iphone app
android app
iphone app android app
Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016
ΣΚΙΤΣΟ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ

Το Αγγλικό Δίκαιο


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Απόστολος Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος [έκδοση 1999, σελίδες 234-237, πλαγιάριθμοι 22-27].

Παραθέτω σύντομη ενημέρωση για το περιβόητο Αγγλικό Δίκαιο στη θηλιά του οποίου μας οδήγησαν ασεβείς και θρασύτατοι Σαμαροβενιζέλοι έχοντες επί πλέον το απύθμενο θράσος να ωρύονται ότι έσωσαν τη χώρα μας! [Γ.Φ] ΠΗΓΗ.

α) Αγγλικό δίκαιο: Το αγγλικό δίκαιο αντιμετωπίζει κάθε συμβατική υποχρέωση ως περίπτωση εγγυοδοτικής ευθύνης, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης ευθύνεται για κάθε παράβαση της (breach of contract). Αυτό εξηγεί πολλές διαφορές σε σχέση με τα ηπειρωτικά δίκαια. Έτσι, στο αγγλικό δίκαιο είναι αδιάφορη η μορφή της εκάστοτε παράβασης της ενοχής (π.χ. αδυναμία, υπερημερία, πλημμελής εκπλήρωση), καθώς κάθε περίπτωση μη εκπλήρωσης αντιμετωπίζεται ως παράβαση όσων υποσχέθηκε ο οφειλέτης.

Η υπερημερία έχει τις ίδιες συνέπειες με την αδυναμία παροχής, εκτός αν δεν ορίστηκε συγκεκριμένος χρόνος εκπλήρωσης, οπότε ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Είναι επίσης αδιάφορο αν η μη εκπλήρωση οφείλεται ή όχι σε πταίσμα του οφειλέτη, καθώς η ευθύνη του τελευταίου είναι εγγυητική. Οι λίγες περιπτώσεις απαλλαγής του οφειλέτη δεν έχουν ως βάση την έλλειψη πταίσματος του οφειλέτη αλλά τη μη ανάληψη εκ μέρους του εγγυητικής ευθύνης που να καλύπτει την εκπλήρωση και σ' αυτές τις περιπτώσεις [Η ευθύνη γεννάται και στην περίπτωση που η μη εκπλήρωση οφείλεται σε τυχαία γεγονότα ή σε γεγονότα ανωτέρας βίας, εφόσον ο οφειλέτης δεν εξήρεσε τις περιπτώσεις αυτές από το πεδίο ευθύνης του. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Pardine v. Jane (1647) Aleyn 26,82 Eng. Rep. 897 κρίθηκε ότι ο μισθωτής όφειλε τα μισθώματα, μολονότι εκδιώχθηκε από το μίσθιο ακίνητο από κάποια ξένη στρατιωτική δύναμη, καθώς ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει τα μισθώματα ανεξαρτήτως οποιουδήποτε γεγονότος]. Ωστόσο, γίνονται δεκτές ορισμένες περιπτώσεις απαλλαγής, όπως αυτή της αρχικής αδυναμίας παροχής (π.χ. πώληση ήδη καταστραφέντος πράγματος), της μεταγενέστερης αντικειμενικής αδυναμίας παροχής (π.χ. τυχαία καταστροφή του αντικειμένου της σύμβασης) και της προσωρινής αδυναμίας που εξακολουθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα (π.χ. αδυναμία εκτέλεσης μεταφοράς λόγω πολεμικής σύρραξης).

Σε περίπτωση παράβασης κάποιας συμβατικής υποχρέωσης, παρέχεται στον δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει αποζημίωση [Σε αντίθεση μετά ηπειρωτικά δίκαια, το αγγλικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει κατ' αρχήν αξίωση του δανειστή για εκπλήρωση της σύμβασης (specific performance) αλλά μόνο αξίωση για αποζημίωση. Κατ' εξαίρεση μόνο το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να καταδικάσει τον οφειλέτη σε εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του, εφόσον η αποζημίωση δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των συμφερόντων του δανειστή και η καταδίκη σε εκπλήρωση δεν δημιουργεί δυσχέρειες εκτέλεσης (βλ. Ryan v. Mutual Tontine Westminster Chambers Association [1893] Ι ch. 116)]. Περαιτέρω, εάν η παράβαση είναι ουσιώδης, ο δανειστής μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, έτσι ώστε να απαλλαγεί από τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις.

Αν η παράβαση δεν είναι ουσιώδης, ο δανειστής μπορεί μεν να αξιώσει αποζημίωση, αλλά υποχρεούται να εκπληρώσει τη δική του παροχή. Για τον χαρακτηρισμό μιας υποχρέωσης ως ουσιώδους ή μη ουσιώδους τα αγγλικά δικαστήρια διακρίνουν τις συμβατικές υποχρεώσεις σε warranties και conditions [Σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται δεκτή η ύπαρξη και μιας τρίτης κατηγορίας ενδιάμεσων υποχρεώσεων (intermediate obligations), η παράβαση των οποίων κρίνεται κατά περίπτωση ως ουσιώδης και παρέχονται ανάλογα δικαιώματα στον δανειστή. Αν η παράβαση έχει ως συνέπεια την πλήρη αποστέρηση του δανειστή από το όφελος της σύμβασης, τότε πρόκειται για ουσιώδη παράβαση που γεννά δικαίωμα υπαναχώρησης (βλ. Hong Kong Fir Shipping Co v. Kawasaki [1962] 2 Q.Β. 26)]. Κάθε συμβατική υποχρέωση αποτελεί μια warranty, της οποίας η εκπλήρωση δεν θεωρείται ουσιώδης για τη σύμβαση, έτσι ώστε η παράβαση της να γεννά μόνο ευθύνη προς αποζημίωση. Αντιθέτως, ως condition χαρακτηρίζεται η υποχρέωση που θεωρείται από τα μέρη ως ουσιώδης για την εκπλήρωση της σύμβασης. Όπως συνήθως λέγεται, μια υποχρέωση αποτελεί condition , όταν αποτελεί τη βάση και σχετίζεται με τον σκοπό της σύμβασης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η παράβαση της από τον ένα συμβαλλόμενο να έχει ως συνέπεια η τυχόν εκπλήρωση της να μην επιφέρει το αποτέλεσμα που επιδίωκε ο άλλος συμβαλλόμενος.

Αξιοσημείωτη είναι επίσης η περίπτωση της εκ των προτέρων παράβασης (anticipatory breach), η οποία τυγχάνει ιδαίτερης ρύθμισης: Ακόμη και δεν έχει επέλθει η μη εκπλήρωση αλλά ο οφειλέτης ενεργεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να συνάγεται σαφώς ότι δεν πρόκειται να εκπληρώσει την παροχή, ο δανειστής μπορεί να θεωρήσει τη συμπεριφορά αυτή ως παράβαση της σύμβασης, να υπαναχωρήσει και να αξιώσει αποζημίωση για μη εκπλήρωση.

β) Αμερικάνικο δίκαιο: Το αμερικάνικο δίκαιο υιοθετεί κατά το πλείστον τις ρυθμίσεις του αγγλικού δικαίου. Αξιοσημείωτη είναι όμως η εγκατάλειψη από το Restatement 2nd of Contracts (§ 237 επ.) της διάκρισης των υποχρεώσεων σε warranties και conditions και η παράθεση μιας σειράς κριτηρίων, με βάση τα οποία κρίνεται το ουσιώδες ή επουσιώδες της παράβασης, όπως η συμμόρφωση του οφειλέτη με τις επιταγές της καλής πίστης, η επάρκεια της αποζημίωσης ως υποκατάστατου της μη εκπλήρωσης και η αξία της εκπλήρωσης της υπόλοιπης σύμβασης για τα συμφέροντα και τις προσδοκίες του δανειστή. Τα αμερικανικά δικαστήρια είναι πιο ελαστικά από τα αγγλικά όσον αφορά τη δυνατότητα καταδίκης του οφειλέτη σε εκπλήρωση της σύμβασης, η οποία προβλέπεται ρητώς στην § 2-716 του Uniform Commercial Code.

γ) Σύμβαση της Βιέννης: Ενόψει των παραπάνω θεμελιωδών διαφορών ως προς την αντίληψη και τη ρύθμιση της ανώμαλης εξέλιξης των συμβατικών ενοχών, η Σύμβαση της Βιέννης [Κατά το Ν. 2532/ 1997 που κύρωσε τη Σύμβαση αυτή ονομάζεται Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για διεθνείς πωλήσεις κινητών. Εξήγηση blogger] αποτελεί μια αξιόλογη προσπάθεια συμβιβασμού των ιδιορρυθμιών των διάφορων δικαίων και δημιουργίας ενός ομοιόμορφου δικαίου με σκοπό την ασφάλεια των διεθνών συναλλαγών. Ωστόσο, οι συμβιβασμοί που επιτεύχθηκαν στο πλαίσιο της Σύμβασης της Βιέννης δεν είναι πάντοτε επιτυχείς. Έτσι, για παράδειγμα, το άρθρο 28 αναγνωρίζει μεν την αξίωση ενός από τους συμβαλλομένους για εκπλήρωση της παροχής, όπως γίνεται δεκτό στα ηπειρωτικά δίκαια, αλλά ορίζει επιπλέον ότι το δικαστήριο δεν υποχρεούται να εκδώσει απόφαση που να καταδικάζει τον οφειλέτη σε (αυτούσια) εκπλήρωση, παρά μόνον αν έχει τέτοια υποχρέωση σύμφωνα με το δίκαιο του (lex fori) σε παρόμοιες συμβάσεις που δεν διέπονται από τη Σύμβαση. Με αυτόν τον τρόπο καταφέρεται όμως ένα πλήγμα στην ομοιομορφία που επιδιώκεται με τη Σύμβαση, καθώς τα δικαστήρια της αγγλοαμερικανικής οικογένειας δεν υποχρεούνται κατ' αρχήν να εκδίδουν αποφάσεις που να διατάσσουν αυτούσια εκπλήρωση. Αν και το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης της Βιέννης είναι περιορισμένο (βλ. άρθρα 1 επ.), αξίζει να γίνει μια σύντομη αναφορά στις βασικές ρυθμίσεις της, διότι περιέχει μια πλήρη ρύθμιση της ανώμαλης εξέλιξης των συμβάσεων πώλησης κινητών.

Οι κυριότερες λοιπόν ρυθμίσεις της Σύμβασης της Βιέννης έχουν ως εξής: Η Σύμβαση ενοποιεί τις διάφορες κατηγορίες πραγματικών περιστατικών (π.χ. αδυναμία εκπλήρωσης, υπερημερία, πραγματικά ελαττώματα ή έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων), που θεμελιώνουν ευθύνη του οφειλέτη, υπό τη γενική έννοια της αθέτησης συμβατικών υποχρεώσεων, η οποία έχει ενιαίες έννομες συνέπειες, ανεξαρτήτως από τη μορφή που λαμβάνει κάθε φορά (βλ. άρθρα 25, 45 και 61). Σε αυτό δηλαδή το σημείο η Σύμβαση ακολουθεί την παράδοση της αγγλοαμερικανικής και της ρωμανικής οικογένειας. Υιοθετεί επίσης τη ρύθμιση του γαλλικού δικαίου, επιτρέποντας τη σωρευτική άσκηση τόσο του δικαιώματος υπαναχώρησης όσο και της αξίωσης αποζημίωσης (άρθρο 81 § 1). Η Σύμβαση αποδεσμεύει την ευθύνη προς αποζημίωση από την ύπαρξη πταίσματος εκ μέρους του οφειλέτη (άρθρα 45 § 1β, 61 § 1 β και 74 επ.) και θέτει ως προϋπόθεση της άσκησης υπαναχώρησης το ουσιώδες της συμβατικής παράβασης (άρθρα 49 § 1α και 64 § 1α). Τέλος, εκτός από την ουσιώδη παράβαση συμβατικής υποχρέωσης, προβλέπει ως λόγο υπαναχώρησης την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας που τάσσει ο δανειστής στον οφειλέτη για εκπλήρωση των υποχρεώσεων του (άρθρα 49 § 1 β και 64 § 1 β).

Παρατήρηση: Σύμφωνα με το άρθρο 851 του Αστικού μας Κώδικα, «ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή, και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη», σύμφωνα δε με τον ορισμό που δίδει για την εγγύηση ο ΑΚ στο άρθρο 847 «με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή».

Περιεχόμενο της εγγύησης είναι η ανάληψη από τον εγγυητή απέναντι στον δανειστή του οφειλέτη [πρωτοφειλέτη, σε διάκριση από τον εγγυητή] της υποχρέωσης να εκπληρώσει την οφειλή του πρωτοφειλέτη αν δεν το πράξει ο ίδιος [πρωτοφειλέτης]. Ο εγγυητής ενέχεται [ευθύνεται] απέναντι στον δανειστή με ολόκληρη την περιουσία του για οφειλή τρίτου προσώπου.

Από τις παραπάνω εκτιθέμενες διατάξεις, ιδίως αυτής της ΑΚ 851, προκύπτει το περιεχόμενο της εγγυητικής ευθύνης. Έτσι, είναι δυνατή συμφωνία για μειωμένη ευθύνη του εγγυητή, όπως ευθύνη για μέρος του χρέους του πρωτοφειλέτη ή υπό ευνοϊκότερους [για τον εγγυητή] όρους. Αντιθέτως, δεν είναι έγκυρη ως εγγύηση η συμφωνία μεταξύ δανειστή και εγγυητή περί ευθύνης του τελευταίου για οφειλή μεγαλύτερης του χρέους του πρωτοφειλέτη ή υπό δυσμενέστερους όρους, γιατί κατά τέτοιο θα ήταν αντίθετο στην αρχή του παρεπομένου που διέπει την εγγύηση. Είναι όμως δυνατή μια συμφωνία με αυτό το περιεχόμενο [δηλαδή με βαρύτερη ευθύνη από αυτή του πρωτοφειλέτη] να κριθεί ότι αποτελεί προς τον δανειστή είτε δωρεά, είτε αφηρημένη υπόσχεση χρέους είτε εγγυοδοτική σύμβαση. Δεδομένου ότι σύμφωνα με την ΑΚ 853 «ο εγγυητής μπορεί να προτείνει εναντίον του δανειστή τις μη προσωποπαγείς ενστάσεις του πρωτοφειλέτη και αν ακόμη αυτός παραιτήθηκε μετά τη συνομολόγηση της εγγύησης». Προσωποπαγείς ενστάσεις είναι αυτές που συνδέονται στενά με το πρόσωπο του πρωτοφειλέτη, π.χ. ευεργέτημα ευπορίας στη δωρεά, ένσταση από προσωπικό προνόμιο, ανταπαίτηση εταίρου, σε περίπτωση πτώχευσης του πρωτοφειλέτη δεν μπορεί να προβάλλει την ένσταση από τον επιτευχθέντα πτωχευτικό συμβιβασμό, επίσης δεν δικαιούται να ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης και της αναστροφής της πώλησης που έχει ο πρωτοφειλέτης κατά του δανειστή του κλπ.

Ενστάσεις που μπορεί να προτείνει ο εγγυητής κατά του δανειστής είναι π.χ. ένσταση ακυρότητας της κύριας οφειλής, ένσταση απόσβεσης του χρέους, ένσταση συμψηφισμού, ένσταση παραγραφής της κύριας οφειλής, ένσταση μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος ώστε να εξαναγκαστεί ο δανειστής να εκπληρώσει τη δική του οφειλή κλπ. Η ΑΚ 853 είναι όμως ενδοτικού δικαίου, που σημαίνει πως με την κατάρτιση της εγγύησης μπορεί ο δανειστής‒ως ισχυρότερο μέρος‒να επιβάλλει στον εγγυητή, για να τον δεχθεί ως εγγυητή του οφειλέτη του, να παραιτηθεί από όλες αυτές τις ενστάσεις! Από τα παραπάνω εκτιθέμενα καθίσταται σαφές ότι το Αγγλικό Δίκαιο και η Σύμβαση των ηνωμένων Εθνών ομοιάζει-αν δεν ταυτίζεται!-με μια εγγυητική μορφή του δικού μας δικαίου που ονομάζεται Εγγυοδοτική Σύμβαση. Σύμφωνα με την νομολογία του Αρείου Πάγου [απόφαση 1804/ 2012], «από τις διατάξεις των αρ. 847-870 ΑΚ, οι οποίες ρυθμίζουν τη σύμβαση εγγυήσεως, προκύπτει ότι, πρόκειται για σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρή, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, η οποία συνάπτεται μεταξύ εγγυητή και δανειστή χωρίς τη σύμπραξη ή τη συναίνεση του πρωτοφειλέτη.

Περιεχόμενο δε αυτής είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρεώσεως απέναντι στο δανειστή, να εκπληρώσει την παροχή του πρωτοφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος, ενώ σκοπός της είναι η εξασφάλιση της απαιτήσεως του δανειστή κατά του πρωτοφειλέτη, δηλαδή η εξασφάλιση της (ξένης) πιστώσεως του δανειστή προς τον πρωτοφειλέτη. Υπό την ανωτέρω έννοια της συμβάσεως εγγυήσεως είναι φανερό ότι αυτή διαφέρει από την εγγυοδοτική σύμβαση, κατά την οποία παρέχεται εξασφάλιση με μετρητά, χρεώγραφα, (όπως επιταγές, συναλλαγματικές κ.α.), από ένα πρόσωπο για την καλή εκπλήρωση των καθηκόντων του, ή από τον οφειλέτη ή τρίτο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτού. Η διαφορά δε μεταξύ των ανωτέρω συμβάσεων συνίσταται στο ότι η ευθύνη του οφειλέτη στην περίπτωση της συμβατικής εγγυοδοσίας είναι κύρια και όχι παρεπόμενη, όπως στην εγγύηση, δεδομένου ότι η σχέση είναι διμερής μεταξύ του τρίτου ως εγγυοδότη και του δανειστή, καθώς και στην αυτοτέλεια μεταξύ της ευθύνης του εγγυοδότη από την ευθύνη και την ενοχή του πρωτοφειλέτη ενώ, είναι κατά κανόνα αναιτιώδης, διότι η σχέση καλύψεως δεν είναι η αιτία στην εγγυοδοτική σύμβαση, αλλά το κίνητρο του εγγυοδότη για την ανάληψη υποχρεώσεως απέναντι στο δανειστή. Στην συμβατική εγγυοδοσία, γίνεται δεκτό ότι δεν εφαρμόζονται οι περί εγγυήσεως διατάξεις και δεν απαιτείται η σύνταξη εγγράφου (αρ. 849 ΑΚ)».

Ποια η ευθύνη του εγγυοδότη; Σύμφωνα με τον Δάσκαλο μου, Ακαδημαϊκό, κ. Απ. Γεωργιάδη [Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, τόμος ΙΙ, 2007, § 21, πλαγιάριθμο 56, σελ∙ 549], «ο ανεξάρτητος χαρακτήρας της εγγυοδοτικής σύμβασης σημαίνει την αποσύνδεση της από το κύρος της σχέσης κάλυψης (σχέσης εγγυοδότη και τρίτου οφειλέτη) και της εξαφασλιστικής συμφωνίας μεταξύ δανειστή και οφειλέτη. Όλες επομένως οι ενστάσεις που συνδέονται με τις σχέσεις αξίας και κάλυψης δεν μπορούν να προταθούν από τον εγγυοδότη, για να αρνηθεί να εκπληρώσει την υποχρέωση του από την εγγυοδοτική σύμβαση». Κοντολογής, αφού το Αγγλικό δίκαιο και το Δίκαιο των Ηνωμένων Εθνών ταυτίζεται με την δική μας Εγγυοδοτική Σύμβαση [βλ∙ και Απ. Γεωργιάδη στο κείμενο της ανάρτησης] η χώρα μας δεν έχει ΚΑΜΙΑ τύχη σε περίπτωση μη πληρωμής των χρεών της, ακόμη και σε περίπτωση καταστροφής της από πόλεμο [γεγονός ανωτέρας βίας]!!! Παρ' όλα αυτά, οι θλιβεροί Σαμαροβενιζέλοι που έδεσαν χειροπόδαρα τη δύστυχη χώρας μας στους γύπες της Ευρώπης [χαρακτηρίζονται και εταίροι μας!!] χωρίς μάλιστα να διαβάζουν τι υπογράφουν!!!! [θυμάστε ένα τύπο που δήλωνε, μεταγενέστερα, ότι δε διάβασε τη μνημονιακή σύμβαση που ψήφιζε και ως αντάλλαγμα αυτής της επιμέλειας του τον έκαναν και υπουργό οι Σαμαροβενιζέλοι!!! Ευτυχώς στις πρόσφατες εκλογές ο Λαός τον έστειλε σπίτι του] έχουν το απύθμενο θράσος, αντί να εξαφανιστούν από προσώπου Γης, να επαίρονται ότι μας έσωσαν!!!

Παρατήρηση 2: Δε ξέρω αν κατάφερα να βοηθήσω-έστω κι επ'  ελάχιστο!-τους φίλους επισκέπτες σε δυσνόητες έννοιες όπως αυτές της Νομικής Επιστήμης (την οποία υπηρετώ επί τριάντα χρόνια, από το 1984, και την ΛΑΤΡΕΥΩ!) σε ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα αλυσόδεσης και εξανδραποδισμού της δύστυχης χώρας μας. Όμως θα πρέπει να μου αναγνωρίσετε, τουλάχιστον, ότι προσπάθησα! Δεν καταπιάστηκα με το Δίκαιο της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών γιατί θεώρησα ότι ήδη οι επεξηγηματικές-ενημερωτικές παρατηρήσεις μου είναι μεγάλες σε έκταση και, νομίζω, κουραστικές για μη νομικούς. Ίσως αυτό να συμβεί μελλοντικά χωρίς χρονική δέσμευση εκ μέρους μου.

Η συγγραφή μιας νομικής μελέτης, οσοδήποτε μικρής σε έκταση, όπως η παρούσα, δε φαντάζεστε τι κοπιώδη προσπάθεια και έρευνα απαιτεί, και θα περιέχει-σίγουρα-και σφάλματα. Γι'  αυτό ευελπιστώ στην επιεική κρίση εκ μέρους των επισκεπτών του ΠΟΛΙΤΗ μου και του Δικηγορικού ιστολογίου μου. Εν τέλει, λάθη δεν κάνουν μονάχα οι νεκροί γιατί αυτοί δεν δρουν! Η διαπίστωση αυτή είναι και η παρηγοριά μου στα διάφορα τολμήματα μου στο χάος της Νομικής Επιστήμης.

Πηγή: gfragoulis.blogspot.gr

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση