iphone app
android app
iphone app android app
Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017
Μανώλης Δερμιτζάκης

"Το γενετικό μας προφίλ δείχνει τι μπορούμε να γίνουμε"


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Μια καινούργια σελίδα στη μελέτη ασθενειών όπως ο διαβήτης και οι καρδιοπάθειες ανοίγει, μαζί με την ερευνητική ομάδα του, στο κτίριο της Γενετικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Γενεύης (HUG), ο διεθνώς γνωστός Έλληνας γενετιστής, με καταγωγή από την Κρήτη, Μανώλης Δερμιτζάκης.

Mε νέα επιστημονικά δεδομένα δημιουργεί ένα σημαντικό πλαίσιο για την κατανόηση της κληρονομικότητας σε ατομικό επίπεδο και εξηγεί σε συνέντευξή του στην "Καθημερινή" ότι «η κατανόηση των λειτουργικών διαφορών στο γονιδίωμα είναι πολύ σημαντική για να φτιάξουμε το γενετικό προφίλ κάθε ανθρώπου με το οποίο θα περιγράφεται η προδιάθεσή του να εμφανίσει κάποια νόσο».

Ο 42χρονος, ο οποίος πήρε το πτυχίο Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (απ' όπου και κατάγεται) και έκανε διδακτορικές σπουδές στο περίφημο Penn State στις ΗΠΑ, ανήκει στη νέα γενιά των Ελλήνων επιστημόνων που διαπρέπουν στο εξωτερικό. Μάλιστα, το 2014 το όνομά του συμπεριελήφθη στη λίστα "Highly Cited Researcher" με τους σπουδαιότερους επιστήμονες παγκοσμίως για τον κλάδο της Μοριακής Βιολογίας και Γενετικής, που δημοσίευσε η εταιρεία Thomson Reuters για προσωπικότητες των οποίων το ερευνητικό έργο φαίνεται ότι θα επηρεάσει καθοριστικά την πορεία της επιστήμης τα επόμενα χρόνια.

Ο Μανώλης Δερμιτζάκης είναι τακτικός καθηγητής Γενετικής και κάτοχος της έδρας Louis-Jeantet στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Γενεύης (Department of Genetic Medicine and Development University of Geneva Medical School), μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου του Ινστιτούτου Γενετικής και Γονιδιωματικής της Γενεύης (iGE3) και συνεργαζόμενος ερευνητής στο Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών.

Σε ερώτηση για το κίνητρό του να ασχοληθεί με τη Βιολογία και στη συνέχεια με τη Γενετική ο ίδιος απαντά στο δημοσιογράφο της εφημερίδας: «Πάντοτε μου άρεσε η Βιολογία και από την πρώτη στιγμή, στο λύκειο, που είδα στο βιβλίο μου το κεφάλαιο για τη γενετική μηχανική, ήμουν σίγουρος ότι με αυτό το αντικείμενο θέλω να ασχοληθώ. Ανέκαθεν με συνάρπαζε η πολυπλοκότητα αλλά και το άγνωστο της πληροφορίας στο γονιδίωμα. Μην ξεχνάτε ότι σχεδόν μέχρι να τελειώσω και το διδακτορικό μου, το 2001, δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί η πρώτη ανάγνωση του ανθρώπινου DNA, που έγινε στο τέλος του 2000. Και μετά, φυσικά, άνοιξε ένας μακρύς δρόμος για την κατανόησή του. Επίσης, σημαντικός παράγοντας για να σπουδάσω Βιολογία στην Κρήτη στάθηκε το γεγονός ότι ο πολύ γνωστός καθηγητής Φώτης Καφάτος ήταν συμμαθητής του πατέρα μου και, παρόλο που τον γνώρισα πολλά χρόνια μετά και δεν είχα την ευκαιρία να δουλέψω ποτέ μαζί του, αποτελούσε πάντοτε πηγή έμπνευσης για μένα και πολλούς βιολόγους της εποχής μου».

Ο ίδιος θεωρεί ότι οι Έλληνες της γενιάς του θεωρούνται επιτυχημένοι, αλλά και ευρύτερα, όπως λέει, «έχουμε κάνει τεράστια άλματα στη γνώση και την εφαρμογή της, όπως και στην επικοινωνία, την ανταλλαγή πληροφορίας... Νομίζω ότι η γενιά μας έχει φέρει μια εντελώς νέα κουλτούρα στον κόσμο, στον τρόπο που λειτουργεί η επιστήμη και στο επίπεδο συνεργασίας».

Αναφορικά με το ερευνητικό του έργο και το ποιο στοιχείο της έρευνάς του θεωρεί ως το πιο καινοτόμο απαντά: «Η έρευνά μας επικεντρώνεται στην ανάλυση της γενετικής ποικιλομορφίας σε ανθρώπινους πληθυσμούς και στη σύνδεσή της με την προδιάθεση ασθενειών όπως ο διαβήτης ή οι διάφοροι τύποι καρκίνου. Μελετάμε δείγματα πληθυσμών από τα οποία έχουμε συλλέξει μεγάλο αριθμό από δεδομένα και κάνουμε στατιστική ανάλυση για να βρούμε βιολογικά σήματα που έχουν σημασία για την κατάσταση της υγείας των ανθρώπων που συμμετέχουν στην έρευνά μας. Η καινοτομία μας είναι ότι κάνουμε τη σύνδεση μεταξύ γενετικών παραγόντων και ασθενειών με την ανάλυση μοριακών χαρακτηριστικών. Το πλεονέκτημα σε αυτού του είδους την ανάλυση είναι πως όχι μόνο κάνουμε πιο εύκολα τη σύνδεση αυτή, αλλά και ότι αποκαλύπτουμε τα βιολογικά χαρακτηριστικά και τις αιτίες για τη σύνδεση, που ανοίγουν περισσότερους δρόμους για θεραπευτικές μεθόδους».

Σε ερώτηση για το ανθρώπινο γονιδίωμα και τι μπορούμε να μάθουμε από αυτό ο Μανώλης Δερμιτζάκης λέει πως «το γονιδίωμά μας είναι μια σειρά από μεγάλα μόρια DNA - για την ακρίβεια 46, όσα και τα χρωμοσώματά μας. Κάθε μόριο αποτελείται από μια σειρά -αλληλουχία- τεσσάρων μονομερών "γραμμάτων", τα A, C, G, T. Στη σειρά αυτή βρίσκεται και η πληροφορία του γονιδιώματος, όπως ακριβώς και σε ένα κείμενο βιβλίου. Η μεγαλύτερη έκπληξη, ακόμη και για έναν ειδικό στον τομέα της Γενετικής, είναι η μοναδική και πολύπλοκη οργάνωση του γονιδιώματος ώστε να δίνει τις απαραίτητες πληροφορίες για την ανάπτυξη του ανθρώπινου οργανισμού. Όπως επίσης και το γενικότερο πλαίσιο κανόνων που διέπουν το DNA, που είναι αποτέλεσμα εκατοντάδων εκατομμυρίων χρόνων εξέλιξης της ζωής».

Εξειδικεύοντας περαιτέρω και για το εάν το γενετικό μας προφίλ μπορεί να εξελιχθεί σε μία ακόμη ταυτότητα, ο διεθνώς αναγνωρισμένος γενετιστής υπογραμμίζει ότι «το γενετικό μας προφίλ είναι μοναδικό, εκτός από τις περιπτώσεις όμοιων διδύμων. Επομένως, καθαρά από πλευράς αναγνώρισης, το δακτυλικό αποτύπωμα είναι πιο μοναδικό. Παρ' όλα αυτά, το γενετικό μας προφίλ έχει πληροφορίες για προδιάθεση σε ασθένειες και άλλα χαρακτηριστικά μας, όπως το ύψος και το χρώμα των ματιών, άρα είναι πιο άμεσα συνδεδεμένο με τα χαρακτηριστικά μας από ό,τι το δακτυλικό αποτύπωμα».

Σε ερώτηση εάν μπορεί να οδηγηθούμε σε κοινωνική κατηγοριοποίηση μέσω της γενετικής μας ταυτότητας που καταγράφει ποιοι είμαστε ο ίδιος είναι κατηγορηματικός: «Η γενετική ταυτότητά μας δεν είναι τι είμαστε, αλλά τι μπορούμε να γίνουμε, και σε μεγάλο βαθμό το τι θα γίνουμε εξαρτάται από το περιβάλλον και τις επιλογές μας. Δε νομίζω πως είναι σωστή προσέγγιση κάποιος να "ντρέπεται" για τη γενετική του ταυτότητα, καθώς όλοι κουβαλάμε βλαβερές μεταλλαγές - όπως και μεταλλαγές που μας δίνουν πλεονεκτήματα. Ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε πιθανές συνέπειες τέτοιων μεταλλαγών είναι να μοιραστούμε την πληροφορία με άλλους που έχουν παρόμοιες ή ίδιες μεταλλαγές. Ακόμη και με ανθρώπους όπως οι γιατροί, που σε λίγα χρόνια θα μπορούν να μας προτείνουν αλλαγές στον τρόπο ζωής βάσει του γενετικού μας προφίλ. Είμαι της γνώμης ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε γενετικά μειονεκτήματα που έχουμε είναι να μοιραστούμε ανοιχτά την πληροφορία, καθώς οι ανησυχίες για ασφαλιστικές εταιρείες ή για διακρίσεις είναι εύκολα διαχειρίσιμες από ένα σχετικά απλό νομικό πλαίσιο».

Σε άλλο σημείο της συνέντευξής του στην "Καθημερινή" ο Μανώλης Δερμιτζάκης αναφέρεται στις ανθρώπινες αδυναμίες που απορρέουν από το γονιδίωμά μας και κατά πόσο είναι εφικτό να τις αναχαιτίσουμε εφόσον τις αναγνωρίζουμε: «Οι αδυναμίες είναι στη φύση του ανθρώπου και κατά μία έννοια μπορεί να μην είναι καλό να τις αναχαιτίσουμε εντελώς - για παράδειγμα, θα θέλαμε πραγματικά να ζήσουμε για 200 ή 300 χρόνια; Προβληματίστηκα πολύ σε αυτό το σημείο έπειτα από μια σχετική παιδική θεατρική παράσταση της αδελφής μου. Νομίζω ότι πρέπει να μάθουμε ό,τι το δυνατόν περισσότερο για τον εαυτό μας, τη φύση μας, τις αδυναμίες μας και να χρησιμοποιήσουμε τη γνώση αυτή για να ζήσουμε μια πιο υγιή και εύκολη ζωή».

Ο γνωστός επιστήμονας ζει στην Ελβετία, ωστόσο διατηρεί πολλές από τις ελληνικές συνήθειες, όπως λέει. «Είμαι και παραμένω Έλληνας. Η σύζυγός μου, η Ρία Κεχαγιά, είναι Ελληνίδα και έχουμε δύο παιδιά τα οποία κρατάμε πολύ κοντά στην Ελλάδα και σε συχνότατη επικοινωνία με τις οικογένειές μας. Μιλάμε μόνο Ελληνικά στο σπίτι και γενικά τρώμε ελληνικά φαγητά. Ωστόσο, η ζωή στην Ελβετία μού αρέσει πολύ, έχουμε φίλους πολλών εθνικοτήτων, κάνουμε ταξίδια στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Ειδικά η Γενεύη, όμως, είναι το όνειρο μιας Ελλάδας με το οποίο μεγάλωσα και δεν έγινε πραγματικότητα - αν και υπήρχαν τόσες ευκαιρίες. Μακάρι σε μερικές δεκαετίες να αλλάξουν τα πράγματα».

Τέλος, μιλώντας για τη συνεργασία του με ελληνικά ερευνητικά ιδρύματα αλλά και για την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα στον τομέα της έρευνας αναφέρει: «Η συνεργασία μου με το Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών μού δίνει την ευκαιρία να εργαστώ με κορυφαίους Έλληνες επιστήμονες και να διατηρήσω επαφή με την ελληνική πραγματικότητα. Νομίζω ότι η Ελλάδα έχασε το τρένο για τα καλά και η κατάσταση δε σηκώνει άλλα μπαλώματα. Χρειάζεται να ξεριζώσουμε τα όποια προβληματικά πλαίσια και να κάνουμε επανεκκίνηση. Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι ακόμη και οι άνθρωποι που σκέφτονται σωστά κάποια στιγμή παρασύρονται από τη διαφθορά και την παρακμή, διότι "έτσι είναι η Ελλάδα" - ποτέ δεν κατάλαβα τι θα πει αυτό. Νομίζω πως οι ίδιοι οι Έλληνες δεν ξέρουν τι θέλουν, κι ας διαμαρτύρονται ότι δεν τους κάνουν οι πολιτικοί τους και το σύστημα·- ο λόγος είναι ότι έχουν μεγαλώσει σε ένα σύστημα που το κοινό καλό δε συμβαδίζει συχνά με το δικό τους προσωπικό καλό, οπότε βρίσκονται σε σύγχυση ποιο από τα δύο να υπηρετήσουν. Η ελληνική κοινωνία πιστεύω ότι χρειάζεται μια μαζική αλλαγή κατεύθυνσης, γεγονός που όταν συμβεί θα μιλάμε για ένα περιβάλλον όπου η επιστήμη, η καινοτομία και η εργατικότητα θα βρουν χώρο ώστε να υπάρξει ανάπτυξη, δικαιοσύνη και παιδεία».

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση