iphone app
android app
iphone app android app
Παρασκευή 09 Δεκεμβρίου 2016
Κολοκοτρώνης

Η ιστορία των "εθνικών" μας δανείων


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Βεβαίως - και αυτό είναι κανόνας - μόνο για όσους δεν τη διαβάζουν. Αν ως έθνος "διαβάζαμε" την ιστορία μας στην πραγματική της διάσταση, θα είχαμε αποφύγει την επανάληψή της - τουλάχιστον στις αρνητικές τις πλευρές. Σαφώς είναι δύσκολο σε πολλούς να αντιληφθούν την "πρακτικότητα" της επιστήμης της Ιστορίας.

Του Γιώργου Παπαδάκη

Προφανώς η ιστορία δεν είναι μαθηματικά, φυσική ή χημεία για να βρίσκει ορατή πρακτική εφαρμογή. Όμως όσοι στ' αλήθεια διδάσκονται από την ιστορία και δεν τη διδάσκονται απλά, μπορούν και να εφαρμόζουν τα διδάγματα κυρίως στις "προς αποφυγήν" παραμέτρους της, που είναι και οι κρίσιμες.

Αλλά μη δυσκολεύουμε τα πράγματα. Τι θα μπορούσαμε να είχαμε διδαχτεί ως λαός από την ιστορία μας; Με αφορμή την αυριανή επέτειο της έναρξης του αγώνα για τη δημιουργία του σύγχρονου ελληνικού κράτους, παραθέτουμε τις ακόλουθες τέσσερις στροφές από τον αξεπέραστο "Ύμνο εις την Ελευθερία". Τέσσερις μόνο από τις 158 (632 στίχοι) που έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός στη Ζάκυνθο ακούγοντας την ανταλλαγή κανονιοβολισμών μεταξύ των "εγκλείστων" στο Μεσολόγγι και των πολιορκητών Τούρκων. Ιδού λοιπόν:

Με τα ρούχα αιματωμένα

ξέρω ότι έβγαινες κρυφά

να γυρεύεις εις τα ξένα

άλλα χέρια δυνατά.

Μοναχή το δρόμο επήρες,

εξανάλθες μοναχή.

Δεν είν' εύκολες οι θύρες,

εάν η χρεία τες κουρταλεί.

Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,

άλλ' ανάσασιν καμιά,

άλλος σου έταξε βοήθεια

και σε γέλασε φρικτά.

Άλλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου

οπού εχαίροντο πολύ,

σύρε να 'βρεις τα παιδιά σου,

σύρε έλεγαν οι σκληροί.

Προσέξτε ειδικά τους εξής στίχους: «Ξέρω ότι έβγαινες κρυφά να γυρεύεις εις τα ξένα άλλα χέρια δυνατά» και "Δεν είν' εύκολες οι θύρες, εάν η χρεία (η ανάγκη) τες κουρταλεί (τις χτυπά).

Πάμε λοιπόν να δούμε πώς ξεκινήσαμε (οι πρόγονοί μας, δηλαδή) να γράφουμε την ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους και πώς αυτή επαναλαμβάνεται, ειδικά από το 1824 μέχρι σήμερα, με μικρές διαφοροποιήσεις.


Το "πρώτο" δάνειο

Γιατί από το 1824 και όχι από το 1821; Μα το 1824 οι Έλληνες ως ελεύθερος λαός έλαβαν το πρώτο τους διεθνές δάνειο. Ο αγώνας είχε ανάγκη από χρηματοδότηση. Τα "αποθέματα" των ταγμένων στην Επανάσταση "προεστών" και καραβοκύρηδων, εμπόρων και άλλων ρομαντικών, είχαν, έπειτα από τρία χρόνια μαχών, ασφαλώς εξαντληθεί.

Συμφωνήθηκε λοιπόν το Φεβρουάριο του 1824 από τους απεσταλμένους του Μαυροκορδάτου, Ορλάνδο και Λουριώτη, με τους τραπεζίτες του Λονδίνου Λόγκμαν, Ό Μπράιαν, "Έλλις και Σία", που διέθεσαν τις ομολογίες στα 59% της αξίας τους με τόκο 5%.

Με απλά λόγια, το ονομαστικό ποσό του δανείου των 800.000 λιρών με το 59% κατέβηκε στις 472.000 λίρες. Δηλαδή, η επαναστατική κυβέρνηση χρεώθηκε 800.000 λίρες και πήρε μόνο 472.000. Διαβάζουμε για "απληστία" των Άγγλων τραπεζιτών. Ασφαλώς. Αλλά προσέξτε. Ποιος δανείζει σε ένα κράτος που... δεν υπάρχει; Έπρεπε να καλύψουν τις καταφανείς επισφάλειες του δανείου. Στην πράξη οι τραπεζίτες έπαιζαν "τζόγο".

Γι' αυτό κράτησαν προκαταβολικά για τόκους δύο χρόνων 80.000 λίρες, για χρεώλυτρα επίσης δύο χρόνων 16.000 λίρες και για προμήθεια επί της πληρωμής των τόκων 3.200 λίρες.

Συνολικά κρατήθηκαν 123.000 λίρες και συνεπώς από τις 800.000 λίρες έφτασαν στην επαναστατική κυβέρνηση μόλις 348.000, για την προμήθεια οπλισμού, πυρομαχικών, τροφίμων κ.λπ. Αυτά τα "λίγα" όμως άνοιξαν την όρεξη πολλών. Και εκτός και επί των επαναστατημένων εδαφών.


Το δεύτερο δάνειο

Ακολούθησε το δεύτερο δάνειο της Επανάστασης. Το μεγάλο πλιάτσικο και η... μίζα του (19ου) αιώνα. Συνομολογήθηκε το Φεβρουάριο του 1825 με τους τραπεζίτες Ρικάρντο και αφορούσε το ποσό των 2.000.000 λιρών. Στην επαναστατημένη Ελλάδα έφτασαν μόνο οι 238.558...

Το υπέρογκο ποσό που έμεινε στην Αγγλία «κατασπαταλήθηκε κατά τον απαισιώτερον τρόπον υπό των εκδοτών του δανείου και δήθεν φιλελλήνων ασυνειδήτων τραπεζιτών», γράφει ο καθηγητής Ανδρεάδης, ενώ σημαντικό μερίδιο καρπώθηκαν και οι Έλληνες μεσάζοντες, "όργανα" του Μαυροκορδάτου, Ι. Ορλάνδος και Λ. Λουριώτης.

Ένας άλλος μελετητής γράφει: «Τα χρήματα που έμειναν στο Λονδίνο κατασπαταλήθηκαν σε ύποπτες χρηματιστηριακές πράξεις, είτε εις ανοήτως σχεδιασθέντες και εγκληματικώς εκτελεσθέντας εξοπλισμούς εν Αγγλία και Αμερική». Αλλά αν τα χρήματα που έμειναν στο εξωτερικό κατασπαταλήθηκαν, το ποσό που έφτασε στην Ελλάδα δεν είχε καλύτερη τύχη. Κατέληξε «εις μικράν άμεσον ωφελείαν και πολλαπλάς ζημίας».

Η μεγαλύτερη ζημία ήταν ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε.

Ο Παπαρηγόπουλος (αν και αμφιλεγόμενος σε συγκεκριμένα σημεία περιγραφής πολεμικών δράσεων) εδώ είναι κατηγορηματικός: «... η αγγελία της αλληλοδιαδόχου αφίξεως των δόσεων του δανείου ηύξησεν τον περί κατοχής της εξουσίας πόθον και ο πόθος ούτος απέληξεν εις τον δεύτερον εμφύλιον πόλεμον». Στην πράξη δηλαδή η "άμωμος" ως τότε επαναστατημένη πατρίδα και ο κάθε στ' αλήθεια αγνός και ρομαντικός ανώνυμος επαναστάτης έγιναν κοινωνοί των λέξεων "διαφθορά" και "ασωτία" και "αρπαχτή".

Όλοι, επίσημοι και μη, φρόντιζαν (προσπαθούσαν τουλάχιστον) να πλουτίσουν.


Μαθήματα... ρεμούλας

Χαρακτηριστική είναι η αφάνταστη αθλιότητα που επικρατούσε με τους στρατιωτικούς αρχηγούς, που έπαιρναν μισθούς και σιτηρέσιο για πολλαπλάσιους στρατιώτες απ' όσους είχαν. Ο Γκούρας πληρωνόταν για 12.000 άντρες, ενώ είχε μόνο 3.000, ο Βλαχόπουλος για 400, ενώ είχε 80, και άλλοι ακόμη χειρότερα.

Μέσα στο Ναύπλιο, την πρωτεύουσα, επικρατούσε κατάσταση φοβερής αθλιότητας «οίστρος ακολασίας».

Αναρίθμητο ποικιλόμορφο πλήθος, φίλοι του Κουντουριώτη, του Μαυροκορδάτου και του Κωλέτη μαζεύτηκαν για να πάρουν μισθούς και βαθμούς «που έβγαιναν από το φούρνο» για φαρμακοποιούς που έπαιρναν το βαθμό του συνταγματάρχη και υπηρέτες το βαθμό του λοχαγού!

Φαναριώτες και γιατροί, που τον Απρίλιο του 1824 ήταν ντυμένοι με τρύπια σακάκια, πριν περάσει το καλοκαίρι γύριζαν και καμάρωναν με πλούσιες αρβανίτικες φορεσιές, απαστράπτοντα και αχρησιμοποίητα όπλα, ενώ τους ακολουθούσαν βαστάζοι των... τσιμπουκιών τους και πανύψηλοι σωματοφύλακες! Συνεχίζει ο Δ. Φωτιάδης: «Είχανε ξεχάσει τον πόλεμο με τους Τούρκους και την Επανάσταση και ο λογισμός ήταν το πώς θα φάει ο ένας πολιτικάντης τον άλλο, τώρα μάλιστα που επί τέλους ήρθανε οι δύο δόσεις του πρώτου δανείου και τις υποδεχτήκανε με παράτες, ζουρνάδες, νταούλια και σημαιοστολισμούς. Βαβούριζε η πολιτεία μελίσσι από μπαγαμπόντες και μπράβους που είχανε τρέξει από παντού και ζούσαν με την απαντοχή κάτι ν' αρπάξουν...».

ΤΟ ΝΕΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ


Χρεωμένοι στο ξεκίνημα

Όσο για τους πραγματικούς αγωνιστές σαν τον Κολοκοτρώνη, τον Υψηλάντη, εννοείται ότι αυτοί έμειναν στην... απ' έξω. Ο δε Παπαφλέσσας, αφού "κάτι τσίμπησε", ανένηψε και θυσιάστηκε εν γνώσει του και κινούμενος από τύψεις στο Μανιάκι.

Αυτά τα "ψίχουλα" βέβαια των δανείων δεν έφεραν μόνο τη διαφθορά. Έφεραν δύο, ναι δύο εμφύλιες συγκρούσεις μεσούσης της Επανάστασης. Ελληνική ιστορική πρωτοτυπία αυτή. Ενώ πολεμάς το δυνάστη, να σκοτώνεις... ταυτόχρονα και το συμπολεμιστή σου στον αγώνα. Έφεραν και κάτι άλλο. Το Ελληνικό Κράτος, που γεννήθηκε από τον τίμιο αγώνα και το αίμα των πολλών, ξεκίνησε τον ελεύθερο βίο του καταχρεωμένο, στους "τζογαδόρους" που τελικά στοιχημάτισαν σωστά. Και έτσι συνεχίζει μέχρι και σήμερα...

Βιβλιογραφία:

1. Παπαρηγόπουλου, "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους".

2. Σπηλιάδη, "Απομνημονεύματα".

3. Ανδρεάδη, "Ιστορία των εθνικών δανείων".

4. Φωτιάδη, "Η Επανάσταση του '21".

5. Φωτάκου, "Απομνημονεύματα της Ελληνικής Επαναστάσεως".

6. Τ. Σταματόπουλου, "Ο Εσωτερικός αγώνας".

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση