iphone app
android app
iphone app android app
Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017
1924348

Η ιστορία των επιτάφιων


Τα εγκώμια  ή "μεγαλυνάρια" όνομα που οφείλει την ύπαρξη του στο γεγονός ότι ολόκληρη σειρά των τροπαρίων αυτών σε ορισμένα χειρόγραφα αρχίζει με το ρήμα μεγαλύνω ή επίσης "Επιτάφιος Θρήνος"  αποτελούν ένα μεγάλο μυστήριο καθώς δεν είναι γνωστό ούτε πότε πρωτοεμφανίστηκαν ούτε ποιος τα έγραψε. Πολλοί μελετητές τα αποδίδουν στον Νείλο Διασωρινό, Μητροπολίτη της Ρόδου του 14ος αιώνα κάτι όμως που δεν φαίνεται να είναι ακριβές . Σήμερα οι ερευνητές αποδέχονται γενικώς ότι τα εγκώμια εμφανίστηκαν κατά τους χρόνους των Παλαιολόγων, και πάντως όχι πριν από το 13ο αιώνα. Η αρχαιότερη ένδειξη για την ύπαρξη αυτού του υμνογραφικού είδους βρίσκεται στον Αθηναϊκό Κώδικα 533 του 13ου αιώνα. Μια σειρά παρόμοιων  τροπαρίων, φέρονται ως ποίημα του Ιακώβου αρχιεπισκόπου Βουλγαρίας στα μέσα του 13ου αιώνα  και θεωρούνται ως το αρχαιότερο δείγμα του είδους. Πρώτη φορά πάντως εμφανίζονται  στην   έντυπη έκδοση του Τριωδίου του έτους 1522. Τα εγκώμια δεν είναι όμως το μόνο μυστήριο που έχει σχέση με την ιστορία του Επιτάφιου Θρήνου καθώς ακόμα και το ίδιο το κεντημένο πανί με τη μορφή του Χριστού έχει μια ενδιαφέρουσα και πολύπλοκη ιστορία που εμπλέκει και τη μυστηριώδη Σινδόνη του Τορίνο, το λινό ύφασμα που θεωρείται ως εκείνο το οποίο τύλιξε το σώμα του νεκρού Χριστού. Σύμφωνα με την θεωρία που υποστηρίζει την αυθεντικότητα της Σινδόνης το ύφασμα ήταν γνωστό στους Βυζαντινούς ως «Μανδήλιον» και η εντυπωσιακή , μυστηριακή παρουσίαση του στους πιστούς κάθε Μεγάλη Παρασκευή στην Κωνσταντινούπολη με την οποία αποκαλύπτονταν ως ύφασμα με αποτυπωμένη ολόσωμη την εικόνα ενός εσταυρωμένου ίσως αποτελεί ένδειξη για την Σινδόνη όπως τη γνωρίζουμε σήμερα στο Τορίνο. Δεν είναι τυχαίο ότι στις αρχές του 13ου αιώνα μια σημαντική «επανάσταση» στην εικονογραφία των Παθών αρχίζει να λαμβάνει χώρα. Η Βυζαντινή τέχνη  υιοθετεί τον Επιτάφιο Θρήνο με τη μορφή του Χριστού κεντημένη ή ζωγραφισμένη σε ύφασμα στην ίδια στάση με εκείνη της Σινδόνης, όπως την γνωρίζουμε σήμερα. Ταυτόχρονα αρχίζει να κυριαρχεί η εικόνα  της Άκρας Ταπείνωσης  με τον Ιησού να εικονίζεται όρθιος, μαστιγωμένος με τα χέρια μπροστά, στην στάση της Σινδόνης, βγαίνοντας από μια κατασκευή που θυμίζει κιβώτιο και παραπέμπει στον Πανάγιο Τάφο.  Τι ήταν όμως εκείνο που έκανε τους Βυζαντινούς να περάσουν από την απεικόνιση του προσώπου του Ιησού , στο Μανδήλιον, σε εκείνη ολόκληρου του σώματος του; Η ερμηνεία βασίζεται όχι μόνο σε εικασίες αλλά και στην ένδειξη ότι το ύφασμα για μεγάλο μέρος της ιστορίας του, παρέμεινε διπλωμένο. Είναι γνωστό ότι  οι Βυζαντινοί είχαν ιδιαίτερη αδυναμία στη δραματοποίηση θρησκευτικών τελετών κάτι που ακόμα και σήμερα διαπιστώνεται στον τρόπο τέλεσης της Θείας Λειτουργίας με την πληθώρα των συμβολικών στοιχείων. Πιστεύεται ότι κάποια στιγμή τον 13ο αιώνα το έως τότε γνωστό κειμήλιο του Μανδηλίου το οποίο εικονίζονταν στην προθήκη του με την απεικόνιση του προσώπου του Ιησού , με τη Σινδόνη δηλαδή διπλωμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ορατό μονάχα το κεφάλι της μορφής, βγήκε ίσως για πρώτη φορά από τη θήκη της,  αποκαλύπτοντας το αποτύπωμα ολόκληρου του σώματος, όπως το γνωρίζουμε σήμερα από τη Σινδόνη του Τορίνο. Είναι εύκολο να φανταστούμε την έκπληξη αν όχι το σοκ και την επίδραση που είχε αυτή η στιγμή όχι μόνο στην εικονογραφία αλλά και στην ίδια την θρησκεία. Δυστυχώς δεν υπάρχει καμιά ιστορική καταγραφή μιας τέτοιας αποκάλυψης, παρά μόνο πληθώρα «υπονοουμένων» σε κείμενα. Και βεβαίως η σχέση του μυστηριώδους κειμηλίου με τον επιτάφιο.

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση