iphone app
android app
iphone app android app
Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017
ΕΥΡΩ

Διαπραγμάτευση ή εικονικός πνιγμός;


Όσο διαιωνίζεται η διαπραγμάτευση των Βρυξελλών, δίχως ορατό τέλος και με ασαφές επίδικο, τόσο παρατείνεται η ανησυχία και ανασφάλεια όχι μόνον από ελληνικής πλευράς, αλλά και όχι λιγότερο από ευρωπαϊκής. Αφού το Grexit και το Graccident έχουν αποκλεισθεί ως ενδεχόμενα από όλες τις πλευρές, παραμένει σε άμεση αβεβαιότητα και εκκρεμότητα το ζήτημα της σταθεροποίησης και ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, που ενδιαφέρει πάνω από όλα τα αλλά την ελληνική πλευρά και για το οποίο όσο τα χρονικά περιθώρια εκμετρούνται, οι προοπτικές καταλήγουν όλο και πιο σκοτεινές. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει διόλου ότι η ευρωπαϊκή πλευρά δεν ανησυχεί και μάλιστα πολύ περισσότερο για τις δικές της προσδοκίες από τη χώρα μας.

Του Κώστα Βεργόπουλου

Δεν είναι μόνο το πρόβλημα των πρωτογενών πλεονασμάτων και της λιτότητος, που θεωρεί ότι δε θα έπρεπε να διακόπτεται σε κανένα σημείο της Ευρωζώνης, δεν είναι μόνον η εξασφάλιση ομαλής αποπληρωμής του εκκρεμούντος τεράστιου και ασυμμάζευτου ελληνικού χρέους, αλλά είναι επίσης το ζήτημα του πολιτικού εξευτελισμού και της παραδειγματικής τιμωρίας της πρώτης κυβέρνησης που τόλμησε να αμφισβητήσει τον "εξυγιαντικό" χαρακτήρα της γερμανικής και ευρωπαϊκής συνταγής.

Οι Ευρωπαίοι διαπραγματευτές έχουν μέχρι σήμερα απορρίψει τουλάχιστον τέσσερις λίστες ελληνικών προτάσεων υπό το επιχείρημα ότι δεν ήσαν "πειστικές", ούτε "συγκεκριμένες" ούτε "ολοκληρωμένες". Από την πλευρά της, η ελληνική κυβέρνηση δεν παύει να επανέρχεται με διαρκώς πρόσθετες παραχωρήσεις, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τον πυρήνα του προγράμματος με το οποίο έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του ελληνικού λαού. Αποδέχτηκε να μετατεθεί στο μέλλον το ζήτημα του χρέους, δεσμεύτηκε στο να μην προβεί σε μονομερείς ενέργειες, παρουσίασε κατάλογο διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, συναίνεσε σε αξιόλογο αριθμό αποκρατικοποιήσεων και ιδιωτικοποιήσεων.

Κορυφαία παραχώρησή της: η αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος μέχρι 3,9% του ΑΕΠ, ξεπερνώντας σε αυτό ακόμη και την πρόσφατη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, η οποία το περιόριζε σε λιγότερο από 1,5% του ΑΕΠ. Φυσικά, η ελληνική πλευρά διατηρεί τον πυρήνα των "κόκκινων γραμμών" της: αλλάζει το μείγμα της οικονομικής πολιτικής, μη μειώνοντας, αλλά αυξάνοντας τα έσοδα του προγράμματος που αποδέχεται να εφαρμόσει. Απορρίπτει πρόσθετες περικοπές μισθών και συντάξεων, εγκαθιστά την έννοια της ανθρωπιστικής κρίσης, θεσπίζει κατώτατο αφορολόγητο όριο 12000 ευρώ, επιλέγει δικαιότερο φορολογικό σύστημα με αύξηση της φορολόγησης των υψηλότερων εισοδημάτων. Ωστόσο φαίνεται πως όλες οι παραχωρήσεις δεν αρκούν για να ξεπεραστεί η ευρωπαϊκή διαπραγματευτική δυστοκία και ολιγωρία. Η Ευρώπη όχι μόνο δεν διαπραγματεύεται με την Αθήνα, αλλά φαίνεται αμετακίνητη και πεπεισμένη ότι όσο η συμφωνία μετατίθεται στο μέλλον και ο χρόνος κυλά ατελέσφορος, ο βρόγχος σφίγγει όλο και περισσότερο στο λαιμό της ελληνικής πλευράς.

Άλλωστε, δεν είναι μόνον το έλλειμμα πραγματικής διαπραγματικής βούλησης από την πλευρά των "θεσμών", αλλά είναι επίσης και όχι λιγότερο τα μέτρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που δεν παύουν να τροφοδοτούν συνθήκες εντεινόμενης ασφυξίας στην ελληνική οικονομία. Σε

μία χώρα με τακτική αφαίμαξη του εισοδήματος της υπέρ των δανειστών, με διατηρούμενη ανασφάλεια και συνεχή συρρίκνωση των καταθέσεων, είναι αυτονόητο η οικονομία όχι μόνον να μην μπορεί να ανακάμψει, αλλά και να μην μπορεί καν να κινηθεί και να σταθεροποιηθεί λόγω σοβαρότατου ελλείμματος ρευστότητος. Σε παρόμοιες συνθήκες επιβάλλεται ο διευκολυντικός ρόλος της κεντρικής τράπεζας ως τελικού πιστωτή και ως τελικού προμηθευτή ρευστότητας. Είναι "παράδοξο" ότι τη στιγμή που ο πρόεδρος Ντράγκι εφαρμόζει πρόγραμμα "ποσοτικής χαλάρωσης", με προσφορά πρόσθετης ρευστότητας άνω του 1 τρισεκατομμυρίου ευρώ προς σταθεροποίηση ολόκληρης της Ευρωζώνης, εξαιρεί από αυτό την Ελλάδα, τη χώρα με τη μεγαλύτερη και πιο επείγουσα ανάγκη ρευστότητος κινήσεως. Είναι επίσης "παράδοξο" ότι ο ίδιος απαγορεύει στις ελληνικές τράπεζες τις τοποθετήσεις σε νέα ομόλογα του ελληνικού κράτους, με το θλιβερό επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο θα περιόριζε ακόμη περισσότερο την ελληνική ρευστότητα, ενώ πρόκειται περί του ακριβώς αντίθετου, αφού εάν το κράτος αντλεί ρευστότητα δεν είναι για να την κατακρατεί αλλά για να εξασφαλίζει τις πληρωμές του προς την οικονομία. Ούτε αποτελεί επαρκή λόγο μία χώρα να εξαιρείται του γενικού προγράμματος της ΕΚΤ, με την αιτιολογία ότι αυτή βρίσκεται σε ειδικό πρόγραμμα. Εκτός εάν η ΕΚΤ υιοθετεί την γερμανική λογική βάσει της οποίας απαγορεύεται κάθε διευκόλυνση προς τον οφειλέτη, καθ' όσον κάθε τι που τον σταθεροποιεί τον ενθαρρύνει στην καθυστέρηση των "αναγκαίων μεταρρυθμίσεων". Ωστόσο, εάν αυτό ισχύει και αφού ουδεμία μεταρρύθμιση είναι εφικτή σε συνθήκες κατάρρευσης της οικονομίας, το τελικό πόρισμα αυτής της λογικής θα ήταν ότι πρέπει πρώτα η οικονομία να καταρρεύσει για να μπορέσει μετά να μεταρρυθμίσει και να τεθεί σε νέες βάσεις η ανάκαμψή της.

Υπό τις συνθήκες αυτές και όσο τα χρονικά όρια εκμετρούνται, ο τρόπος μεταχείρισης του οφειλέτη από τους εταίρους του δύσκολα διακρίνεται από τη μέθοδο του "εικονικού πνιγμού" (waterboarding). Ο σκοπός δεν είναι πλέον η αποδοτικότητα των μέτρων, αλλά η επιβεβαίωση του ποιος είναι το αφεντικό στην Ευρώπη. Ωστόσο η ηγεμονία δεν μπορεί να βασίζεται στην εξόντωση του ηγεμονευομένου, αλλά στην σταθεροποίησή του. Όπως και η πίστη δεν μπορεί να βασίζεται στον πνιγμό του οφειλέτη, αλλά στη στήριξη και εξασφάλιση της δυνατότητας του δημιουργία νέου εισοδήματος ικανού να εξυπηρετήσει τις δανειακές υποχρεώσεις του.

Στην Ευρώπη σήμερα, μία χώρα κατισχύει όλων των άλλων. Ωστόσο, αυτό που της προσάπτεται δεν είναι η υπερβολική ισχύς της, αλλά ότι η ισχύς αυτή χρησιμοποιείται από την ίδια μόνον για επιβεβαίωση του ποιος έχει το επάνω χέρι, συντρίβοντας κάθε απόκλιση από αυτή την παραδοχή, παρά για την σταθεροποίηση του χώρου τον οποίο φιλοξενεί να ηγεμονεύει.

Το ευρωπαϊκό πρόβλημα σήμερα δεν είναι η ηγεμονία της Γερμανίας, αλλά η ολιγωρία της να την αναλάβει. Η Αμερική και η Βρετανία έστησαν αυτοκρατορίες χρηματοδοτώντας τους ηγεμονευομένους τους, το αυτό ακριβώς επιδιώκουν σήμερα η Κίνα και η Ρωσία. Μόνον η Γερμανία φαντάζεται την επιβεβαίωση της ισχύος της αφαιμάσσοντας τους δικούς της.

Δεν είναι πρώτη φορά στην ιστορία που το άγχος του πιστωτή για την εξουσία τον εξωθεί στον πιο ακραίο παραλογισμό, ακόμη και ενάντια στο δικό του συμφέρον. Και φυσικά όσο ο βρόγχος σφίγγει στο λαιμό του οφειλέτη, τόσο περισσότερο σφίγγει επίσης και για τις προσδοκίες του πιστωτή από αυτόν.-

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση