iphone app
android app
iphone app android app
Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017
Τσίπρας, Ευρώπη, Δημοψήφισμα

Το δραματικό αύριο της Ελλάδας


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Το δράμα που ξεκίνησε εκεί, στα τέλη του 2009, αρχές του 2010, και το οποίο πέρασε από τόσα στάδια, ετοιμάζεται να φτάσει στην κορύφωσή του.

Η σύγχρονη ελληνική τραγωδία, η τραγωδία μιας χώρας που έπλεε στα νερά μιας επίπλαστης ευημερίας, ξόδευε ασυλλόγιστα, μεγαλοπιάστηκε, την εκμεταλλεύτηκαν με το χειρότερο τρόπο «εταίροι» και «αγορές» για να αγοράζει την πραμάτεια τους και να παίρνει τοκογλυφικά δάνεια επί τοκογλυφικών δανείων, φτάνει όχι στο τέλος της (αυτό μάλλον τα εγγόνια μας θα το δουν), αλλά στην κορύφωσή της. Ετοιμαζόμαστε για ένα δημοψήφισμα που θα κρίνει το μέλλον της χώρας και του ελληνικού λαού.

Ένα δημοψήφισμα που προκύπτει κάτω από τραγελαφικές σχεδόν συνθήκες, αλλά απειλεί να μεταβάλει το δράμα σε τραγωδία, καθώς η κατά τους ιστορικούς τεκμηριωμένη «αιώνια κατάρα» του ελληνικού λαού μοιάζει να βρίσκεται ξανά «επί θύραις». Διχασμός ξανά; Για ακόμη μια φορά στην πορεία του σύγχρονου ελληνικού κράτους; Οπλαρχηγοί-Φαναριώτες, βενιζελικοί-βασιλόφρονες, κομμουνιστές-εθνικόφρονες, και τώρα ξεπεράσαμε κόμματα, παρατάξεις και ιδεολογίες, μνημονιακοί-αντιμνημονιακοί, δήθεν αλλά μυαλό δε βάλαμε.


Τα μνημόνια

Ας δούμε συνοπτικά πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο: Η ένταξη της χώρας στο καθεστώς της φτωχοποίησης των μνημονίων αποτέλεσε τεράστιο πλήγμα για όλες τις κοινωνικές τάξεις, αλλά κυρίως για τους αδύναμους και τη μέση τάξη. Η «εσωτερική υποτίμηση» οδήγησε 1,5 εκατ. ανθρώπους στην ανεργία, πάνω από 3 εκατ. στην ανέχεια, εξανέμισε περιουσίες, οδήγησε πάνω από 220.000 ανθρώπους, στην πλειοψηφία τους πτυχιούχους νέους, να αναζητήσουν την τύχη τους στο εξωτερικό και γενικώς διέλυσε τον κοινωνικό ιστό της χώρας.

Ο στόχος των μνημονίων ήταν διπλός: να αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και να βάλει σε τάξη τα δημοσιονομικά της χώρας.

Δεν πρόκειται να κρυφτούμε πίσω από το δάχτυλό μας: το ελληνικό πρόγραμμα ήταν κακά σχεδιασμένο, πατούσε πάνω σε παραδοχές που ήταν εξωφρενικές, ήταν υπερβολικά φιλόδοξο και απαιτούσε έναν λαό δούλων για να εφαρμοστεί «σωστά».

Επιπροσθέτως, η πολιτική ηγεσία, αρχικά το ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια η συγκυβέρνηση Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜ.ΑΡ, δεν επέδειξε την παραμικρή διάθεση να έλθει σε σύγκρουση με συγκεκριμένες ομάδες συμφερόντων (λ.χ. συγκεκριμένες κατηγορίες ελευθέρων επαγγελματιών και δημοσίων υπαλλήλων και τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα) και έτσι, μέχρι και την ώρα που παρέδωσαν την εξουσία, απέφυγαν να εφαρμόσουν μια σειρά από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην εκκίνηση της οικονομίας.

Αντίθετα και με τις ευλογίες της τρόικας επέβαλλαν και εφάρμοσαν με ιδιαίτερη σπουδή τα χειρότερα, πιο αντιλαϊκά μέτρα, δηλαδή ατέλειωτες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις και ανελέητο φοροκυνηγητό των πάντων και κυρίως των συνήθων υποζυγίων (μισθωτών και συνταξιούχων, ξανά).


Η αλλαγή

Και κάπως έτσι φτάσαμε η οργή του κόσμου να έχει γίνει τεράστια, ανεξέλεγκτη και να οδηγεί στην πλήρη αλλαγή του πολιτικού σκηνικού: το ΠΑΣΟΚ, που από το 1981 ήταν η κυρίαρχη πολιτική δύναμη, να συρρικνωθεί σε ένα κομματίδιο του 4% και η Ν.Δ. να απολέσει ένα μεγάλο τμήμα της κομματικής και κοινωνικής της βάσης. Και τον περασμένο Ιανουάριο, μετά από πολλές παλινωδίες, μια νέα πολιτική δύναμη ανέβηκε στην κυβέρνηση: ο ΣΥΡΙΖΑ, η πολιτική εξέλιξη του Συνασπισμού της Αριστεράς, μαζί με τους ΑΝ.ΕΛ., ένα προσωποπαγές κόμμα που ξεπήδησε από τις τάξεις της Νέας Δημοκρατίας.

Αυτή η ετερόκλητη κυβέρνηση ανήλθε στην εξουσία με την υπόσχεση ότι «θα διαπραγματευτεί» τα μνημόνια και θα πετύχει μια καλύτερη συμφωνία για τον ελληνικό λαό.

Εξαρχής ο σκεπτικισμός ήταν διάχυτος. Όχι μόνο από τους κομματικούς αντιπάλους του ΣΥΡΙΖΑ, (αυτό ήταν αναμενόμενο, αλλά και από πολλούς ακόμη, που «διαβάζοντας» τα δεδομένα στην Ευρώπη και αναλύοντας τους συσχετισμούς αντιλαμβάνονταν αυτό, που προφανώς ο κ. Τσίπρας και οι συν αυτώ δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν: ότι τα περιθώρια της Ευρώπης για αλλαγή επί των βασικών της πολιτικών είναι ελάχιστα, μηδαμινά.

Και ότι θα χρειαζόταν μια πραγματικά ιδιοφυή «διαπραγμάτευση», με τη συμβολή και διεθνών οργανισμών, αλλά και το χτίσιμο στέρεων συμμαχιών, για να επιτευχθεί κάποια λύση σε αυτήν την κατεύθυνση. Και αυτό μακροπρόθεσμα.

Ωστόσο, η φιλοδοξία εδώ ξεπέρασε κάθε σύνεση, οι τακτικισμοί αντικατέστησαν τη στρατηγική και το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από αλλοπρόσαλλες κινήσεις, που έφεραν τη χώρα ένα βήμα πριν από τον γκρεμό.

Θα πει κάποιος, ήταν στραβό το κλήμα, το 'φαγε κι ο γάιδαρος. Ίσως. Αλλά η ιστορία θα γράψει ότι αυτός που έδωσε το τελικό σπρώξιμο ήταν η σημερινή κυβέρνηση.


Μια ανάσα πριν τον γκρεμό

Λίγο πριν το τέλος, μια ανάσα πριν τον γκρεμό, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, αντιμέτωπη με τις απαιτήσεις των δανειστών, συνειδητοποίησε (ξαφνικά) ότι «δεν μπορούσε να τις αποδεχτεί».

Πρόκειται μάλλον για μια υπεκφυγή μνημειωδών διαστάσεων: στην πραγματικότητα η μακρά διαπραγμάτευση είχε οδηγήσει σε δύο κείμενα, της κυβέρνησης και των δανειστών, που μικρές διαφορές είχαν. Όχι επουσιώδεις, αλλά όχι και αγεφύρωτες, η πολλή δουλειά είχε ήδη γίνει.

Και αντί να ολοκληρώσει αυτό που ξεκίνησε, έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην πολύπαθη χώρα: προκήρυξε ένα δημοψήφισμα με ένα έωλο και άνευ αντικειμένου (όπως έγινε κατανοητό σύντομα) ερώτημα, προκειμένου να λάβει τη δημοκρατική νομιμοποίηση του λαού.

Είχαμε προβλέψει ότι τα πράγματα μπορεί να κατέληγαν σε αυτό το σημείο, συνάγοντας συμπεράσματα από τα ψυχρά στοιχεία. Ωστόσο, ελπίζοντας ότι δε θα χρειαστεί να εξαντληθούν όλα αυτά τα «όπλα» της απελπισίας. Τελικώς, είχαμε δίκιο (στις προβλέψεις μας) και άδικο (στις ελπίδες μας).

Η κυβέρνηση αποφάσισε να εξαντλήσει τα «όπλα» της. Και μαζί τις αντοχές του λαού, της αγοράς, των επιχειρήσεων, των εργαζομένων, του τραπεζικού συστήματος, όλα.


Το μεγάλο «ναι» και το μεγάλο «όχι»

Το ζήτημα λοιπόν πλέον είναι ποια είναι η σημασία του «ναι» και ποια του «όχι». Η κυβέρνηση επιμένει ότι το «ναι» είναι αποδοχή των απαιτήσεων των δανειστών και το «όχι» έναυσμα για νέες διαπραγματεύσεις, προς μια πιο επωφελή συμφωνία.

Δυστυχώς (για την κυβέρνηση και εμάς) οι δανειστές εκφράζουν μια εντελώς διαφορετική άποψη. Μια και το ερώτημα του δημοψηφίσματος πλέον είναι μη υπαρκτό (αφού η σχετική πρόταση δε βρίσκεται πλέον στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, δεν υπάρχουν καν διαπραγματεύσεις), θεωρούν ότι στην ουσία το δημοψήφισμα είναι ένα ερώτημα προς τον ελληνικό λαό για το αν επιθυμεί ή όχι να παραμείνει στο ευρώ, και ίσως και στην Ευρώπη γενικότερα.

«Αδικία», θα πείτε. Γιατί συμπεραίνουν κάτι τέτοιο, αφού το ερώτημα είναι άλλο; Δυστυχώς, η πολιτική δεν έχει να κάνει με τη «δικαιοσύνη». Έχει να κάνει με συμφέροντα και ισορροπίες. Από τη στιγμή που στις ισορροπίες η χώρα μας πάσχει (για την ακρίβεια είναι παντελώς απομονωμένη) και τα συμφέροντα συγκρούονται, βρισκόμαστε στη μια πλευρά της διελκυστίνδας και οι υπόλοιπες 18 χώρες της ευρωζώνης στην άλλη.

Δυσάρεστη κατάσταση, άδικη, όπως θέλετε πείτε την, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα και δεν αλλάζει με ευχολόγια, ούτε και με πολιτικούς σαλτιμπαγκισμούς ή «εκπλήξεις».

Και κάπως έτσι τα «σενάρια του γκοτζίλα», με τα οποία γελάγαμε πριν από μερικούς μήνες, έχουν αρχίσει να γίνονται πραγματικότητα. Οι έλεγχοι κεφαλαίων και οι κλειστές τράπεζες είναι βεβαίως μόνο ο μίνι-γκοτζίλας. Ο κανονικός γκοτζίλας θα είναι πολύ-πολύ πιο δυσάρεστος.

Ας δούμε όμως τα σενάρια και τις επιπτώσεις αυτών. Θα μας δείξουν την πόρτα;

Κάποιοι επιμένουν να θεωρούν ότι οι Ευρωπαίοι «μπλοφάρουν» όταν λένε ότι ένα «όχι» στο δημοψήφισμα θα σημάνει και έξοδο από την ευρωζώνη. Μακάρι να μπορούσαμε να συμμεριστούμε αυτήν την άποψη, αλλά η εμπειρία των τελευταίων πέντε χρόνων μας δείχνει ότι οι Ευρωπαίοι γενικώς δεν μπλοφάρουν.

Μπορεί να έχουν πει ψέματα πολλές φορές, αλλά ουδέποτε έχουν μπλοφάρει. Η πολιτική σε μια ένωση όπως η Ε.Ε. και η Ευρωζώνη δεν είναι δυνατό να υλοποιείται με τακτικές «μπλόφας», διότι μιλάμε για μια ένωση κρατών που θεωρητικά έχουν (ή προσπαθούν να αποκτήσουν) κοινά συμφέροντα. Οπότε, τα ψέματα επιτρέπονται (ενίοτε και επιβάλλονται), αλλά οι μπλόφες δεν πιάνουν και δε χρησιμοποιούνται.

Θα πει κάποιος, εντάξει, ακόμη και αν δεν μπλοφάρουν, μπορούν να μας πετάξουν έξω από την ευρωζώνη, πολλώ δε μάλλον από την Ευρωπαϊκή Ένωση; Δεν το απαγορεύουν οι συνθήκες;

Ναι, φυσικά. Δεν υπάρχει διαδικασία αποβολής μιας χώρας από τη νομισματική ένωση και από την Ε.Ε. θα πρέπει να το ζητήσουμε. Αλλά οι συνθήκες έχουν προβλέψει κάποια όργανα διά των οποίων ασκείται η ευρωπαϊκή πολιτική. Και τα όργανα αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να μπει θηλιά στο λαιμό μιας χώρας που δε θέλει να παίξει με τους κοινούς κανόνες.


Η ΕΚΤ

Στην περίπτωσή μας, τα πράγματα είναι απλά: Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Και για να το εξειδικεύσουμε.

Το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα είναι απολύτως αλληλοεξαρτώμενο. Στην πραγματικότητα, αν αυτή τη στιγμή μια συστημική τράπεζα της Ευρώπης καταρρεύσει, όλο το σύστημα θα κλυδωνιστεί. Αλλά το σύστημα είναι φτιαγμένο έτσι, ώστε να απορροφήσει τους κραδασμούς και να επιβιώσουν οι υπόλοιπες τράπεζες, δίχως να δημιουργηθεί φαινόμενο ντόμινο.

Στο πλαίσιο αυτής της εξάρτησης, οι τράπεζες κάθε χώρας, παρότι αναφέρονται απευθείας στην εθνική κεντρική τράπεζα (στην περίπτωσή μας η Τράπεζα της Ελλάδος), στην πραγματικότητα η προϊσταμένη Αρχή τους είναι η ΕΚΤ. Διότι αυτή τους χορηγεί ρευστότητα.

Αυτή τη στιγμή η έκθεση των ελληνικών τραπεζών απέναντι στην ΕΚΤ ανέρχεται στο ιλιγγιώδες ποσό των 120 δισεκατομμυρίων ευρώ. Και αυτά δεν περιλαμβάνονται στο εθνικό χρέος.

Εάν λοιπόν, για να το πούμε πιο απλά, το δημοψήφισμα βγάλει «όχι» και οι εταίροι μας θεωρήσουν ότι αυτό το «όχι» σημαίνει «όχι στην Ευρώπη», είναι πολύ εύκολο να ζητήσουν από την ΕΚΤ να πάρει το όπλο της. Και για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, η ΕΚΤ δε χρειάζεται να κάνει κάτι, ούτε να απορρίψει τα γουέηβερς, ούτε να τα κουρέψει, ούτε να κόψει τον ELA.

Απλώς και μόνο να δηλώσει ότι παγώνει επ' αόριστον τον ELA φτάνει: ήδη το σύστημα βρίσκεται στα όριά του και το 1 δισ. που έχει απομείνει μας βγάζει-δε μας βγάζει (ακόμη και με τους ελέγχους κεφαλαίων) μέχρι την ερχόμενη Τρίτη. Βεβαίως δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι, εφόσον τεθεί τέτοιο ζήτημα («πετάξτε έξω την Ελλάδα», δηλαδή), η ΕΚΤ θα λάβει δράση και θα προχωρήσει σε κούρεμα των εγγυήσεων και συνακόλουθα μείωση του ELA.

Φυσικά υπό αυτές τις συνθήκες οι τράπεζες δεν μπορούν να επιβιώσουν ούτε μία μέρα. Προφανώς αυτό σημαίνει ότι δε θα ανοίξουν, το όριο αναλήψεων θα πέσει ίσως και στα 20 ευρώ, και αυτό είναι το αισιόδοξο σενάριο, βάσει του απαισιόδοξου, δε θα υπάρχει φράγκο στα ΑΤΜ και τα ταμεία των τραπεζών.

Αυτό σημαίνει χρηματοδοτική ασφυξία εντός της χώρας και παύση κάθε οικονομικής δραστηριότητας. Για να λειτουργήσουν τα πράγματα, η κυβέρνηση θα αναγκαστεί να ενεργοποιήσει αυτό το μισητό σενάριο που όλοι απεύχονταν: παράλληλο νόμισμα ή έκδοση IOUs. Με όλα αυτά βεβαίως θα μπορούμε να λειτουργούμε στο εσωτερικό, διότι στο εξωτερικό θα περιμένουν ευρώ, τα οποία βεβαίως δε θα υπάρχουν.

Κάπου εδώ βεβαίως θα έχουμε κηρύξει και επίσημα στάση πληρωμών (δηλαδή, χρεωκοπία).


Τι θα σημάνει ένα Grexit

Και έτσι, βήμα το βήμα, οδηγούμαστε στην έξοδο από το ευρώ. Μια και η έξοδος αυτή θα είναι αποτέλεσμα «ατυχήματος», δε θα υπάρχουν εγγυήσεις, μαξιλαράκια και χρηματοδοτήσεις, κάτι που σημαίνει ότι το τραπεζικό σύστημα έτσι κι αλλιώς καταρρέει. Οι τράπεζες θα πρέπει βεβαίως να αποπληρώσουν και τα χρωστούμενα στην ΕΚΤ, σε μια τέτοια περίπτωση, οπότε το πράγμα αγριεύει ακόμη περισσότερο.

Ενδεχομένως τα χαρτοφυλάκια και το ενεργητικό των τραπεζών να μεταφερθούν την ίδια ώρα στην ΕΚΤ, συμπεριλαμβανόμενων των καταθέσεων. Το ποσό που υπάρχει στο μηχανισμό που εγγυάται τις καταθέσεις είναι πολύ μικρό (λιγότερο από 10 δισ.) και το κράτος δε θα έχει χρήματα. Οπότε μάλλον θα πρέπει να περιμένουμε να εξανεμιστούν οι καταθέσεις.

Γίνεται αντιληπτό ότι κάπου εδώ οι εταίροι όλο και θα έχουν βρει κάποια διαδικασία για την έξοδο, αλλά πλέον η Ελλάδα θα βρίσκεται σε μια εξαιρετικά δυσμενή κατάσταση. Δεν ξέρουμε πόσο δυσμενή, αλλά σίγουρα δε θα είναι ευχάριστη. Πιθανότατα θα υπάρξει μια συμφωνία με τους Ευρωπαίους για μεταβατική χρηματοδότηση, αλλά είναι πολύ πιθανό (αυτά παίρνουν χρόνο) η ανθρωπιστική καταστροφή θα έχει προηγηθεί. Εξάλλου, αν η Ελλάδα κηρύξει στάση πληρωμών συνολικά, μπορεί ακόμη και αυτή η έξωθεν βοήθεια να μην έλθει ποτέ.

Από εκεί και πέρα, το μέλλον είναι άδηλο και εξαρτάται από το πώς θα ανταποκριθεί η κυβέρνηση και ο λαός της χώρας στην τεράστια πρόκληση. Ωστόσο, προβλέπονται μερικά πολύ δύσκολα χρόνια.

Μπορεί αυτά να μοιάζουν κινδυνολογικά, αλλά δεν είναι. Δυστυχώς, είναι η αλήθεια.


Κι αν πούμε το «ναι»;

Βεβαίως δε θα σας πούμε ψέματα, ούτε και οι συνέπειες του «ναι» θα είναι ευχάριστες. Θα πρόκειται για μια άνευ όρων παράδοση στους εταίρους και τις απαιτήσεις τους και με δεδομένο ότι το ελληνικό πρόγραμμα (το ήδη εξαιρετικά προβληματικό, όπως έχουμε σημειώσει) έχει εκτροχιαστεί πλέον εντελώς, οι εταίροι θα ζητήσουν τον ουρανό με τ' άστρα για να δώσουν στην Ελλάδα αυτό που απελπισμένα χρειάζεται: χρηματοδότηση.

Τα μηνύματα που έχει δώσει η κυβέρνηση Τσίπρα σε περίπτωση επικράτησης του «ναι» είναι αντιφατικά. Η λογική λέει ότι θα παραιτηθεί και θα προκηρυχθούν εκλογές, αλλά κι αυτό είναι προβληματικό, αφού θα χρειαστούμε περίπου ένα μήνα και αν οι τράπεζες παραμείνουν κλειστές για ένα μήνα φοβούμαστε ότι η ελληνική οικονομία θα κάνει δύο δεκαετίες για να συνέλθει.

Να σημειώσουμε ότι οι έλεγχοι κεφαλαίων έχουν δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα στις τράπεζες, οπότε δε θα πρέπει διόλου να αποκλείεται και κούρεμα καταθέσεων. Ήδη έχουν αρχίσει να διακινούνται από το εξωτερικό σενάρια για το κούρεμα (για την ιστορία, τοποθετούν το ύψος του μεταξύ 22% και 54%, εφόσον είναι αναγκαίο και γίνει).

Η υπηρεσιακή κυβέρνηση που θα αναλάβει μέχρι τις εκλογές μπορεί να κάνει αίτημα προσωρινής χρηματοδότησης για να αποφευχθεί η ανθρωπιστική κρίση μέσα σε αυτόν το μήνα, αλλά δεν ξέρουμε αν θα γίνει δεκτό και τι θα πρωτοκαλύψει.

Βεβαίως μπορεί (είπαμε, υπάρχουν αντιφατικά μηνύματα) η κυβέρνηση Τσίπρα να θελήσει να κλείσει εκείνη τη συμφωνία. Εδώ υπάρχουν άλλα προβλήματα, που έχουν να κάνουν με το ότι οι πιστωτές δεν εμπιστεύονται την κυβέρνηση Τσίπρα και δεν την θεωρούν αξιόπιστο συνομιλητή. Βεβαίως δεν μπορούν να αρνηθούν να συνομιλήσουν με μια εκλεγμένη κυβέρνηση, μπορούν ωστόσο να βάζουν συνεχή προσκόμματα και νέες απαιτήσεις, που θα καθιστούν αδύνατη τη συμφωνία.

Ωστόσο, το πιθανότερο είναι να συνομιλήσουν είτε με τη νέα κυβέρνηση (αν οι εκλογές γίνουν άμεσα) είτε με μια κυβέρνηση «εθνικού σκοπού» που μπορεί να προκύψει και από την παρούσα Βουλή - αν και δε βλέπω κάποιον εύκολο τρόπο για να γίνει αυτό.

Στη συνέχεια θα έχουμε τις συζητήσεις πάνω στη συμφωνία και τη συνομολόγηση αυτής. Δεν πρόκειται να τραβήξουν σε μάκρος αυτές οι συμφωνίες, καθώς πλέον με το «ναι» των Ελλήνων, οι εταίροι θα θεωρούν δεδομένο ότι αποδεχόμαστε κάθε πρόγραμμα που κρίνουν «λογικό».


Οξυγόνο

Είπαμε, θα είναι επώδυνο το πρόγραμμα, όποιος σας λέει ότι θα είναι καλύτερο από την τελευταία πρόταση Γιούνκερ/ΔΝΤ σας λέει απλώς ψέματα. Αλλά θα είναι ένα πρόγραμμα που θα εξασφαλίζει χρηματοδότηση - δηλαδή, το οξυγόνο της χώρας. Την επιβίωσή της. Μπορεί τα μνημόνια να είναι μια αργή φθορά, αλλά δεν είναι ξαφνικός θάνατος.

Πάντως, μόλις η Ελλάδα μπει σε πρόγραμμα, αποκαθίσταται η χρηματοδότηση της οικονομίας με ευρώ από την ΕΚΤ. Παρά την αποκατάσταση της χρηματοδότησης, μπορεί να περάσουν αρκετές εβδομάδες για να αρθούν οι περιορισμοί αναλήψεων σταδιακά και να αυξηθεί το ποσόν των 60 ευρώ ημερησίως σε υψηλότερα επίπεδα.


Θα πάρει χρόνια

Οι έλεγχοι κεφαλαίων άπαξ και επιβληθούν, φεύγουν πολύ δύσκολα και η διαδικασία παίρνει πολύ-πολύ χρόνο. Στην Κύπρο τους πήρε δύο χρόνια, στην Ισλανδία επτά!

Οι περιορισμοί συναλλάγματος λοιπόν θα παραμείνουν μέχρις ότου αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία. Και αυτό σημαίνει ότι οι περιορισμοί στο ημερήσιο ύψος των αναλήψεων και οι περιορισμοί στην αποστολή χρημάτων προς το εξωτερικό ή και οι περιορισμοί στη χρήση ελληνικών πιστωτικών καρτών στο εξωτερικό θα διατηρηθούν έως ότου η Ελλάδα καταφέρει να «βγει» στις αγορές.

Δηλαδή μέχρι να αρχίσει να δανείζεται κανονικά από τις αγορές, αφού έχει ολοκληρώσει όλα τα σταθεροποιητικά προγράμματα, έχει μειώσει τα ελλείμματα, έχει μετατρέψει το χρέος σε βιώσιμο και δε χρειάζεται πια δάνεια ούτε από το ΔΝΤ, ούτε από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς. Αυτά όσον αφορά στις προσωπικές συναλλαγές με το εξωτερικό. Οι εμπορικές συναλλαγές θα αποκατασταθούν από την αρχή, οπότε δε θα υπάρχουν ελλείψεις εισαγομένων στην αγορά.

Βεβαίως οι εισαγωγές θα υπόκεινται σε περιορισμούς που θα βάζουν οι προμηθευτές, δηλαδή να πληρώνονται τα χρήματα προκαταβολικά, ελλείψει αξιοπιστίας.

Η ζημιά που έγινε με τους περιορισμούς των συναλλαγών θα πάρει χρόνια να αποκατασταθεί.


Η διαφορά

Σε κάθε περίπτωση, ό,τι κι αν συμβεί την Κυριακή, τα πράγματα είναι δύσκολα και η κατάσταση ζοφερή. Δυστυχώς μια σειρά από λάθος κινήσεις (που, είπαμε, ξεκίνησαν πέντε χρόνια πριν), μας έφεραν σε αυτό το άθλιο σημείο.

Τώρα είναι η ώρα να μάθουμε να κολυμπάμε, τώρα είναι η ώρα να κάνουμε μια νέα αρχή. Το ζητούμενο είναι αν θα κάνουμε την αρχή από το σημείο όπου βρισκόμασταν (με την επιπλέον ζημιά που έγινε τον τελευταίο καιρό και ιδιαίτερα την τελευταία βδομάδα) ή από το μηδέν (ή υπό το μηδέν).

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση