iphone app
android app
iphone app android app
Παρασκευή 09 Δεκεμβρίου 2016
Επιστροφή από το Μέλλον

Επιστροφή από το Μέλλον


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Η εργασιακή ανασφάλεια, η ανεργία, η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η αδυναμία ελέγχου της ζωής και η αβεβαιότητα για το μέλλον, προκαλούν βαθύ ψυχικό πόνο και απόγνωση.

Είναι βέβαιο ότι η τρέχουσα γενικευμένη κρίση -που δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά κατά την άποψη μας είναι πρώτα και κύρια υπαρξιακή- επηρεάζει και την, λεγόμενη, ψυχική υγεία του πληθυσμού αυτού του έρμου τόπου και μάλιστα με δυο αλληλοτροφοδοτούμενους τρόπους. Από την μια πλευρά, εξασθενεί τις προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για την εξασφάλιση της ψυχικής υγείας και από την άλλη ενισχύει δραματικά τους παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση ψυχικών διαταραχών.

Η αλήθεια είναι ότι στην πραγματικότητα, η τρέχουσα κρίση, υποθηκεύει περαιτέρω το έτσι ή αλλιώς τραυματισμένο -από την παρασιτική μεταπολίτευση- υπαρξιακό υπόβαθρο της ελληνικής συλλογικότητας.

Και μπορεί λογής-λογής νεοφιλελέδες να παριστάνουν ως υπερβολικά ή δημαγωγικά τα περί ανθρωπιστικής κρίσης, βολεμένοι στην ατομική αυτασφάλιση των Βορείων Προαστίων, όμως η εργασιακή ανασφάλεια, η ανεργία, η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων, η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η αδυναμία ελέγχου της ζωής και η αβεβαιότητα για το μέλλον όλο και μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού, είναι βέβαιο ότι προκαλούν βαθύ ψυχικό πόνο και απόγνωση.

Δεν θα ήταν ίσως υπερβολή να πει κανείς ότι, με τούτα και με τ' άλλα, μέσα σε κάτι περισσότερο από μισό αιώνα βίου, η ελληνική κοινωνία μετασχηματίστηκε από κοινωνία ανθρώπινων δημιουργικών προσώπων σε άθροισμα απογνώσεων.

Με άλλα λόγια, απ' τον Ελύτη και τη γενιά του '60 στον Μπογδάνο και στη γενιά των Χίπστερ, μια χούντα, ένα ΠαΣοΚ και δύο μνημόνιο δρόμος.

Όμως το καπάκι στην κατσαρόλα της απόγνωσης ήταν η διαρκής, άδικη -και συνεχιζόμενη μάλιστα ως και σήμερα- ενοχοποίηση των πολιτών για την κατάσταση τους. Ενοχοποίηση που κατά την προσφιλή γκεμπελσιανή τακτική εστίαζε μεν σε υπαρκτές αδυναμίες, απέκρυπτε δε το απόλυτα διαφορετικό μέγεθος της ευθύνης του καθενός. Το «όλοι μαζί τα φάγαμε», έβαζε στο ίδιο καλάθι τον κάθε oλιγάρχη με τον «τυροπιτά» που δεν έκοψε μιαν απόδειξη. Και αυτό για να δοθεί το νομιμοποιητικό κοινωνικά άλλοθι να πληρώσει για μια ακόμη φορά, και πάλι, και μόνον, ο τυροπιτάς.

Η «Λογική» αυτή, καθιστώντας τον Λαό αποκλειστικά υπεύθυνο για την κατάσταση του, δεν αύξανε μόνο την ενοχοποίηση και την εξ' αυτής παθητικότητα και αδράνεια του κοινωνικού σώματος, αλλά οδηγούσε στην αντίληψη ότι ο Ελληνικός Λαός συνιστά μια ξεχωριστή περίπτωση, εντελώς διαφορετική, από τους υπόλοιπους προοδευμένους λαούς της Ευρώπης. Τα χρόνια στερεότυπα περί της τουρκοκρατίας, των λαμπρών φώτων της εσπερίας, του ελλείμματος Διαφωτισμού και η συναφούς Κοραϊκής υστερίας των Γρεκογάλλων κ.λπ., υιοθετημένα εν πολλοίς και από μέρος της αριστερής διανόησης, έγιναν το πρόσφορο έδαφος για την σπορά της αποικιοκρατίας. Σπορά, που δεν παρήγαγε τίποτα άλλο, παρά αισθήματα μειονεξίας, ανικανότητας και ενοχής από τη μια, και  διαιώνιση της εξάρτησης και της αποικιοκρατικής διείσδυσης, από την άλλη.

Παραβλέπαμε έτσι, το γεγονός, ότι η κρίση στην Ελλάδα «Είναι ο Καπιταλισμός Ηλίθιε». Ότι η κρίση στην Ελλάδα είναι μέρος της Ευρωπαϊκής και αποτέλεσμα της διεθνούς κρίσης που ξέσπασε το 2008. Ότι και άλλες καθ΄όλα ευρωπαϊκές χώρες, ή μάλλον εφάμιλλες των καλυτέρων ευρωπαϊκών, που έλεγε η παλιά διαφήμιση, έχουν και αυτές σοβαρότατα προβλήματα, ακόμη και σήμερα, άσχετα αν το ιερατείο των Βρυξελλών επιλέγει να τα βάζει κάτω από το χαλί. Ας αναζητήσει ο αναγνώστης αναλύσεις έγκυρων οικονομολόγων για την πραγματική κατάσταση του σαξές στόρυ της Πορτογαλίας ή την αληθή κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της Αυστρίας ή ακόμη και της μοντέρνας Σουηδίας. Για να μην αναφέρουμε τις γνωστές πυρηνικές βόμβες χρέους όπως η Γαλλία, η Ιταλία ή η Ισπανία. Όπως έχουμε ξαναγράψει, το χρέος της περιφέρειας εκτρέφεται από τις Βρυξέλλες, για να θρέφει το Γερμανικό Μολώχ. Όταν δεν θα έχει πια τι να φάει, θα κατασπαράξει τον ίδιο του τον εαυτό.

Όλα αυτά συμβάλλουν στη δραματική αύξηση της ψυχιατρικής νοσηρότητας, αρκεί να συνυπολογίσει κανείς έγκυρη έρευνα του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ που συναρτά την αυτοκτονικότητα με την ανεργία, υπολογίζοντας ότι κάθε 1% αύξηση της ανεργίας, συνεπάγεται τουλάχιστον 0,8% αύξηση των αυτοκτονιών. Τεκμηριώνεται έτσι, εντελώς «ψυχρά» και επιστημονικά, ότι η αύξηση της ανεργίας από το 8% του 2008 στο 27% του 2013, είναι η αιτία αύξησης των αυτοκτονιών κατά 15%. Και αυτό με μόνο αίτιο την ανεργία, γιατί η οικονομική κρίση προφανώς «παράγει» και άλλα αίτια αύξησης του δείκτη αυτοκτονιών. Αυτό είναι μόνο ένα πρώτο, και μη αμφισβητούμενο, τραγικό αποτέλεσμα της πολυεπίπεδης κρίσης. Με την τραγική μάλιστα παρένθεση ότι αυτό το 15% αύξησης των αυτοκτονιών, είναι 100% απώλεια για τους συνανθρώπους αυτούς, αλλά και τις οικογένειες τους. Η ζοφερή συνολική πραγματικότητα είναι ότι το ποσοστό των αυτοκτονιών έχει αυξηθεί από 2,8 ανά 100.000 πληθυσμού το 2008, σε 8  το 2014.

Η πιο πρόσφατη εθνική επιδημιολογική έρευνα δεν δείχνει όμως μόνο υψηλή συσχέτιση ανάμεσα στην εκδήλωση επιθυμίας θανάτου και στην ανεργία, αλλά και στην εμφάνιση σοβαρής ψυχοπαθολογίας και ανεργίας. Σύμφωνα με την έρευνα αυτή 1 στους 6 Έλληνες (ηλικίας 18-70 ετών) έχει ήδη αναπτύξει κλινικά σημαντική ψυχοπαθολογία. Πρόκειται για 1.200.000 ανθρώπους. Και το ακόμη πιο σοβαρό: το 75% αυτού του πληθυσμού δεν λαμβάνει κανενός είδους θεραπεία.

Δεν είναι η στιγμή για αστεία, αλλά όταν μια χώρα έχει για Υπουργό Υγείας τον κάθε Γεωργιάδη, που περικόπτει τις κοινωνικές δαπάνες για την υγεία, ακριβώς όταν οι απαιτήσεις γι' αυτήν αυξάνονται, αυτό το στατιστικό αποτέλεσμα μοιάζει φυσικό...

Όμως τα πιο δύσκολα δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει.

Μέσα σε αυτό το γενικευμένο κλίμα αβεβαιότητας και ανασφάλειας, μέσα σ' αυτήν την αίσθηση απόγνωσης, αναπτύσσονται ψυχοσυναισθηματικά οι αυριανοί ενήλικες. Τα παιδιά των απελπισμένων οικογενειών του σήμερα, θα οικοδομήσουν την κοινωνία του αύριο. Ας θέσουμε προκαταβολικά και τις δύο αυτές λέξεις, οικοδόμηση και κοινωνία, σε τεράστια ερωτηματικά.

Γιατί, μέσα στο τρεχαλητό να επιβιώσουμε της κρίσης, ξεχάσαμε μάλλον ότι τα παιδιά μας αναπτύσσουν συναισθηματικές σχέσεις με τους γονείς και τα αδέρφια τους, αλλά και σε αλληλεπίδραση με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Η κρίση, δηλαδή, δεν είναι κρίση που αφορά γενικώς και αορίστως την κοινωνία ή τους ενήλικες, αλλά αφορά και επηρεάζει δραματικά και την οικογένεια, άσχετα αν η κρίση εκδηλώνεται σε ένα ή περισσότερα μέλη της.

Όταν η κοινωνία βρίσκεται σε κρίση, ολόκληρη η οικογένεια βρίσκεται σε κρίση. Η οικογένεια πλημμυρίζει από τα ίδια αισθήματα ενοχής, ανημπόριας και απόγνωσης που κατακλύζουν την κοινωνία. Και αρκεί η προσωπική βιωματική εμπειρία όλων μας για να επιβεβαιώσει ότι στην πραγματικότητα στην οικογένεια δεν υφίστανται και τόσο στεγανά, ώστε να αποτρέψουν τη μετάδοση των «δύσκολων» αισθημάτων και στα παιδιά.

Με απλά λόγια, η κρίση διαμορφώνει το πιο αρνητικό περιβάλλον για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών μας και δεν είναι μακριά η ώρα που ο δείκτης ψυχοπαθολογίας 1/6, θα εκτοξευθεί στο διπλάσιο, σαν ένα καταπιεσμένο ελατήριο.

Γιατί, ποιός γονιός κυριευμένος από το άγχος μπορεί να απορροφήσει το άγχος του παιδιού του; Ποιός γονιός με ή με οιονεί κατάθλιψη μπορεί να στέρξει στις αγωνίες και να προσφέρει σταθερότητα και συναισθηματική φροντίδα στο παιδί του; Ποιός απογνώκων γονιός έχει το σθένος να σταθεί στο ρόλο του ως γονιός; Πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν και ο ίδιος «πέρασε» μέσα από το αποχαυνωτικό ναρκισσιστικό φίλτρο της μεταπολίτευσης.

Το παιδί της αβοήθητης οικογένειας, δυστυχώς, δεν μπορεί παρά να οδηγηθεί σε σύγχυση των ρόλων, σε γονεϊκοποίηση του εαυτού του για να συμπαρασταθεί στους συχνά παραιτημένους γονείς. Ή, στην αναστολή και εν τέλει ματαίωση των ψυχικών του αναγκών. Τελικά στη διαμόρφωση ενός «ψευδούς, μασκαρεμένου εαυτού», πολύ χειρότερου του επιτυχημένου και γκλαμουράτου προσωπείου που φιλοτεχνήσαμε σαν κοινωνία στην μεταπολιτευτική περίοδο. Ο «ξέρεις εγώ ποιος είμαι» τύπος του αμοραλιστικού χθες, θα παραχωρήσει τη θέση του στον τύπο «δεν καταλαβαίνω Χριστό» ενός βίαιου αύριο.

Γιατί, ποιός ενοχικός γονιός, βαρύτατα ενοχοποιημένος από την καλβινική συνθηματολογία, δεν θα μεταφέρει τα δικά του άλυτα εσωτερικά συγκρουσιακά ζητήματα στο παιδί του και μάλιστα με αντιφατικά και αντικρουόμενα μηνύματα; Η βαριά ασυμφωνία μεταξύ αυτού «που θα ήθελε κανείς να είναι» και αυτού «που πιάνει τον εαυτό του, στα πράσα, να είναι», πώς να κρυφτεί απ' τα παιδιά, που λέει και το τραγούδι; Και δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο στην ανάπτυξη ενός παιδιού από την «εκπομπή» αντικρουόμενων-διπλών μηνυμάτων.

Σε κάθε περίπτωση, η οικονομική κρίση που μεταφέρθηκε και μέσα στην οικογένεια, σαν μεταβολή της κοινωνικής-οικονομικής κατάστασης, σαν συνεχής διάψευση, σαν σύγχυση ρόλων, σαν «οικογενειακό μυστικό», σαν δυσαρμονία του ζευγαριού, οδηγούν με απόλυτη σιγουριά στην απώλεια του υποστηρικτικού πλαισίου της οικογένειας για την όσο το δυνατόν υγιή ψυχική ανάπτυξη των παιδιών. Το αποτέλεσμα, είναι παιδιά παραμελημένα ή υπερπροστατευμένα, παγιδευμένα σχεδόν εφ΄ όρου ζωής σε ένα βασανιστικό άγχος εγκατάλειψης, μ΄ έναν ανώριμο και «σταματημένο» ψυχισμό. Έναν ψυχισμό που «δεν θα κουνιέται φύλο». Ή, και αυτό είναι ακόμη χειρότερο σενάριο, έναν ψυχισμό που δεν θα μπορεί να εκδηλώσει διαφορετικά τα, καταδικασμένα σε χρόνια σιωπή, αισθήματα πόνου και οργής, παρά μόνο με την τυφλή βία. Ή θαρρεί κανείς ότι η σημερινή χουλιγκάνικη βία των γηπέδων είναι κάτι διαφορετικό απ' αυτήν ακριβώς τη δραματοποιημένη μορφή έκφρασης της παραχωμένης παιδικής οδύνης και του θυμού;

Αν πέτυχε με σιγουριά κάτι, ανάμεσα σε πολλά άλλα, αυτή η εγκληματική στρατηγική του «σόκ και δέος», είναι να οδηγήσει την ελληνική οικογένεια -και κοινωνία- σε μια μετέωρη θέση, σε ένα μεταίχμιο, ανάμεσα σε ένα χθες που μοιάζει οικείο και σε ένα αύριο που δεν έχει ελπίδα, αλλά μονάχα απειλή. Λες και μια ολόκληρη κοινωνία στέκεται παθητικά, για πέντε ολόκληρα χρόνια, στην άκρη ενός γκρεμού, κάνοντας αραιά και που μικρά τσαλίμια αγανάκτησης, αλλά δεν κάνει ουσιαστικά ούτε βήμα μπροστά ούτε βήμα πίσω. Λες και προσμένει λυτρωτικά κάποιος να την σπρώξει σε όποια κατεύθυνση. Κι αν δεν ήταν η πρόσφατη κυβερνητική αλλαγή, θα τολμούσε ίσως να πει κανείς, ότι ο νεοελληνικός συλλογικός ψυχισμός έχει βγει, κατά κάποιον τρόπο στη σύνταξη.

Αλλά, εν τέλει, μέσα από την ταύτιση με ποιον γονιό να σχηματίσει ο έφηβος την αυριανή του ταυτότητα; Με τον καταθλιπτικό ενοχοποιημένο γονιό; Τον υπάκουο εκτελεστή των αποφάσεων μιας κατσαπλιάδικης ολιγαρχίας; Τον ακραίο υπερασπιστή της ατομικής του ευζωίας και αυτοσυντήρησης και «τσιμέντο» όλα τα άλλα γύρω; Τον «ελάχιστο εαυτό», τον ψυχικά συρρικνωμένο στη μάχη της ρηχής επιβίωσης; Τον γονιό που θεωρεί τη φασιστική ιδεολογία και βία σαν τη μόνη λύση διεξόδου από την κρίση; Τον γονιό που έχει ταυτιστεί με τα μηνύματα μικροαστικής νοικοκυροσύνης και υποταγής του κάθε ημί-τρελλου νεοφιλελεύθερου; Τον γονιό που προτείνει την καταφυγή στην ατομική λύση ως μοναδική λύση; Τον γονιό που λοιδορεί κάθε προηγούμενη αξία αλληλεγγύης και ανθρωπιάς ως οικονομικά αναποτελεσματικής; Τον γονιό που αποδέχεται αβασάνιστα τις απάνθρωπες επιταγές ενός μονοδιάστατου οικονομικού μοντέλου; Ή μήπως τον ακραία ανταγωνιστικό γονιό, που είναι έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα στο βωμό της καπιταλιστικής αποτελεσματικότητας;

Αργά ή γρήγορα, στους έφηβους του σήμερα και του αύριο, οι ταυτίσεις τους μαζί μας, θα αποκαλυφθούν κατά το μάλλον ή ήττον σαθρές. Θα αποδειχθούμε στα μάτια των παιδιών μας αδύναμοι και ανίκανοι. Θα γκρεμιστούμε ως πρότυπα. Και αν αυτό συνέβαινε από πάντα, ως έτσι να είναι η διαδικασία αυτονόμησης των νέων, τώρα, αυτή τη φορά, δεν θα είναι μονάχα μια κάποια απαραίτητη ψυχολογική διεργασία, αλλά θα είναι μια οδυνηρή για όλους μας πραγματικότητα.

Ας μην κρυβόμαστε: η γενικευμένη χρήση ουσιών, η ακραία ανταγωνιστική βαθμοθηρία, η διάδοση του bullying και της ενδοσχολικής βίας, αλλά και οι ρατσιστικές συμπεριφορές, όπως επίσης και -αυτό είναι το πιο ανησυχητικό- η αβασάνιστη, ίσως και «διασκεδαστική», αποδοχή της καθαρής βίας απέναντι στον Άλλο (τα ποσοστά της ΧΑ στους νέους το μαρτυρούν), δεν είναι τίποτα λιγότερο από την έκφραση της παιδικής-εφηβικής ψυχοπαθολογίας, τόσο σε ατομικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Ας φανταστούμε τώρα την ελληνική κοινωνία σε είκοσι χρόνια από σήμερα, όταν οι ουσίες, o ακραίος εργασιακός ανταγωνισμός, το bullying και ο ρατσιμός, δεν θα είναι απλά ανώριμες εφηβικές παρεκκλίσεις, αλλά κυρίαρχη κοινωνική πραγματικότητα των ενήλικων «πολιτών». Αυτό, το αυριανό «μπουρδέλο», δεν θα είναι ευθύνη των παιδιών μας. Θα είναι ευθύνη δική μας, των ενηλίκων του σήμερα, αλλά -αναγκαστικά- και της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, αν δεν ανακόψει άμεσα και αντιστρέψει αυτή την καταιγιστική ψυχοπαθολογική μηχανή. Και αυτό, η σωτηρία της κοινωνίας των παιδιών μας, η υπεράσπιση των ψυχών των παιδιών μας, είναι εξόχως πολιτικό, αλλά και υπαρξιακό αιτοὐμενο, υπέρτερο από τις δόσεις, τα «φράγκα» και τα «ευρά». Ή μήπως όχι;

Το άρθρο στολίζει λεπτομέρεια από το έργο του Γκόγια «Το όνειρο της λογικής παράγει τέρατα» (όλη η φράση του Γκόγια, από τα "Καπρίτσια" του: «Όταν η λογική εγκαταλείπει τη φαντασία γεννιόνται απίστευτα τέρατα. Οταν είναι ενωμένες, η Φαντασία γίνεται μητέρα των τεχνών και πηγή όλων των θαυμάτων τους»).

Πηγή: thepressproject.gr

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση