύουν την τοποθεσία ενός ναού των Ίνκας όπου υπάρχουν κρυμμένα αποθέματα χρυσού.

Η διαφθορά είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της σημερινής κατάκτησης νέων εδαφών, όπως ήταν και κατά την εποχή του αποικιοκρατικού «πυρετού του χρυσού». Καθώς οι πιο σημαντικές συμφωνίες ιδιωτικοποιήσεων υπογράφονται πάντα εν μέσω οικονομικών ή πολιτικών κρίσεων, δεν υπάρχει ποτέ μια σαφής νομοθεσία ή ένα αποτελεσματικό ρυθμιστικό πλαίσιο - η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι χαοτική, οι τιμές είναι ρευστές, οι συνειδήσεις των πολιτικών ελαστικές. Αυτό που ζούμε εδώ και τρεις δεκαετίες είναι η διαρκής επέκταση του καπιταλισμού, με τα σύνορα των εδαφών που κατακτά να επεκτείνονται έπειτα από κάθε κρίση και να μετακινούνται προς τα εμπρός μόλις αποκαθίσταται η έννομη τάξη.

Αντί, λοιπόν, να λειτουργήσει ως μια προειδοποίηση, η άνοδος των ολιγαρχών δισεκατομμυριούχων της Ρωσίας απέδειξε πόσο επικερδής μπορεί να είναι η καταλήστευση των πόρων ενός βιομηχανικού κράτους. Όμως η Γουόλ Στριτ ήθελε περισσότερα.

Αμέσως μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ και το ΔΝΤ απαίτησαν να πραγματοποιούνται με πολύ πιο γρήγορο ρυθμό οι ιδιωτικοποιήσεις στις χώρες που πλήττονται από κρίσεις. Η πιο δραματική περίπτωση μέχρι σήμερα υπήρξε η κατάρρευση της οικονομίας του Μεξικού το 1994 (ένα χρόνο μετά το πραξικόπημα του Γέλτσιν), η οποία έγινε γνωστή ως «κρίση της τεκίλας»: Για να διασώσουν την οικονομία του Μεξικού, οι ΗΠΑ έθεσαν ως όρο την εν ριπή οφθαλμού πραγματοποίηση ιδιωτικοποιήσεων, που, σύμφωνα με το Forbes δημιούργησαν είκοσι τρεις νέους δισεκατομμυριούχους. «Το δίδαγμα είναι προφανές: Για να προβλέψετε πού θα αναδυθεί μια νέα γενιά δισεκατομμυριούχων, στρέψτε το βλέμμα σας προς τις χώρες όπου ανοίγουν οι αγορές». Μία ακόμα συνέπεια της κρίσης ήταν η πρωτοφανής αύξηση της ξένης ιδιοκτησίας στο Μεξικό: Μέχρι το 1990 μόνο μία από τις τράπεζες του Μεξικού ανήκε σε ξένους, όμως «το 2000 είκοσι τέσσερις από τις τριάντα τράπεζες ήταν σε ξένα χέρια». Αναμφίβολα, το μοναδικό δίδαγμα από την περίπτωση της Ρωσίας είναι ότι όσο πιο γρήγορα και άνομα γίνεται η μεταφορά του πλούτου τόσο μεγαλύτερα είναι τα κέρδη.Ένας από τους ανθρώπους που το γνώριζε αυτό πολύ καλά ήταν ο Γκονσάλο Σάντσες δε Λοσάδα (Γκόνι), ο επιχειρηματίας στο σαλόνι της έπαυλης του οποίου σχεδιάστηκε το 1985 το πρόγραμμα για τη θεραπεία-σοκ στη Βολιβία.

Ως Πρόεδρος της χώρας στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο Σάντσες δε Λοσάδα πούλησε την εθνική πετρελαϊκή εταιρεία της Βολιβίας, αλλά και τις εθνικές επιχειρήσεις αερομεταφορών, σιδηροδρόμων, ηλεκτρισμού και τηλεφωνίας. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στη Ρωσία, όπου τα έπαθλα δόθηκαν σε ντόπιους, οι νικητές στη διαδικασία εκποίησης της δημόσιας περιουσίας της Βολιβίας ήταν οι Enron, Royal Dutsch/ Shell Amoco και  Citibank- και οι πωλήσεις έγιναν απευθείας, χωρίς να προκύψει ανάγκη για διαμεσολάβηση συνεργασία με εγχώριες εταιρείες.

Η Wall Street Journal περιέγραψε τα όσα συνέβησαν στη Λα Πας το 1995 ως ένα σκηνικό της Άγριας Δύσης: «Το ξενοδοχείο Radisson Plaza είναι γεμάτο με διευθυντικά στελέχη μεγάλων εταιρειών των ΗΠΑ, όπως οι AMR, MCI, Exxon, Salomon Brothers. Είναι προσκεκλημένοι των Βολιβιανών για να ξαναγράψουν τη νομοθεσία που θα διέπει τους τομείς οι οποίοι θα ιδιωτικοποιούνται και για να υποβάλουν προσφορές για τις εταιρείες που πωλούνται» - ένας επωφελής διακανονισμός. «Εκείνο που έχει σημασία είναι να καταστήσουμε αυτές τις αλλαγές αμετάκλητες πριν αντιδράσουν τα αντισώματα», είχε δηλώσει ο Πρόεδρος Σάντσες δε Λοσάδα εξηγώντας πώς σκόπευε να εφαρμόσει τη θεραπεία-σοκ. Για να είναι απολύτως βέβαιο ότι τα «αντισώματα» δε θα αντιδρούσαν, η κυβέρνηση της Βολιβίας έκανε κάτι που είχε ξαναδοκιμάσει σε παρόμοιες καταστάσεις: Επέβαλε μία ακόμα μακροχρόνια «κατάσταση πολιορκίας», απαγορεύοντας τις πολιτικές συγκεντρώσεις και συλλαμβάνοντας όσους ήταν αντίθετοι στη διαδικασία της θεραπείας-σοκ.

Όσο για την περίοδο της περιβόητης διαφθοράς και των ιδιωτικοποιήσεων στην Αργεντινή, αυτή εξυμνήθηκε σε μια επενδυτική έκθεση της Goldman Sachs ως η δημιουργία ενός «Γενναίου Νέου Κόσμου». Ο Κάρλος Μένεμ, ο περονιστής Πρόεδρος που είχε ανέλθει στην εξουσία υποσχόμενος να είναι η φωνή των εργαζομένων, πραγματοποίησε απολύσεις και στη συνέχεια πούλησε την πετρελαϊκή βιομηχανία, το τηλεφωνικό δίκτυο, την αεροπορική εταιρεία, τους σιδηροδρόμους, το αεροδρόμιο, το εθνικό οδικό δίκτυο, το σύστημα ύδρευσης, το ζωολογικό κήπο του Μπουένος Άιρες και, τελικά, τα ταχυδρομεία και τα εθνικά συνταξιοδοτικά ταμεία. Καθώς ο πλούτος της χώρας μεταφερόταν στο εξωτερικό, ο τρόπος ζωής των Αργεντινών πολιτικών γινόταν ολοένα και πιο πολυτελής. Ο Μένεμ, κάποτε γνωστός για τα δερμάτινα σακάκια του και τις φαβορίτες του, άρχισε να φοράει ιταλικά κοστούμια και να επισκέπτεται πλαστικούς χειρουργούς («τσίμπημα από μέλισσα», είχε δηλώσει για να εξηγήσει τα πρησμένα χαρακτηριστικά του προσώπου του). Η Μαρία Χούλια Αλσογαράι, η υπουργός του Μένεμ που ήταν υπεύθυνη για τις ιδιωτικοποιήσεις, φωτογραφήθηκε για το εξώφυλλο ενός ευρείας κυκλοφορίας περιοδικού φορώντας μόνο μια γούνα, ενώ ο Μένεμ άρχισε να οδηγεί μια κόκκινη Ferrari Testarossa - «δώρο» ενός ευγνώμονα επιχειρηματία.

Οι χώρες που μιμήθηκαν τις ιδιωτικοποιήσεις στη Ρωσία γνώρισαν, επίσης, πιο ήπιες εκδοχές του ανεστραμμένου πραξικοπήματος του Γέλτσιν: Οι κυβερνήσεις ανέρχονταν στην εξουσία με εκλογές, αλλά υποχρεώνονταν να καταφεύγουν στη βία για να διατηρηθούν στην εξουσία και να υπερασπίσουν τις μεταρρυθμίσεις τους. Στην Αργεντινή η εξουσία του αχαλίνωτου νεοφιλελευθερισμού τερματίστηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2001, όταν ο Πρόεδρος Φερνάντο δε λα Ρούα και ο υπουργός Οικονομικών του Ντομίνγκο Καβάγιο προσπάθησαν να επιβάλουν τα επιπλέον μέτρα λιτότητας τα οποία είχε ζητήσει το ΔΝΤ. Ο πληθυσμός εξεγέρθηκε και ο Φερνάντο δε λα Ρούα διέταξε την ομοσπονδιακή αστυνομία να διαλύσει τα πλήθη με οποιοδήποτε μέσο κρινόταν αναγκαίο. Τελικά, ο Πρόεδρος αναγκάστηκε να δραπετεύσει από τη χώρα με ελικόπτερο, όχι όμως προτού σκοτωθούν 21 διαδηλωτές και τραυματιστούν 1.350 άνθρωποι από την αστυνομία.

Οι τελευταίοι μήνες του Γκόνι στην εξουσία υπήρξαν ακόμα πιο αιματοβαμμένοι. Οι ιδιωτικοποιήσεις του πυροδότησαν μια σειρά από «πολέμους» στη Βολιβία: Αρχικά τον «πόλεμο του νερού» εναντίον της Bechtel, που είχε αγοράσει το σύστημα ύδρευσης και είχε αυξήσει τις τιμές κατά 300%. Έπειτα, τον «πόλεμο των φόρων» εναντίον του σχεδίου του ΔΝΤ που προέβλεπε τη φορολόγηση των φτωχών για να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα. Και, τέλος, τον «πόλεμο του φυσικού αερίου» εναντίον των σχεδίων εξαγωγής φυσικού αερίου στις ΗΠΑ. Τελικά, ο Γκόνι υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το Προεδρικό Μέγαρο και να ζήσει εξόριστος στις ΗΠΑ, όμως (όπως και στην περίπτωση του Φερνάντο δε λα Ρούα) όχι προτού χαθούν πολλές ζωές. Όταν ο Γκόνι διέταξε το στρατό να καταστείλει τις διαδηλώσεις, οι στρατιώτες σκότωσαν 70 ανθρώπους (πολλοί από τους οποίους απλώς έτυχε να περνούν από τα σημεία όπου γίνονταν οι διαδηλώσεις) και τραυμάτισαν 400. Στις αρχές του 2007 το Ανώτατο Δικαστήριο της Βολιβίας απήγγειλε εναντίον του Γκόνι κατηγορίες σχετικά με τις σφαγές.

Τα καθεστώτα που επέβαλαν τις μαζικές ιδιωτικοποιήσεις στην Αργεντινή και στη Βολιβία θεωρήθηκαν από την Ουάσινγκτον παραδείγματα της εφαρμογής της θεραπείας-σοκ με ειρηνικό και δημοκρατικό τρόπο, χωρίς πραξικοπήματα και καταστολή. Παρόλο που είναι αλήθεια ότι τα καθεστώτα αυτοί δεν επιβλήθηκαν με τη δύναμη των όπλων, είναι, ασφαλώς, σημαντικό ότι και τα δυο κατέρρευσαν μέσα σε έναν καταιγισμό πυροβολισμών.

Στις περισσότερες χώρες του νότιου ημισφαιρίου αποκαλούν το νεοφιλελευθερισμό «δεύτερη αποικιοκρατική λεηλασία»: Κατά την πρώτη λεηλασία ο πλούτος ξεριζώθηκε από τη γη και στη δεύτερη αφαιρέθηκε από τα κράτη. Έπειτα από καθεμία από αυτές τις «φρενίτιδες κέρδους» έρχονταν οι υποσχέσεις: Την επόμενη φορά θα έχουν θεσπιστεί αυστηροί νόμοι πριν πουληθούν τα περιουσιακά στοιχεία μιας χώρας, ενώ τη διαδικασία θα επιβλέπουν ρυθμιστικές Αρχές με άγρυπνο βλέμμα και ελεγκτές με άμεμπτη ηθική.

Την επόμενη φορά θα «οικοδομηθούν θεσμοί» πριν από τις ιδιωτικοποιήσεις (για να χρησιμοποιήσω την ορολογία μετά την εφαρμογή της θεραπείας-σοκ στη Ρωσία). Όμως το αίτημα να υπάρξει νόμος και τάξη μετά τη μεταφορά των κερδών στο εξωτερικό είναι, στην πραγματικότητα, ένας τρόπος για να νομιμοποιηθεί εκ των υστέρων η καταλήστευση - όπως ακριβώς οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες καθιστούσαν νόμιμες τις αρπαγές τους με συνθήκες. Για τον Άνταμ Σμιθ, η ανομία στα «νέα εδάφη» δεν ήταν το πρόβλημα αλλά η ουσία, μια σημαντική παράμετρος του παιχνιδιού - όπως ακριβώς και οι μεταγενέστερες δηλώσεις μεταμέλειας και οι υποσχέσεις ότι τα πράγματα θα είναι καλύτερα την επόμενη φορά.

- See more at: http://gfragoulis.blogspot.gr/2015/07/blog-post_7.html#sthash.yl3I79Dq.dpuf

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση