iphone app
android app
iphone app android app
Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017
Δίκη για φόνο Προβιδάκη - Αντισκάρι - Δικαστήρια

"Διέλυσαν το πρόσωπο του πατέρα μου"


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Υπό δρακόντεια μέτρα, με τις καταθέσεις των γιων του 51χρονου θύματος Κώστα Προβιδάκη αλλά και βασικών μαρτύρων, και με τα αίματα να ανάβουν αρκετές φορές κατά τη διάρκειά της, ξεκίνησε χθες, λίγο μετά τις 9 το πρωί, στην αίθουσα του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Ηρακλείου, η πολύωρη δίκη για το φονικό στο Αντισκάρι, το οποίο σημειώθηκε στις 23 Μαρτίου 2014.

Στο εδώλιο του κατηγορουμένου κάθισαν τα δύο αδέλφια 34 και 25 ετών κι ένας 27χρονος φίλος τους, καθώς είναι αντιμέτωποι με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συναυτουργία.

Πρώτος ξεκίνησε την κατάθεση ο γιος του μακαρίτη, που ήταν μαζί του στο αυτοκίνητο, περιέγραψε τα όσα διαδραματίστηκαν το απόγευμα εκείνης της μοιραίας ημέρας με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Με τα λόγια του να συγκλονίζουν, αφού και για τις δύο τουλάχιστον ώρες, οπότε και δεχόταν τις ερωτήσεις από την έδρα, την πολιτική αγωγή και τους συνηγόρους υπεράσπισης, ήταν σαν να ξαναζούσε το ίδιο φρικτό σκηνικό, με τους δράστες να χτυπούν τον πατέρα του στη μέση του δρόμου.

«Μπροστά μας είδαμε να έρχεται μια κλούβα και πιο πίσω μας ένα άλλο όχημα. Πήγαμε αριστερά για να φύγει η κλούβα. Όμως πλησίασε το άλλο όχημα. Τα δύο αυτοκίνητα δε χωρούσαν να περάσουν», είπε περιγράφοντας το περιστατικό. Με τον πατέρα του, όπως τόνισε, αρχικά να ανοίγει το παράθυρο και να λέει ευγενικά στον 34χρονο οδηγό του οχήματος «κάνε λίγο στην άκρη για να μπορέσουμε και εμείς να φύγουμε από 'δω μέσα».

Ο 34χρονος, σύμφωνα πάντα με τις περιγραφές και τα όσα κατέθεσε ο γιος, κατέβηκε από το αυτοκίνητο με μια μαγκούρα στο χέρι. Έσπασε το τζάμι και το παρμπρίζ. Ο πατέρας του εν συνεχεία κατέβηκε από το αμάξι και προσπάθησε να πάρει από το χέρι του 34χρονου τη μαγκούρα, ενώ στη συνέχεια έλαβε μέρος στο όλο επεισόδιο και ο 27χρονος φίλος και συνοδηγός του 34χρονου, ο οποίος πρωτύτερα μιλούσε στο τηλέφωνο.

Ωστόσο, ο ίδιος, φοβισμένος όπως είπε, βλέποντας να εκτυλίσσονται μπροστά του όλα αυτά, απομακρύνθηκε. Κρύφτηκε στην αυλή οικίας 50 μέτρα μακριά, χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι, παρά μόνο να καλεί σε βοήθεια τηλεφωνικά τον αδερφό του, λέγοντάς του: «Πού είσαι; Σκοτώνουν τον πατέρα μας. Τρέχα».

Στη συνέχεια τόνισε χαρακτηριστικά στο δικαστήριο πως, όταν πια γύρισε στο σημείο, «όλα είχαν τελειώσει. Ο πατέρας μου πάλεψε. Ένας από τους κατηγορούμενους τον χτυπούμε με τα χέρια και με κατσούνα». Κατέληξε λέγοντας με τρεμάμενη φωνή ότι «το να βλέπεις το κεφάλι του πατέρα σου διαλυμένο και με το πρόσωπο να μη φαίνεται από τα χτυπήματα είναι κάτι που εύχομαι να μην το δει άλλος άνθρωπος».

Σημειώνεται πως η εισαγγελέας κατά τη διάρκεια της κατάθεσης έδειξε στο γιο του άτυχου Προβιδάκη σχεδιάγραμμα, προκειμένου να διαπιστωθεί ακριβώς η θέση των οχημάτων, αλλά και το τι τελικά αποτέλεσε τη σπίθα που άναψε τη φωτιά για τη συμπλοκή. Οι συγγενείς του νεκρού ενοχλήθηκαν από τις ερωτήσεις των συνηγόρων υπεράσπισης και αντέδρασαν, ενώ στο ξεκίνημα της δίκης η γυναίκα του νεκρού, αναφερόμενη στους κατηγορούμενους, είπε: «Σασε πείραξε, φονιάδες; Γιατί του το κάνατε αυτό;», με την πρόεδρο της έδρας να δίνει εντολή να βγει για λίγο από την αίθουσα προκειμένου να ηρεμήσει.

Πάντως, τα μέτρα ασφαλείας, όπως προαναφέραμε, ήταν δρακόντεια, τόσο εντός όσο και εκτός της δικαστικής αίθουσας. Διμοιρίες αστυνομικών, η Ασφάλεια, η ΟΠΚΕ και τα ΤΑΕ είχαν περικυκλώσει τα δικαστήρια προς αποφυγήν δυσάρεστων καταστάσεων, ενώ λειτουργούσε και μαγνητική πύλη προκειμένου να ελέγχεται εξονυχιστικά όποιος μπαίνει και όποιος βγαίνει από το χώρο του δικαστηρίου.


«Ούτε συγνώμη»

Εν συνεχεία κατέθεσε ο δεύτερος γιος του άτυχου Προβιδάκη, ο οποίος είπε ότι γύρω στις 6:15 το απόγευμα δέχτηκε τηλεφώνημα από τον αδελφό του, που τον καλούσε να σπεύσει στο σημείο, κάνοντας μάλιστα γνωστό στο δικαστήριο ότι ο πατέρας του είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση που του είχε δημιουργήσει κινητικό πρόβλημα, καθώς το ένα του πόδι ήταν πιο κοντό από το άλλο. Τελειώνοντας τόνισε στην κατάθεσή του ότι μετά από το περιστατικό αυτό φύγαμε από το χωριό και ότι με τους κατηγορούμενους δεν είχαν ποτέ καμία σχέση, αλλά ούτε και διαφορές. Ωστόσο, όπως είπε όταν ρωτήθηκε και από την εισαγγελέα, «δεν ήρθε κανείς να μας ζητήσει συγνώμη», καταλήγοντας: «Άλλωστε, τι να την κάναμε».


Μάζεψαν υπογραφές

Βασικός μάρτυρας της υπόθεσης είναι και ο ιδιοκτήτης της οικίας στην οποία βγήκε κρυψώνα ο γιος του θύματος, ο οποίος είπε πως το παιδί ήταν τρομαγμένο, δεν ήξερε τι έλεγε, και το μόνο που ψέλλιζε συνέχεια ήταν «σκοτώνουν τον πατέρα μου». Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε στο δικαστήριο, είδε το επεισόδιο σε δύο φάσεις, λέγοντας για το θύμα ότι «πολεμούσε ο κακομοίρης. Έσκυβε για να αποφύγει τα χτυπήματα». Είπε ακόμη ότι κάλεσε την Αστυνομία και ότι, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά του, τρία άτομα χτυπούσαν και κλοτσούσαν τον 51χρονο.

Οι τόνοι όμως ανέβηκαν και πάλι κατά τη διάρκεια της δίκης, με την πρόεδρο να αναγκάζεται να τη διακόψει περίπου στις 4 χθες το απόγευμα, όταν ο συνήγορος υπεράσπισης ενός εκ των τριών κατηγορουμένων διαπληκτίστηκε φραστικά με το συγκεκριμένο βασικό μάρτυρα, καθώς τον ρώτησε αν είχε επικοινωνία με τους γονείς κάποιου κατηγορουμένου, με τον ίδιο να θεωρεί ότι προσβάλλεται.

Η δίκη συνεχίστηκε μέχρι αργά το βράδυ με την κατάθεση του αδελφού του θύματος, ο οποίος, στρεφόμενος προς τους κατηγορούμενους, ανέφερε: «Έτσι όπως λυπηθήκατε τον αδελφό μου να σας λυπηθούν και εσάς», τονίζοντας παράλληλα πως δεν εύχεται κανείς να δει τον αδελφό του έτσι όπως είδε εκείνος το δικό του.

Πάντως, όπως αναφέρθηκε στο δικαστήριο, μετά το φονικό περιστατικό έγινε συνέλευση στο χωριό, όπου και συγκεντρώθηκαν 350 υπογραφές προκειμένου η οικογένεια των κατηγορουμένων να φύγει από την περιοχή.

Η δίκη διακόπηκε για τις 29 Απριλίου.

Μαρία Μαυρομάτη-Μαρία Αντωνογιαννάκη

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση