iphone app
android app
iphone app android app
Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017
Αρμένικη Εκκλησία - Αρχδιάκονος Ζιράρ Βακιρτζιάν

Τι λένε οι Αρμένιοι του Ηρακλείου για τη Γενοκτονία


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

«Όσοι γλίτωσαν από τους δικούς μου ήρθαν στην Ελλάδα, που άνοιξε τις πύλες της και αγκάλιασε τους Αρμένιους. Τους δέχτηκε, τους πότισε, τους τάισε». Τα λόγια αυτά προέρχονται από τον 86χρονο ιερωμένο Ζιράρ Βακιρτζιάν, αρχιδιάκονο της μοναδικής αρμένικης εκκλησίας στην Κρήτη. Αυτή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, στη συνοικία της Αγίας Τριάδας στο Ηράκλειο.

Στη Γενοκτονία ξεκληρίστηκε ολόκληρη η οικογένεια του πατέρα τού Αρμένιου ιερέα. Ο πατέρας του, που ήταν παντρεμένος και μάλιστα είχε ένα κοριτσάκι, είχε καταφέρει να έρθει με τη γυναίκα του και το παιδί του στην Ελλάδα, μαζί και με την αδελφή του και το γιο της. Ωστόσο, όλοι, μα όλοι οι υπόλοιποι της οικογένειας χάθηκαν στις σφαγές.

Τα δάκρυα στα μάτια του κυλούν φανερά όταν αναφέρεται στη μητέρα του. «Πέθανε στα 115 της χρόνια και ακόμη θυμόταν τη γυναίκα από τη Χίο που είχε κρύψει στην ποδιά της ψωμί και της το έδωσε να φάει, όταν μικρό παιδί μετά τις σφαγές βρέθηκε στο νησί του Αιγαίου».

Το 1984, ο Ζιράρ Βακιρτζιάν βρέθηκε στον τόπο όπου γεννήθηκε η μητέρα του. Στο χωριό Κιρκ Αγάτ (40 δέντρα). Η συγκίνησή του δεν περιγραφόταν, μιας και είχε ακούσει δεκάδες φορές από τη μάνα του να περιγράφει το πατρικό της. «Ήταν μια πράσινη πόρτα, η τέταρτη πόρτα μετά την εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης. Έκλαψα όταν είδα τον τόπο που γεννήθηκε. Σταμάτησα όμως δύο μέτρα πριν την πόρτα. Δε χτύπησα ποτέ για να μπω μέσα...», ανέφερε ο ίδιος, λέγοντας πως είχε προηγηθεί κάποιο συμβάν με έναν Τούρκο ταξιτζή, που όταν - με τα ελάχιστα Τούρκικα που γνώριζε - του ζήτησε να τον πάει στην περιοχή, εκείνος άρχισε να φωνάζει: «Τι γυρεύεις εσύ εκεί;» κι ο Ζιράρ Βακιρτζιάν είχε απαντήσει: «Η μάνα μου έφτασε μισοσφαγμένη στην Ελλάδα και ήρθα να δω πού γεννήθηκε. Δεν ντρέπεσαι...».

Πάντως, η περιοχή, όπως του έλεγε πάντα η μητέρα του, έβγαζε πολύ καλά πεπόνια. Έτσι αγόρασε κάποια από 'κει και γυρνώντας στην Κρήτη τα δίνει στη μητέρα του. Χωρίς να ξέρει τίποτα εκείνη για το ταξίδι, μόλις δοκιμάζει το πεπόνι, του λέει δακρυσμένη: «Παιδί μου, πήγες στο σπίτι μου;».


Η ιστορία της Άννας Κετσιτσιάν

Ο πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της αρμένικης εκκλησίας Αντώνιος Μπεναρδής μάς μεταφέρει μαρτυρίες της γιαγιάς του, που είχε γεννηθεί το 1890 στη Σεβάστεια. Εξιστορεί γεγονότα που η γιαγιά του είχε πει στη μητέρα του κι εκείνη με τη σειρά της στον ίδιο. Οι εξορίες ή μάλλον οι πορείες θανάτου, όπως τις έλεγαν οι Αρμένιοι, είχαν ξεκινήσει από τότε που εκείνη ήταν μικρό παιδί.

«Τους μετέφεραν από πόλη σε πόλη, προκειμένου καθ' οδόν να μην αντέχουν και να χάνονται ζωές. Η γιαγιά μου και οι γονείς της από τη Σεβάστεια βρέθηκαν στην Καισάρεια κι έπειτα στο Αλέππο (Χαλέπι ή Αντιόχεια στη σημερινή Συρία). Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στη Σμύρνη κι εκεί τελικά κατάφεραν να παραμείνουν μέχρι και το 1922, οπότε τους έδιωξαν.

Το 1922 η γιαγιά, παντρεμένη με τον παππού μου κι έχοντας στην αγκαλιά της τη μητέρα μου, που ήταν μόλις δύο ετών, ξεκίνησαν με την καταστροφή της Σμύρνης να πάνε στην προκυμαία για να φύγουν με τα πλοία. Πανικός συνέβαινε και όχι συνωστισμός, όπως είχε πει κάποιο πρώην μέλος Κοινοβουλίου. Προσπαθούσαν να σώσουν τις ζωές τους και όχι να πάνε εκδρομή. Εκεί, ένας Τούρκος στρατιώτης συλλαμβάνει και γονατίζει τον παππού μου για να του κόψει το κεφάλι. Στο μεταξύ, φάνηκε κάποιος φίλος του και ο στρατιώτης ξεχνά τον αιχμάλωτο. Την ίδια ώρα, η γιαγιά μου, βλέποντας επικείμενο αποκεφαλισμό, με το παιδί στην αγκαλιά έτρεξε για να σωθούν. Από το φόβο του όμως - του παππού - σπάει η χολή του και μετά από 40 ημέρες κι ενώ έχει επιβιβαστεί στο πλοίο και φτάνει στον Πειραιά, δηλητηριάζεται ο οργανισμός του από τη χολή και πεθαίνει».

Ο κ. Αντώνιος Μπεναρδής

Ο ίδιος σημειώνει πως η γιαγιά του την ώρα που επιβιβάζονταν στο πλοίο συνάντησε τα παιδιά του ξαδέλφου της. Τρία αγόρια, τα οποία ήταν ολομόναχα και χαμένα στην προκυμαία. Τα παίρνει μαζί της. Έτσι, με τέσσερα πλέον παιδιά προσπαθεί να επιβιβαστεί σε πλοίο.

«Δεν μπορεί να μπει και μέσα στις βάρκες, καθώς αναποδογυρίζουν. Ένας ναυτικός της είπε ότι για να τη βάλει στο πλοίο θα πρέπει να του δώσει ένα αγοράκι. Η γυναίκα, στην απελπισία της να σωθούν, συμφωνεί. Επάνω στο πλοίο τους περιποιούνται. Το μυαλό της όμως κάθε στιγμή ήταν πώς να σώσει το παιδί. Μόλις φτάνουν στον Πειραιά, ο ναυτικός ήταν απασχολημένος με το να αγκυροβολήσει το πλοίο, βρήκε την ευκαιρία η γιαγιά να πάρει όλα τα παιδιά και να εξαφανιστεί. Εκεί συναντά και τον πατέρα των παιδιών τελικά, όπου του τα παραδίδει».

Αυτή είναι η ιστορία της γιαγιάς του κ. Μπεναρδή. Της Άννας Κετσιτσιάν, που πέθανε το 1976 σε ηλικία 80 ετών στην Αθήνα, στο Νέο Κόσμο.


Σκηνικό φρίκης: Η θάλασσα βάφτηκε κόκκινο

Ο κ. Μιχράν Αβεδισιάν, που γεννήθηκε στο Ηράκλειο το 1928, διηγείται τα όσα του έχει εξιστορήσει η Σμυρνιά μητέρα του Σιλβάτ Απετιάν. Ο ίδιος αναφέρει ότι, αν δεν ήταν στρατιωτικός γιατρός ο κουνιάδος του πατέρα του, δε θα ζούσαν οι δικοί του.

«Χάρη στο στρατιωτικό γιατρό Μιχράν Πεστιλματζιάν, που ήταν παθολόγος και παιδίατρος και φορούσε τότε, το 1922, τουρκικό φέσι, σωθήκαν οι δικοί μου», ξεκινά να λέει ο κ. Αβεδισιάν και συνεχίζει: «Η μητέρα μου είδε στη ζωή της τη θάλασσα για πρώτη φορά από μπλε να γίνεται κατακόκκινη από τις σφαγές. Οι δικοί της είχαν μάθει για το διωγμό και συγκέντρωσαν τα υπάρχοντά τους για να μπουν σε βάρκες και στη συνέχεια σε κάποιο πλοίο, δίχως να γνωρίζουν σε ποια εθνικότητα ανήκει το πλοίο. Την τελευταία στιγμή κι ενώ τα υπάρχοντά τους ήταν ήδη μέσα στο πλοίο, άλλαξαν τα σχέδια, καθώς ο γιατρός πληροφορείται ότι θα αναχωρήσει τελικά κάποιο άλλο πλοίο.

Ο κ. Μιχράν Αβεδισιάν

Όπως μου είπε η μητέρα μου, ο γιατρός μετέφερε την οικογένεια τού μετέπειτα άνδρα της και πατέρα μου, καθώς και τη μητέρα μου με την οικογένειά της στο πλοίο που θα έφευγε, κι έτσι σώθηκαν. Η μητέρα μου είδε φρικτά πράγματα, με τον κόσμο να προσπαθεί να ανέβει στα πλοία και να τους κόβουν τα χέρια, να τους ρίχνουν καυτά νερά για να μην ανέβουν. Από τις σφαγές το αίμα άλλαξε το χρώμα της θάλασσας, όπως μου έλεγε, με θύματα παράλληλα και εκατοντάδες Έλληνες.

Αξίζει να τονιστεί πως λίγα χρόνια μετά ο σωτήρας της οικογένειάς του έγινε και νονός τού κ. Μιχράν, που μάλιστα έλαβε και το όνομά του.

Δολοφονημένες οικογένειες Αρμενίων κοντά στο Εσμιατζίν το 1915.

Αρμένια μητέρα θρηνεί και τα πέντε παιδιά της που πέθαναν από ασιτία στις πορείες του θανάτου.


Η πρώτη Γενοκτονία

Πριν ακριβώς εκατό χρόνια. Το 1915. Στη διάρκεια ενός μόνο έτους, τα 3/5 μιας εθνότητας εξοντώθηκαν. Από τα 2,5 εκατομμύρια των Αρμενίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1,5 οδηγήθηκε στο θάνατο με συστηματικό τρόπο. Αιτία ήταν η φυλετική και κυρίως η θρησκευτική διαφορά. Ήταν η πρώτη καταγεγραμμένη γενοκτονία της σύγχρονης ιστορίας. "Πρωτεργάτες", το δήθεν φιλελεύθερο καθεστώς των "Νεότουρκων". Που επικράτησε με στόχο την ανατροπή της "παλαιάς Τουρκίας" και του Χαλιφάτου. Έδειξε, όμως, γρήγορα την πραγματική του στόχευση. Όσο τα εδάφη της πάλαι ποτέ αυτοκρατορίας συρρικνώνονταν, τόσο για τους "Νεότουρκους" εμφανιζόταν επιτακτική η ανάγκη "ομογενοποίησης" του πληθυσμού. Εμπόδιο ασφαλώς αποτελούσε η πολυπολιτισμικότητα και πολυεθνικότητα του οθωμανικού κράτους. Έλληνες, Αρμένιοι και Ασσύριοι κατεξοχήν, που ως μη μουσουλμάνοι (αντίθετα π.χ. με τους Κούρδους ή τους Κιργίζιους) μπορούσαν να θέτουν ζητήματα ανεξαρτησίας. Ταυτόχρονα οι συγκεκριμένες κοινότητες συγκέντρωναν κι άλλα "αρνητικά". Σημαντική διαφορά πολιτισμικού επιπέδου από τον κατεξοχήν τουρκικό πληθυσμό και μιας και ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο, πολύ χρήμα.

Αρμένια μάνα θρηνεί τη μία από τις δύο κόρες της που πέθανε λίγο πριν φτάσει στην ασφάλεια της Αντιόχειας.

Στη σειρά της στόχευσης θα μπορούσαν να είναι πρώτοι οι Έλληνες. Όμως αυτοί τύγχαναν σε ένα βαθμό της διπλωματικής προστασίας ενός ανεξάρτητου κράτους στα διεθνή φόρα της εποχής. Η Αρμένιοι δεν είχαν αυτήν την πολυτέλεια. Όταν ξέσπασε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, οι Αρμένιοι του Καυκάσου τάχθηκαν στο πλευρό των Ρώσων, ακριβώς με αυτήν την προσδοκία. Ήταν η αφορμή. Οι Τούρκοι ήταν σύμμαχοι της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Είχαν Γερμανούς συμβούλους. Εντελώς τυχαίο. Υπό την καθοδήγηση του διαβόητου Ταλαάτ Πασά (εκ των ηγετών των Νεότουρκων) τέθηκε σε εφαρμογή ένα καλά οργανωμένο σχέδιο, όπως αποδείχθηκε ιστορικά. Με την παραμικρή αφορμή οι άρρενες Αρμένιοι οδηγούνταν στα "αμελέ ταμπούρου" (τάγματα εργασίας), από όπου δεν επέστρεφαν ποτέ (το συγκεκριμένο "μέτρο" το γνώρισαν καλά στο πετσί τους λίγο αργότερα και οι Έλληνες της Μικράς Ασίας).

Αρμενόπαιδες στην Αθήνα το 1922 περιμένουν συσσίτιο.

Όσοι αρνούνταν σφαγιάζονταν επιτόπου. Ακολουθούσαν σφαγές των οικογενειών τους. Φυσικά, ένα ολόκληρο έθνος δεν μπορεί να εξοντωθεί με το μαχαίρι. Οι θάλαμοι αερίων δεν είχαν ακόμη εφευρεθεί. Εφευρέθηκε κάτι άλλο. Οι "πορείες του θανάτου". Τουρκικά στρατιωτικά τμήματα περικύκλωναν πόλεις ή χωριά με μεγάλο αρμενικό πληθυσμό. Ξεχώριζαν τους άνδρες για τα "αμελέ ταμπούρου" και τα γυναικόπαιδα τα οδηγούσαν σε μακρές πορείες από δύσβατες και ερημικές περιοχές σε άλλες. Χωρίς σκοπό. Δεν υπήρχε "μετεγκατάσταση". Παρά μόνο για όσους πέθαιναν. Ελάχιστοι γλίτωσαν. Έγιναν οι Αρμένιοι της διασποράς. Στην Ελλάδα, τη Γαλλία, τον Καναδά και τις ΗΠΑ κυρίως. Όσοι βρέθηκαν υπό την κάλυψη του ρωσικού στρατού ίδρυσαν την Αρμενία του Καυκάσου. Ένα απομεινάρι της πάλαι ποτέ αρμενικής επικράτειας. Από αυτό το κράτος προήλθε η σημερινή Αρμενία.

Ο Ταλαάτ Πασάς, αριστερά, εκ των ηγετών των Νεότουρκων και οργανωτής της γενοκτονίας των Αρμενίων και ο Γερμανοεβραίος στρατιωτικός γιατρός Αμίντ Βέγκνερ, δεξιά, οι φωτογραφίες του οποίου αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα της γενοκτονίας.


Από το 1919 αγώνας για τη διεθνή αναγνώριση

Οι Αρμένιοι από το 1919 αγωνίζονται για τη διεθνή αναγνώριση της γενοκτονίας, την οποία ασφαλώς η Τουρκία αρνείται. Είκοσι πέντε χώρες την έχουν αναγνωρίσει ως τέτοια. Μεταξύ αυτών η Ελλάδα, η Κύπρος, η Γαλλία, ο Καναδάς, η Ιταλία η Ρωσία κ.ά. Τελευταίο πλήγμα στον ακραιφνή "παντουρκισμό" του Ερντογάν η αναγνώριση της γενοκτονίας από το Βατικανό και τη Γερμανία, που αναγνώρισε γενναία και την ανάγκη έρευνας "για το δικό της μερίδιο ευθύνης".

Ιωάννα Βλαχάκη, Γιώργος Παπαδάκης

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση