iphone app
android app
iphone app android app
Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017
ΟΣΠΡΙΑ

Η Ελλάδα δεν μπορεί να θρέψει τους Έλληνες


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Η Ελλάδα παράγει αλλά... συνεχίζει να εισάγει, εκτελώντας συμφωνίες που της επιβάλλει μέσα από διάφορους μηχανισμούς η Ευρωπαϊκή Ένωση, με συνέπεια ακόμα και τα τελευταία χρόνια (της οικονομικής κρίσης) ως Έλληνες τρώγαμε και εξακολουθούμε να τρώμε φασόλια από Κίνα, φακές από Καναδά, ρεβίθια από Μεξικό, λεμόνια από Αργεντινή και κουκκιά από Συρία. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του χοιρινού κρέατος, το οποίο στην Ελλάδα παράγεται σε ποσοστό μόλις 22% της συνολικής του κατανάλωσης, όταν στη δεκαετία του '80 ήμασταν αυτάρκεις και κάναμε και εξαγωγές!

Τα στοιχεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και της ΠΑΣΕΓΕΣ είναι μεν απογοητευτικά, αλλά δείχνουν τη δυναμικότητα που έχουμε ως χώρα, αρκεί να ιδρώσουμε πάνω στη γη μας, να στηριχτούν επιτέλους οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι. Ακόμη και ύστερα από έξι χρόνια κρίσης, σχεδόν 6 δισεκατομμύρια ευρώ "έφυγαν" το 2014 από τη χώρα, με προορισμό τους δανειστές μας (κυρίως Γερμανία, Γαλλία και Ολλανδία), προκειμένου να μη λείψουν από το τραπέζι των Ελλήνων βασικά αγροτοκτηνοτροφικά προϊόντα, όπως μοσχαρίσιο και χοιρινό κρέας, γάλα, τυριά, ψωμί (μαλακό σιτάρι), λαχανικά, φρούτα και ζάχαρη!


Υπόθεση "καλαμπόκι"

Ο γνωστός κτηνίατρος-ερευνητής και πρόεδρος του Παραρτήματος Κρήτης του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου κ. Αλέκος Στεφανάκης φέρνει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του ελληνικού προβλήματος το καλαμπόκι.

«Ενώ έχουμε στην κεντρική και βόρεια Ελλάδα πολύ πιο ποιοτικό καλαμπόκι, πολύ υψηλής ποιότητας γιατί θερίζεται άβροχο χωρίς λάσπες, για παράδειγμα, είμαστε ανίκανοι να το εκμεταλλευτούμε εμείς. Έρχονται λοιπόν και το προκλείνουν οι ξένες βιομηχανίες. Και το εξάγουμε κατά τις μεγαλύτερες ποσότητες σε βιομηχανίες όχι ζωοτροφών, αλλά ανθρώπινης τροφής, όπως είναι τα δημητριακά που τρώμε στο πρωινό μας. Τόσο καλό είναι το δικό μας καλαμπόκι. Αλλά εμείς δεν παράγουμε όσο χρειαζόμαστε για τις ανάγκες μας και μόνο ένα μικρό μέρος το χρησιμοποιούν οι δικές μας βιομηχανίες ανθρώπινης τροφής και ζωοτροφών».

Στο μεταξύ, στο μαλακό σιτάρι, από το οποίο γίνεται το ψωμί, εισάγουμε ετησίως πάνω από 1.000.000 τόνους αξίας εκατομμυρίων ευρώ, κυρίως από χώρες όπως η Ρωσία, η Γαλλία και η Ουκρανία. Οι εισαγωγές αυτές δεν είναι μόνο άσκοπες και καταστροφικές για την ελληνική οικονομία, σύμφωνα με την ΠΑΣΕΓΕΣ, αλλά πρόκειται και για σιτηρά αμφίβολης ποιότητας, αφού κάποιες ανατολικές χώρες υποχρεούνται βάσει κοινοτικής νομοθεσίας να κάνουν ακόμα και ελέγχους για ίχνη ραδιενέργειας!

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1957 η Ελλάδα πέτυχε την αυτάρκεια σε μαλακό σιτάρι με την ποικιλία Γ 38290, που δημιούργησε το Ελληνικό Ινστιτούτο Σιτηρών. Μάλιστα, προς τα τέλη του 1970 υπήρχε πλεόνασμα που διατηρήθηκε μέχρι το 1984! Έκτοτε αρχίζει ραγδαία μείωση της καλλιέργειας του μαλακού σιταριού, η οποία συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της καλλιέργειας του σκληρού. Σύμφωνα, λοιπόν, με στοιχεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, τα 2.498.070 στρέμματα (με παραγωγή 649.800 τόνων) που καλλιεργούνταν με σκληρό σιτάρι στην Ελλάδα το 1981 αυξήθηκαν το 2001 σε 7.083.100 στρέμματα (με παραγωγή 1.457.260 τόνων), ενώ, αντίστροφα, τα 7.517.747 στρέμματα (με παραγωγή 2.106.270 τόνων) που καλλιεργούνταν με μαλακό σιτάρι στην Ελλάδα το 1981 μειώθηκαν το 2001 σε 1.682.273 στρέμματα (με παραγωγή 442.060 τόνων).

Η τεράστια μείωση της παραγωγής του ελληνικού μαλακού σιταριού και του κριθαριού αύξησε σημαντικά την εισαγωγή τους και οδήγησε σε μεγάλο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου στον κλάδο των δημητριακών, που έφτασε το 2008 τα 365 εκατ. ευρώ, ενώ και το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου στον κλάδο των ζωοτροφών έφτασε την ίδια χρονιά στα 354 εκατομμύρια ευρώ. Συνολικά, η έκταση του σιταριού την τελευταία εικοσαετία έχει μειωθεί κατά 1.650.000 στρέμματα... Παρ' όλα αυτά, η Ελλάδα κατέχει την τέταρτη θέση στην Ευρώπη στην παραγωγή σιτηρών με 9 εκατ. στρέμματα, από τα οποία περίπου τα 6 εκατ. είναι με σκληρό και μαλακό σιτάρι!


Στα εσπεριδοειδή

Στα εσπεριδοειδή, τη μεγαλύτερη αυτάρκεια κατέχουν τα πορτοκάλια με ποσοστό 167%, ενώ στα λεμόνια η αυτάρκεια περιορίζεται στο 63%. Αλλά και στα υπόλοιπα φρούτα η αυτάρκεια παραμένει υψηλή (128%). Είναι ενδεικτικό ότι στο ροδάκινο η Ελλάδα κατέχει πάνω από 60% των εξαγωγών παγκοσμίως!

Επιπλέον, υπάρχουν και φρούτα ανεκμετάλλευτα, τα οποία δεν είναι ευρέως γνωστά, όπως το κορόμηλο, το άγριο βατόμουρο, το άγριο αχλάδι (αγκορτσιά), το τσάπουρνο, το μούρο κ.ά., που σαπίζουν κάθε χρόνο στα χωριά μας. Άρα εμείς γιατί να τρώμε τα εξωτικά φρούτα και να μην τρώμε τα δικά μας, που είναι και πολύ πιο υψηλής θρεπτικής αξίας;


Στα όσπρια

Πολύ χαμηλή αυτάρκεια διαπιστώνεται στην κατηγορία των οσπρίων, με ποσοστό που κυμαίνεται στο 39%. Όπως τονίζουν οι γεωπόνοι, το πρόβλημα αυτό θα μπορούσε να λυθεί εύκολα, με μια αναδιάταξη της παραγωγής, ακόμα και με επιδότηση, ώστε σε εκτάσεις που καλλιεργούνται σήμερα άλλα προϊόντα, π.χ. ρύζι (στο οποίο είμαστε πλεονασματικοί), να καλλιεργηθούν όσπρια, πολλά από τα οποία, όπως τα ρεβίθια ή τα μαυρομάτικα φασόλια, έχουν και μικρότερες ανάγκες σε νερό.

Και στις πατάτες υπάρχει αυτάρκεια κατά 82%, με μόνιμη μάστιγα όμως τις "ελληνοποιήσεις" πατάτας από Αίγυπτο, αλλά και τις άσκοπες εισαγωγές κατεψυγμένης πατάτας από χώρες όπως οι ΗΠΑ, επειδή δήθεν τηγανίζεται πιο εύκολα.


Η αμπελουργία

Η ελληνική αμπελουργία είναι επίσης σε πολύ καλό επίπεδο, αφού στα επιτραπέζια σταφύλια (αυτάρκεια 133,45%) έχουμε πλεόνασμα, δηλαδή μπορούμε άφοβα να κάνουμε εξαγωγές, χωρίς να μας λείψουν ποτέ. Μιλώντας στη "Νέα Κρήτη" χθες, ο πρόεδρος της Ομάδας Αμπελουργών Κρήτης Πρίαμος Ιερωνυμάκης τόνισε: «Σύμφωνα με μελέτες που έχουν γίνει, για να δημιουργηθεί μια θέση εργασίας στον τουρισμό χρειάζονται 220.000 ευρώ.

Για να δημιουργηθεί μια θέση εργασίας στην ύπαιθρο, με ταυτόχρονη μεταποίηση των προϊόντων, χρειάζονται μόνο 6.000 ευρώ. Και αυτό πώς επιτυγχάνεται; Μπορείς να φυτέψεις, για παράδειγμα, σιτηρά και μέσα σε πέντε μήνες να έχεις παραγωγή. Μπορεί να φυτέψεις βιομηχανική ντομάτα ή οποιαδήποτε μονοετή καλλιέργεια και μέσα σε 3 έως 5 μήνες να έχεις παραγωγή. Η χώρα μας λοιπόν με το νέο ΕΣΠΑ θα πρέπει να αλλάξει ρότα και τα χρήματα να πέσουν καθαρά στην παραγωγή. Οι επιδοτήσεις είναι επιδοτήσεις. Δε μας αφορά το θέμα των επιδοτήσεων».

ΜΟΣΧΑΡΙ


Παράγουμε 20.000 τόνους, τρώμε 158.000

Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους 158.000 τόνους που καταναλώνουμε ετησίως σε μοσχαρίσιο κρέας, στην Ελλάδα παράγουμε μόλις τους 20.000 τόνους. Στο χοιρινό κρέας η κατάσταση είναι λίγο καλύτερη, αφού από τους 330.000 τόνους που καταναλώνουμε, παράγουμε μόνο τους 80.000, δηλαδή το 23%.

Χαρακτηριστικό είναι ότι πριν το 1980, δηλαδή πριν μπούμε στην τότε ΕΟΚ, η Ελλάδα είχε φτάσει σε αυτάρκεια στο χοιρινό κρέας 84%, στο μοσχαρίσιο σε 66%, ενώ το αιγοπρόβειο κρέας ήταν στα σημερινά επίπεδα αυτάρκειας - περίπου 94%. Στο αιγοπρόβειο κρέας είμαστε σχεδόν αυτάρκεις, αφού σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, η Ελλάδα διαθέτει περίπου 8,9 εκατ. πρόβατα και 4,8 εκατομμύρια κατσίκια, δηλαδή αντιστοιχούν περίπου ένα πρόβατο και μισή κατσίκα για κάθε Έλληνα.

ΕΛΛΕΙΨΗ


Ταφόπλακα στη ζάχαρη

Έλλειψη παρατηρείται στη ζάχαρη, με την εγχώρια παραγωγή να καλύπτει μόνο το 7,3% των αναγκών, που υπολογίζονται στους 320.000 τόνους. Ενώ ως το 2005 η ελληνική ζάχαρη εξασφάλιζε κερδοφορία, το 2006 υπογράφηκε η... ταφόπλακά της, όταν η Ελλάδα συμφώνησε με την Ε.Ε. να παράγει σχεδόν τη μισή παραγωγή από τις ανάγκες της και να πάει σε εισαγωγές.

Του Χριστόφορου Παπαδάκη

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση