iphone app
android app
iphone app android app
Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017
Γελοιογραφία

Τη Δευτέρα ο "λογαριασμός"


Την Κυριακή, λοιπόν, ο κυρίαρχος λαός αποφασίζει, ελπίζω με νου, λογική και καρδιά, πάνω από όλα για την Ελλάδα, το λαό της και τις επερχόμενες γενιές. Όμως, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, είτε με το «ΝΑΙ», είτε με το «ΟΧΙ», τη Δευτέρα η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να σταθεί υποχρεωτικά απέναντι στους δανειστές, με δεδομένο όμως ότι πολιτικά θα είναι πλήρως αποδυναμωμένη. Όποια κι αν είναι αυτή η κυβέρνηση.

Του Γιώργου Σαχίνη

Οι σωρευμένες ζημίες από το κλείσιμο των τραπεζών και τις επιπτώσεις τους στην ελληνική οικονομία, η συνεχής διεύρυνση του «λογαριασμού» των μέτρων το τελευταίο διάστημα και η άμεση εξάρτηση κράτους και τραπεζών από το ευρωσύστημα, αλλά και η απειλή μιας παταγώδους κατάρρευσης δεν επιτρέπουν καμιά σοβαρή διαπραγμάτευση, όσα προσχήματα και αν τηρηθούν. Από τη στιγμή που έκλεισαν οι τράπεζες, το κενό που θα πρέπει να καλυφθεί για να υπάρχει από την Τρίτη στοιχειώδης ρευστότητα υπολογίζεται σε 7,5 δισ. ευρώ περίπου μέχρι στιγμής.

Προσοχή, δε λέμε να ανοίξουν ξανά την Τρίτη οι τράπεζες, αλλά να μπορούν στοιχειωδώς να καλύπτουν τη ρευστότητα στα ΑΤΜ. Για να συνέβαινε άνοιγμα και μάλιστα με περιορισμούς και πάλι στην καλύτερη περίπτωση θα έπρεπε το βράδυ της Κυριακής του δημοψηφίσματος, ο Ντράγκι να ανακοίνωνε μία αύξηση στον ELA (την ώρα που μιλάμε) κοντά στα 9 δισ. ευρώ, ώστε να υπήρχε μία υποτυπώδη ροή ρευστότητας την Τρίτη.

Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, δεν εστιάζω στο δημοψήφισμα, για το οποίο διεξάγεται ένας τεράστιος επικοινωνιακός πόλεμος, αλλά στην επόμενη μέρα. Αυτό ίσως μας οδηγεί και σε ορισμένα ασφαλή συμπεράσματα για την ερχόμενη Κυριακή. Στην πραγματικότητα, η Δευτέρα είναι που θα κρίνει τι θα επικρατήσει στη χώρα μας τους επόμενους μήνες και χρόνια. Η αλήθεια είναι πως, ανεξαρτήτως του δημοψηφίσματος, των πολιτικών εξελίξεων και της μορφής που θα έχει η κυβέρνηση, το ζητούμενο και το κρίσιμο είναι ο «λογαριασμός».

Η πλευρά των Ευρωπαίων εταίρων έσπρωξε τα πράγματα έως εδώ που φτάσαμε, με την κυβέρνηση, μέσω "δημιουργικής ασάφειας" να κάνει το ένα λάθος πίσω από το άλλο, εξαντλώντας το χρόνο αλλά χωρίς χρήμα, εγκλωβισμένη στην τέλεια καταιγίδα που δημιούργησε η εκροή δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ από τις τράπεζες. Όμως, το κατεπείγον ζήτημα δεν είναι σήμερα ο καταμερισμός των ευθυνών προς όσους προκάλεσαν ή συνέβαλαν στο σημερινό αδιέξοδο.

Το ερώτημα είναι - στο σημείο στο οποίο βρισκόμαστε - τι θα γίνει από Δευτέρα. Τα άμεσα ζητήματα, όπως το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και το πώς θα το αντιμετωπίσουν οι Ευρωπαίοι, το ποια κυβέρνηση θα έχουμε (τις άμεσες εκλογές πάντως φέρεται να απέκλεισε ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας), το πώς θα αποκατασταθεί η στοιχειώδης ομαλότητα στην οικονομική λειτουργία τις χώρας και τα - βαριά - ανταλλάγματα που θα ζητηθούν από τους δανειστές για να συμβάλουν σε αυτή την εξομάλυνση ελπίζουμε και πιστεύουμε ότι θα αντιμετωπιστούν σύντομα.

Αυτό όμως που θα μείνει ως κληρονομιά από τις εξελίξεις της επόμενης εβδομάδας και από το τελικό βάρος του «λογαριασμού» πιθανότατα περιπλέκει την κατάσταση στην οποία θα βρεθεί το πολιτικό σύστημα το επόμενο διάστημα.

* Αν η κυβέρνηση Τσίπρα είναι αυτή που θα υπογράψει τη νέα βαριά συμφωνία, προφανώς δε θα είναι σε θέση να αντέξει τις πολιτικές συνέπειες και να κυβερνήσει πολιτικά αλώβητη, ειδικά σε ένα περιβάλλον μη κανονικής λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος, το οποίο είναι άγνωστο πότε θα επανέλθει στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν πριν από το λουκέτο. Αυτό δε συζητείται καν.

* Αν η κυβέρνηση Τσίπρα δώσει τη θέση της σε ένα «οικουμενικό» σχήμα, όπως αυτό που ζητείται από τους δανειστές και εγχώριες πολιτικές δυνάμεις, αναγκαστικά δε θα έχει μεγάλο χρόνο ζωής και αργά ή γρήγορα θα πρέπει να κάνει εκλογές. Τα «τεχνοκρατικά» σχήματα τύπου Παπαδήμου, ακόμη και με «οικουμενική» στήριξη, δεν έχουν τη δυνατότητα να διαχειριστούν πολιτικά επί μακρόν τη φορολογική καταιγίδα, το κόψιμο συντάξεων και τις δραματικές συνέπειες από τις δραστικές περικοπές των δημόσιων δαπανών, ενώ μια «άχρωμη» πολιτική προσωπικότητα θα συγκεντρώσει πολύ σύντομα τα πυρά της λαϊκής βάσης όλων των κομμάτων.

Ο κίνδυνος από την ταυτόχρονη απαξίωση του συνόλου σχεδόν του πολιτικού προσωπικού και των κομμάτων είναι ήδη ορατός και ο καθένας μπορεί να τον διαπιστώσει βλέποντας, όλους όσοι επιχείρησαν να επανέλθουν στο προσκήνιο, αυτές τις μέρες ενόψει του δημοψηφίσματος.

Το επόμενο κρίσιμο πολιτικό ερώτημα, ως απότοκο των παραπάνω, είναι τι θα συμβεί σε περίπτωση εκλογών. Εδώ σηκώνουμε τα χέρια ψηλά, αφού ο συσχετισμός του «Ναι» και του «Όχι» στο δημοψήφισμα, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, δε θα μπορεί να μας προσφέρει ασφαλή συμπεράσματα για την κατάσταση του πολιτικού συστήματος την επομένη μιας εκλογικής αναμέτρησης.

Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική αβεβαιότητα είναι το πιο σοβαρό ενδεχόμενο και η διάρκειά της είναι άγνωστη.

Πάντως, όσο πιο βαρύς είναι ο λογαριασμός που θα πληρώσει ο ελληνικός λαός, τόσο μεγαλύτερος θα είναι ο πολιτικός κραδασμός γι' αυτόν που θα τον σερβίρει.


Η ευθύνη της Ευρώπης

Εδώ ακριβώς έρχεται ο ρόλος των Ευρωπαίων δανειστών, οι οποίοι θα πρέπει να λάβουν και αυτοί τις αποφάσεις τους. Έχοντας ήδη «πνίξει» πολιτικά διαδοχικές κυβερνήσεις, έχοντας εξαντλήσει τα δημοκρατικά αποθέματα του ελληνικού πολιτικού συστήματος - όπως αποδείχτηκε ήδη από το 2010! - έχουν να λάβουν μια σοβαρή απόφαση. Αν θέλουν μια Ελλάδα ζωντανή ή σε κατάσταση ζόμπι, η οποία στο μέλλον - αναγκαστικά - θα δημιουργεί διαρκώς μεγαλύτερο πολιτικό ρίσκο για την Ευρώπη.

1. Αν επιλέξουν μια ομαλή διαχείριση του ελληνικού προβλήματος, υπάρχουν πιθανότητες να τεθεί η χώρα σε τροχιά ανόδου. Στην περίπτωση αυτή και οι δημοκρατικές δυνάμεις του πολιτικού συστήματος θα κερδίσουν τον κρίσιμο χρόνο μετεξέλιξης και επιβίωσής τους.

2. Αν, αντιθέτως, επιλεγεί πάλι ο δρόμος του σοκ, τότε κανένα ενδεχόμενο δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο. Το ήδη εξασθενημένο πολιτικό σύστημα δε θα αντέξει τους κραδασμούς - ούτε εντός ούτε, πολύ περισσότερο, εκτός ευρώ. Στην περίπτωση αυτή θα εξαλειφθεί και ο κίνδυνος που έχει ήδη εμφανιστεί από τα ακροδεξιά - ο οποίος παρεμπιπτόντως απασχολεί την Ευρώπη σε όλη της την έκταση τα τελευταία χρόνια και αξιολογείται ως ο σοβαρότερος συστημικός κίνδυνος.

Εκτός αν οι Δυτικοί σύμμαχοί μας έχουν αποφασίσει να παραχωρήσουν την «αναγκαστική διαχείριση» της χώρας στον... Νταβούτογλου, ο οποίος δήλωσε ήδη πρόθυμος να μας «διευκολύνει». Στην περίπτωση αυτή, η συζήτηση αλλάζει και η έννοια του εθνικού κινδύνου ανεβαίνει σε άλλο, δυσθεώρητο επίπεδο...

Πρόκειται για μερικά από τα ερωτήματα που βασανίζουν ήδη τη διχασμένη κοινή γνώμη, η οποία σε αυτή την κρίσιμη καμπή για τη χώρα περισσότερο από τις πολιτικές εξελίξεις ανησυχεί και ενδιαφέρεται για το τι μέλλει γενέσθαι με την πορεία της οικονομίας και την αποκατάσταση της σταθερότητας.

Στο Μέγαρο Μαξίμου, αναγνωρίζοντας το τεράστιο το ρίσκο που ανέλαβαν, θεωρούν τελικά ότι ο λαός θα ψηφίσει ψύχραιμα και σοφά: Τουτέστιν οι πολίτες με τη ψήφο τους θα δώσουν ένα "ισόπαλο" αποτέλεσμα που θα δίνει την εντολή στην κυβέρνηση να προχωρήσει σε... "μια σκληρή συμφωνία μετά από σκληρή διαπραγμάτευση"!

Αυτή την ώρα και, όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα, ο πρωθυπουργός και το επιτελείο του σε καμία περίπτωση δε θα ήθελαν ένα "μεγάλο ΟΧΙ" γιατί αυτό θα εκλαμβανόταν και θα σήμαινε για τους δανειστές "εντολή ρήξης" επί της ουσίας, ενώ το "μεγάλο ΝΑΙ" θα τον ανάγκαζε να προχωρήσει ακόμη και σε μνημονιακές επιλογές που δε συνάδουν με τις προεκλογικές και προγραμματικές δεσμεύσεις του ιδίου και του κόμματος.

Με άλλα λόγια, στόχος πλέον του κ. Τσίπρα είναι ένα αποτέλεσμα άσχετα με τη ρητορεία υπέρ του ΟΧΙ, που θα τον νομιμοποιεί στα μάτια και των "ευρωπαϊστών" και των "ευρωσκεπτικιστών" να προχωρήσει σε μια "βιώσιμη λύση" ευρείας κοινοβουλευτικής και κοινωνικής πλειοψηφίας και αποδοχής.

Προφανώς, η ψήφος στο δημοψήφισμα εμμέσως πλην σαφώς έχει και χαρακτήρα "ψήφου εμπιστοσύνης" προς την κυβέρνηση Τσίπρα και στην περίπτωση που κατισχύσει το ΝΑΙ αυτό θα εκληφθεί από το Μέγαρο Μαξίμου ως καταδίκη της ακολουθούμενης πολιτικής, γεγονός που θα τον οδηγήσει κατά πάσα πιθανότητα σε άμεση παραίτηση της κυβέρνησής του.

Αν ο κ. Τσίπρας θέλει να παραμείνει στο τιμόνι της χώρας ακόμη και μετά από ένα "μεγάλο ΝΑΙ" τότε αυτό σημαίνει αυτόματα υπογραφή συμφωνίας και προώθηση των εφαρμοστικών νόμων, γεγονός όμως που θα πυροδοτήσει έντονες αναταράξεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, πιθανότατα και ανεξαρτητοποιήσεις βουλευτών και διαμόρφωση μιας άλλης κυβερνητικής πλειοψηφίας, ενδεχομένως με τη στήριξη του ΠΟΤΑΜΙΟΥ και του ΠΑΣΟΚ.

Στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, μιλώντας σε δημοσιογράφους στη Βουλή, σημείωνε πάντως ότι η κυβέρνηση εν μέσω θέρους δε θα πάει σε εκλογές, αλλά θα ζητήσει παράταση προγράμματος, ώστε να στηθούν κάλπες το φθινόπωρο. Δεν απάντησε, όμως, αν θα γίνει με πάγωμα του κυβερνητικού έργου για τρεις μήνες, την ώρα που η οικονομία είναι στην εντατική.

Στην περίπτωση της νίκης του "ΟΧΙ" τα πράγματα είναι δύσκολα, καθώς η κυβέρνηση δεσμεύεται να φέρει, όπως λέει ο ίδιος ο κ. Τσίπρας, «συμφωνία σε 48 ώρες». Ωστόσο το ερώτημα που τίθεται είναι συμφωνία ποιας μορφής και περιεχομένου, καθώς οι οπαδοί του "ΟΧΙ" δεν πρόκειται να ψηφίσουν μια νέα "επώδυνη" συμφωνία, ιδίως χωρίς ρύθμιση χρέους, όπως προεξοφλούν ο Β. Σόιμπλε και ο Γ. Ντάισενμπλουμ, οι οποίοι αντιμετωπίζουν το «όχι» ως μήνυμα απόρριψης της ευρωπαϊκής πορείας και προοπτικής της χώρας.

Εν κατακλείδι, τα πολιτικά σενάρια της επόμενης μέρας πρέπει να συνδυαστούν και με το μείζον θέμα αποκατάστασης, όσο γίνεται πιο άμεσα, και της ομαλότητα στο τραπεζικό σύστημα, γεγονός που κάνει το παζλ των εξελίξεων ακόμη πιο δύσκολο και με το φόβο "ατυχήματος" ορατό πλέον.


Το "μυστικό" της έκθεσης του ΔΝΤ

Η έκθεση του ΔΝΤ για το ελληνικό χρέος, τέσσερις μέρες πριν από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, έχει τη σημασία της και ας επισκιάζεται από την ένταση των πολιτικών εξελίξεων στη χώρα μας.

Το Ταμείο εγκαταλείπει με τον πιο πανηγυρικό τρόπο το συμβιβασμό που επιτεύχθηκε μεταξύ της Κριστίν Λαγκάρντ και της Ε.Ε. τις περασμένες εβδομάδες, σύμφωνα με τον οποίο το ΔΝΤ έκανε υποχωρήσεις και αποδέχτηκε να συζητήσει για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους μετά την λήξη της πεντάμηνης παράτασης, ώστε να μη φέρει σε δύσκολη θέση την Ε.Ε. και δη τη Γερμανία. Ως αντάλλαγμα, το ΔΝΤ πήρε τις σκληρότερες θέσεις στο ασφαλιστικό και τα εργασιακά, αλλά και το ΦΠΑ. Κάπως έτσι εγκαταλείφθηκαν σε μια νύχτα οι συμβιβαστικές προσπάθειες της Κομισιόν και η ελληνική πρόταση από καλή «βάση» για συζήτηση κατέληξε στα αζήτητα.

Τόσο το Eurogroup του Σαββάτου, κατά τη διάρκεια του οποίου ζητήθηκε από τον Γιάννη Βαρουφάκη να αποχωρήσει από την αίθουσα, όσο και οι Γιούνκερ, Λαγκάρντ και Ντράγκι και οι αρχηγοί κρατών της Ε.Ε. είχαν αποφασίσει ότι δε θα γινόταν καμία διαπραγμάτευση πριν από το δημοψήφισμα, και ας διαρρεόταν ότι η πόρτα ήταν ακόμα ανοικτή.

Αυτό επιβεβαιώθηκε όσο οι μέρες περνούσαν και παρά τα έκτακτα Eurogroup, η Γερμανίδα καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ το ανακοίνωσε τελικά ενώπιον της βουλής της την Τετάρτη. Από τις 27 Ιουνίου, δηλαδή, οι πιστωτές είχαν λάβει την απόφαση να κατεβάσουν τα ρολά της διαπραγμάτευσης.

Όμως, σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες, τα στελέχη του EuroWorking Group, σε συνεργασία με τη Κομισιόν και τον ESM, είχαν αρχίσει ήδη από τότε να επεξεργάζονται τη νέα συμφωνία-πρόγραμμα για την Ελλάδα, την οποία και ήδη παρουσίασαν στους υπουργούς οικονομικών της ευρωζώνης.

Η συμφωνία κάνει λόγο για μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα και χρηματοδότηση με όρους ενός νέου bail-out αντί για ολιγόμηνη παράταση.

Βεβαίως η συντριπτική πλειοψηφία των εταίρων θέτει ως προϋπόθεση το «Ναι» στο δημοψήφισμα για να ξεκινήσει η εφαρμογή του σχεδίου. Όμως, κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι ένα «Όχι» θα μπλοκάρει κατευθείαν τις διαπραγματεύσεις, καθώς, όπως μαθαίνουμε, οι μετριοπαθείς φωνές εντός ευρωζώνης κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου περί μη αναστρέψιμης κατάστασης για την Ελλάδα, αλλά και των μεσοπρόθεσμων απειλών για την ευρωζώνη.

Σε αυτό το κλίμα, η δημοσίευση της έκθεσης του ΔΝΤ έχει ανακατέψει την τράπουλα και προκάλεσε έντονο εκνευρισμό στα κέντρα των αποφάσεων της Ε.Ε. και ιδιαίτερα στο Βερολίνο, παρά το γεγονός ότι η ίδια η κ. Λαγκάρντ επισήμως κρατάει αποστάσεις, αφού η έκθεση, όπως σημειώνει, δεν έχει την έγκριση του Δ.Σ. του Ταμείου.

Με αυτή τη δημοσίευση, ωστόσο, η κ. Λαγκάρντ δείχνει ότι όχι μόνο δεν ισχύει πλέον η συμφωνία μεταξύ του ΔΝΤ και της Ε.Ε. για το χρέος της χώρας μας, αλλά πάει και ένα βήμα πάρα πέρα.

Επί της ουσίας, λέει ότι για να δεχτεί να συμμετέχει σε μελλοντικό πρόγραμμα (κάτι το οποίο θέλει η Γερμανία) πρέπει να γίνουν δεκτοί οι δικοί της σκληρότατοι όροι.

Η κ. Λαγκάρντ δείχνει πλέον ξεκάθαρα στην κ. Μέρκελ ότι δεν μπορεί να ζητεί τη συμμετοχή του Ταμείου και ταυτοχρόνως να αποφεύγει τη συζήτηση για το χρέος.

Η έκθεση του ΔΝΤ είναι σαφέστατα η σκληρότερη που έχει γράψει μέχρι τώρα και βεβαίως έχει πολιτική χροιά.

Σηκώνει το γάντι και αναφέρεται στην αναποφασιστικότητα της Ε.Ε. να λειτουργήσει αποτελεσματικά και ξαναβάζει στο τραπέζι ακόμα και το κούρεμα των δανείων που έχουν δώσει τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. στην Ελλάδα. Κάτι τέτοιο έχει απορριφθεί κατηγορηματικά από την Ε.Ε. και δη από το Βερολίνο, όμως η έκθεση του ΔΝΤ καταγράφει ποσά που μόνο ίλιγγο μπορούν να προκαλέσουν στους Ευρωπαίους.

Αναφέρει συγκεκριμένα:

1. Ότι οι δανειακές ανάγκες της Ελλάδας από τον Οκτώβριο του 2015 μέχρι το Δεκέμβριο του 2018 και εάν το πρόγραμμα εφαρμοστεί κανονικά φτάνουν τα 52 δισεκατομμύρια ευρώ (ποσό που είναι ουσιαστικά υψηλότερο, αφού η έκθεση συντάχθηκε πριν τα capital controls).

2. Τα 36 δισ. από τα 52 είναι η συνεισφορά της Ε.Ε. στη χρηματοδότηση και τα 16 είναι από το τρέχον πρόγραμμα του ΔΝΤ που τώρα είναι σε arrears.

3. Οι δανειακές ανάγκες της χώρας από τον Ιούνιο του 2015 μέχρι το Δεκέμβριο του 2018, τώρα που δεν υπάρχει πρόγραμμα της Ε.Ε. και αυτό του ΔΝΤ βρίσκεται σε καθυστέρηση, ξεπερνούν τα 60 δισεκατομμύρια ευρώ!


Το μήνυμα πρέπει να είναι ξεκάθαρο

Το ΔΝΤ λέει ξεκάθαρα ότι η Ευρώπη οφείλει να δώσει περισσότερα χρήματα στην Ελλάδα, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι οι κυβερνήσεις αδυνατούν να περάσουν από τα κοινοβούλιά τους φρέσκο χρήμα για τη χώρα μας.

Προσδιορίζει δε τις δανειακές ανάγκες της χώρας μας, χρησιμοποιώντας τη συμφωνία που βρισκόταν στο τραπέζι πριν διακοπούν οι διαπραγματεύσεις, λέγοντας εν ολίγοις ότι τα χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα και η ελαστικότητα στις μεταρρυθμίσεις πρέπει να αντισταθμιστούν με επιπλέον χρηματοδότηση από την Ε.Ε.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, η έκθεση προχωράει ένα βήμα παραπέρα και αναφέρει ξεκάθαρα ότι, ακόμα και εάν βρεθεί η αναγκαία χρηματοδότηση από την Ε.Ε., ακόμα και εάν το πρόγραμμα επιστρέψει στην ομαλότητα και εφαρμοστεί πλήρως και στην ώρα του, ακόμα και εάν η Ε.Ε. δώσει άλλα 20 χρόνια (αντί για δέκα) ως περίοδο χάριτος στα υπάρχοντα δάνεια και τα επιμηκύνει στα 40 χρόνια (αντί για 20), ακόμα και τότε τα ρίσκα για τη βιωσιμότητα του χρέους είναι υπαρκτά.

Με άλλα λόγια το ΔΝΤ τινάζει στον αέρα οποιαδήποτε συμφωνία είχε επιτευχθεί μέχρι σήμερα και τραβάει τόσο πολύ το σχοινί, που δείχνει ότι επιθυμεί να μην αφήσει κανένα περιθώριο ελιγμών από πλευράς Ε.Ε.

Η κόντρα μεταξύ της Ε.Ε. και του ΔΝΤ ενδέχεται να φανεί αμέσως μόλις έρθει η ώρα να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις Αθήνας-δανειστών με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Είναι πλέον πιθανό ότι η Ευρώπη θα κληθεί σύντομα να επιλέξει ανάμεσα στο εάν θα υποστεί κούρεμα του χρέους ή κατ' ελάχιστον αναδιάρθρωση στις λήξεις των δανείων της, με ταυτόχρονη επιβολή πολύ σκληρών και δημοσιονομικών όρων στην Ελλάδα, ώστε να παραμείνει το ΔΝΤ στο πρόγραμμα, ή θα επιλέξει έναν άλλο δρόμο, πιο «ευρωπαϊκό», μέσω αποκλειστικής δανειοδότησης της Ελλάδας, από εδώ και εμπρός, από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης.

Το κλειδί της απόφασης ανήκει στο Βερολίνο. Όμως όποια επιλογή και να αποφασιστεί από τις δύο, θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ίδια την καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ που τόσο καιρό προσπαθούσε να αποφύγει ακριβώς αυτό: Μια απόφαση για το ελληνικό χρέος και περαιτέρω χρηματοδότηση.

Η μη επίτευξη συμφωνίας λοιπόν δε βαραίνει μόνο τη χώρα μας, τις συνέπειες της οποίας θα καταλάβουμε όλοι από τη Δευτέρα, αλλά αναμένεται να χτυπήσει συντόμως και την πόρτα της ίδιας της Ευρώπης.

Κατά συνέπεια, δεν είναι το δημοψήφισμα από μόνο του που έχει σημασία, αλλά το μήνυμα που εκπέμπουμε με αυτό. Πάνω σ' αυτό πρέπει να συντονιστούμε και να επικεντρωθούμε. Διότι η ουσία είναι με ποιον τρόπο θα συνεχίσουμε τις απαραίτητες διαπραγματεύσεις μετά το δημοψήφισμα, διότι η Ελλάδα θα είναι πάντα εδώ, όποιος και να είναι στη συνέχεια. Το μήνυμα του δημοψηφίσματος πρέπει λοιπόν να είναι ξεκάθαρο προς τους άλλους Ευρωπαίους κι όχι μόνο μεταξύ μας.

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση