iphone app
android app
iphone app android app
Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017
Κλωνιζάκης Γιάννης

Γ. Κλωνιζάκης: Στερνό "αντίο" σε έναν πατριώτη


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Χιλιάδες συνόδευσαν τον Γιάννη Κλωνιζάκη στην τελευταία του κατοικία. Δεν ήταν το "καλό όνομα" που άφησε, μέσω της πολυετούς ενασχόλησής του με τα κοινά, το κίνητρο της συμμετοχής του κόσμου στο "ξόδι" του, στον Αϊ Νικόλα των Χανίων. Για μια ολόκληρη γενιά υπήρξε ένας άνθρωπος-σύμβολο. Από τους πρωτεργάτες στην αντίσταση κατά της δικτατορίας. Από τους πρώτους στην ομάδα Παναγούλη. Ο "Ολύμπιος", όπως τον είχε βαφτίσει ο ίδιος ο Αλέκος.

Θα μπορούσε, όπως οι πολλοί, να είχε "καθίσει στα αβγά του" όταν εξελίχθηκε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Εξάλλου, «εμάς τους κεντρώους δε μας πειράζανε», έλεγε ο ίδιος. Όμως ήταν από άλλη στόφα φτιαγμένος. Αυτή του πατριώτη. Γεννήθηκε στα Χανιά το 1940 αλλά καταγόταν από τη Σκλαβοπούλα Σελίνου.

Το 1959 μπήκε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών. Εργάστηκε στην Αθήνα ως το 1968, οπότε και συνελήφθη για τη συμμετοχή του στην οργάνωση "Ελληνική Αντίσταση" και με την κατηγορία της απόπειρας φόνου κατά του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου. Στη δίκη της ομάδας (κατά την οποία ο Παναγούλης καταδικάστηκε σε θάνατο) καταδικάστηκε σε 24 χρόνια κάθειρξης. Έλαβε "χάρη" και αποφυλακίστηκε το 1973. Το 1978 εξελέγη δήμαρχος Χανίων και διετέλεσε αντινομάρχης κατά την τετραετία 1995-1998.


Ο Παναγούλης

Ιδού πώς περιγράφει ο ίδιος σε προδημοσίευση από το βιβλίο του Στέλιου Κούλογλου «Μαρτυρίες για τη δικτατορία και την αντίσταση», που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «ΕΣΤΙΑ», τη γνωριμία του με τον Αλέκο Παναγούλη και την οργάνωση της βομβιστικής επίθεσης κατά του δικτάτορα:

«Στη σχολή Αρχιτεκτόνων κυριαρχούσε η ΕΔΑ, όλες οι άλλες σχολές ανήκαν στην τότε ΕΡΕ. Ξεκινήσαμε να κάνουμε τον πρώτο πυρήνα της ΕΔΗΝ, της νεολαίας της Ένωσης Κέντρου, για τις εκλογές στο Πολυτεχνείο.

Το 1964 με είχε επισκεφτεί στα Χανιά ο μακαρίτης ο Αλέκος και μου είπε ότι κάτι δεν πάει καλά. Διότι στην Αμερική δεν μπορούσαν να ανεχθούν την άνοδο του Παπανδρέου και επομένως θα έπρεπε να τον ρίξουν, και ο μόνος τρόπος ήταν μια δικτατορία. Και κάναμε κουβέντες, τι υλικά να μαζεύουμε για δυναμική αντίσταση. Ακόμη και νιτρική αμμωνία, το λίπασμα, που αν το επεξεργαστείς μπορεί να γίνει μια καλή εκρηκτική ύλη. Και επίσης να έχουμε πολυγράφους στην μπάντα. Όταν έγινε η δικτατορία ήμουν στην Αθήνα, είχα γραφείο τεχνικό στο Μενίδι. Ο κόσμος ναι μεν ήταν εναντίον της επιβολής της στρατιωτικής δικτατορίας, πλην όμως δεν το εξεδήλωνε εύκολα. Ήθελε κάποια τσιγκλίσματα. Δεν ήταν δυνατόν να περιμένει, δηλαδή, κανείς από τον κόσμο να πάει να μπει μπροστά. Έπρεπε να βρεθούν κάποιοι άνθρωποι για να ξεκινήσουν. Είναι στο χαρακτήρα του Έλληνα πιστεύω... ότι κάνει ηρωικές πράξεις αλλά θέλει κάποιο τσίγκλισμα».


Η Οργάνωση

«Δε μας πείραξαν εμάς τους κεντρώους στην αρχή. Στο αστυνομικό τμήμα του Μενιδίου υπηρετούσαν άλλωστε πάρα πολλοί Κρητικοί. Ο Σπανάκης από το Λασίθι, ο Νικολακάκης από τα Χανιά, ήταν και από το Ρέθυμνο δυο-τρεις. Οπότε ήταν αδύνατον να μη μάθω αν θα θέλανε να μας συλλάβουν. Και μάλιστα αυτοί αργότερα είχαν ενεργοποιηθεί στην οργάνωση «Ελληνική Αντίσταση» που φτιάξαμε με τον Αλέκο.

Το ερέθισμα ήρθε με την κάθοδο του Παναγούλη, που λιποτάκτησε από τη μονάδα του στη Βόρειο Ελλάδα. Ήρθε κι έμεινε στο σπίτι μου στην Αθήνα και από εκεί έκανε επαφές και κάποια ταξίδια στην Κύπρο, στην Ιταλία, επανήλθε μετά πάλι στην Ελλάδα. Έτσι, ξεκίνησε η δική μας οργάνωση. Ανάμεσα στα μέλη της ήταν ο Στάθης Γιώτας, ο Λευτέρης Βερυβάκης, ο Ανδρέας Σταυρουλάκης, ο Παναγιώτης Κρητικός και άλλοι. Το παρατσούκλι μου ήταν Ολύμπιος. Μου το είχε βγάλει ο Παναγούλης. Αυτός λεγόταν «Ανίκητος». Ο αδελφός μου λεγόταν «Γαύρος», επειδή όσες φορές είχε έρθει ο Αλέκος στο σπίτι έτυχε να του κάνουμε τραπέζι με γαύρο.

Η απόπειρα απέτυχε από ατυχία. Μας είχαν βοηθήσει άνθρωποι της φρουράς του Παπαδόπουλου, οι οποίοι ήταν Κρήτες στην καταγωγή. Αυτοί μας έδωσαν τη διαδρομή που κάνει κάθε πρωί, τι ώρα ξεκινάει, τι ώρα περνάει από τον τόπο που επιλέξαμε. Την προηγούμενη μέρα, στις 13 Αυγούστου του 1968, στις 11 το βράδυ, είχανε πάει ο Αλέκος με τον Λεκανίδη στην περιοχή που είχαμε επιλέξει, για να τοποθετήσουν την μπαταρία προκειμένου να γίνει η πυροδότηση».


Η απόπειρα: Βομβιστική επίθεση κατά του δικτάτορα

«Τα εκρηκτικά είχαν μπει δυο-τρεις μέρες πιο μπροστά. Αλλά πάνω στη γέφυρα υπήρχε ένα ζευγάρι. Και αυτό τους καθυστέρησε πάρα πολύ και τους ανάγκασε να βάλουν την μπαταρία σε μεγαλύτερη απόσταση, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιηθεί καλώδιο παραπάνω από όσο θα έπρεπε.

Αν υπήρχε καμιά καθυστέρηση θα μας ειδοποιούσαν οι χωροφύλακες της Φρουράς να μην ξεκινήσουμε. Εγώ είχα το καθήκον να πετάξω καρφιά σε ορισμένες περιοχές για να προκληθεί κυκλοφοριακή σύγχυση. Και άλλοι είχαν καθήκον να πυροδοτήσουν κάποιους εκρηκτικούς μηχανισμούς σε ορισμένες περιοχές. Σε μέρη πάντα που να μην κινδυνεύουν άνθρωποι.

Με τον Παπαδόπουλο ήταν διαφορετικά, ήταν μια τυραννοκτονία. Από την αρχαιότητα η Ελλάδα είναι μαθημένη στις τυραννοκτονίες και επαινεί τους τυραννοκτόνους.

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι τη στιγμή που έγινε η πυροδότηση. Επειδή το καλώδιο ήταν μεγαλύτερο, υπήρχε μια καθυστέρηση κάποιου δέκατου του δευτερολέπτου, η ταχύτητα όμως με την οποία έτρεχε ο Παπαδόπουλος ήταν πολύ μεγάλη και τη γλίτωσε. Αν είχαμε πετύχει θα έπεφτε σύγχυση και φαγωμάρα στη χούντα και θα είχαμε αλλαγή της κατάστασης. Δεν είχανε ετοιμάσει διαδοχή, δε φαντάζονταν ποτέ ότι ήταν δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο εναντίον τους, διότι στηρίζονταν στα δρακόντεια μέτρα που έπαιρναν για κάθε μετακίνησή τους.

Μετά την έκρηξη ο Ζαμπέλης και ο Λεκανίδης έφυγαν με το αυτοκίνητο. Ο Αλέκος διέφυγε μέσω θαλάσσης, πήγε κάτω από ένα οχετό και είχε την ατυχία την ώρα που έφευγαν οι χωροφύλακες να πέσει το καπέλο του επικεφαλής μέσα στη θάλασσα. Πήγε να το πάρει και τον είδε μέσα στον οχετό. Αλλιώς θα είχε ξεφύγει κι αυτός.

Μετά από μερικές μέρες ο Λεκανίδης πήγε στην κυπριακή πρεσβεία και πήρε νέα εκρηκτικά. Γιατί είχαμε πει ότι ακόμη και να συλληφθεί κάποιος, εμείς θα συνεχίσουμε. Αλλά στις 19 του μηνός, ημέρα Πέμπτη, αν θυμάμαι καλά, με συνέλαβαν. Στη γιάφκα της Ερεσού είχε γίνει μια βροχή, μπήκαν κάποια νερά στο υπόγειο, βρήκαν ότι υπήρχε μια καταπακτή. Έψαξαν και εκεί μέσα βρήκαν το αρχείο με τα ονόματα και τις διευθύνσεις των μελών της οργάνωσης. Και ξεκίνησε αμέσως το ξήλωμα. Συλληφθήκαμε όλοι μας την ίδια περίπου ώρα.

Από τη δίκη της "ομάδας Παναγούλη" για την απόπειρα κατά του δικτάτορα.

Με πήγαν στην Μπουμπουλίνας και από εκεί, μετά από ανακρίσεις, στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, όπου παρέμεινα μέχρι την ημέρα της δίκης. Φάλαγγα, χτυπήματα στο κεφάλι. Αυτό που πείραζε περισσότερο από όλα ήταν τα ψυχολογικά βασανιστήρια. Μου χορήγησε η ελληνική δημοκρατία σύνταξη, ως παθών επί δικτατορίας, 50% ανάπηρος πολέμου.

Στην αρχή προορίζανε και τον Αλέκο και τον Λευτέρη Βερυβάκη για θάνατο. Εμάς μας πήγαιναν για ισόβια. Τελικά είπαν να μη ματώσουμε πολύ, να πάμε μόνο τον Αλέκο για θάνατο. Εγώ καταδικάστηκα σε 24 χρόνια».

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση