iphone app
android app
iphone app android app
Κυριακή 04 Δεκεμβρίου 2016
ΤΖΙΧΑΝΤΙΣΤΕΣ

Πώς η Υπερεθνική Ελίτ δημιούργησε την Ισλαμική τρομοκρατία


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Περίληψη: Ο σκοπός αυτού του άρθρου είναι να δείξει την άκρα υποκρισία της Υπερεθνικής Ελίτ, όταν θρηνολογεί για την ισλαμική τρομοκρατία και τα αποτελέσματά της. Ωστόσο, μπορεί εύκολα να δειχθεί ιστορικά ότι ήταν η ίδια ελίτ και τα πελατειακά καθεστώτα της που δημιούργησαν ουσιαστικά την ισλαμική τρομοκρατία, εξολοθρεύοντας  τα κοσμικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στον Αραβικό κόσμο και καταστρέφοντας, στη διαδικασία, εκατοντάδες χιλιάδες ζωές, καθώς και τις υποδομές εύρυθμα λειτουργικών κοινωνικών κρατών.

Του Τάκη Φωτόπουλου

Το Παρίσι, με την ευκαιρία της επίθεσης στο σατιρικό περιοδικό που ειδικευόταν στη καλλιέργεια της Ισλαμοφοβίας (δεν το είδαμε ποτέ, για παράδειγμα, να σατιρίζει τον…Μωυσή!) είδε τη «μεγαλύτερη λαϊκή συγκέντρωση στην ιστορία της Γαλλίας», όπως τη χαρακτήρισε το γαλλικό υπουργείο Εσωτερικών. Αυτό, φυσικά, δεν ήταν εκπληκτικό, δεδομένου ότι συμμετείχε σε αυτή ολόκληρο το πολιτικό τμήμα της Υπερεθνικής Ελίτ (Υ/Ε - δηλαδή της ελίτ που διαχειρίζεται τη Νέα Διεθνή Τάξη (ΝΔΤ) της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, που εδράζεται κυρίως στις χώρες της ομάδας G7. Επιπλέον, η Γαλλία είναι εξέχον μέλος της ίδιας ελίτ που τη διοργάνωσε. Ο κύριος σκοπός της συγκέντρωσης ήταν η δήθεν καταδίκη της τρομοκρατίας. Όμως, όπως θα προσπαθήσω να δείξω, ήταν η ίδια η Υ/Ε, που επίσης δημιούργησε το φαινόμενο της ισλαμικής τρομοκρατίας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο των τριάντα περίπου ετών από την εμφάνιση της ΝΔΤ, η οποία ορίζεται από δύο παράλληλα συστημικά γεγονότα. Πρώτον, την άνοδο και μαζική επέκταση των πολυεθνικών εταιριών που κυβερνούν σήμερα την παγκόσμια οικονομία και τη συνακόλουθη σταδιακή εξαφάνιση της οικονομικής και εθνικής κυριαρχίας, που αντικαθίσταται από μια νέα μορφή υπερεθνικής κυριαρχίας την οποία μοιράζονται κυρίως τα μέλη της Υ/Ε και, δεύτερον, τη παράλληλη κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στις χώρες του πρώην Σοβιετικού μπλοκ.

Η έννοια της σύγχρονης τρομοκρατίας προέρχεται από τη Γαλλική επανάσταση, όπου η τρομοκρατία ήταν μόνο κρατική τρομοκρατία, αν και η έννοια αυτή έχει διαστρεβλωθεί στη ΝΔΤ για να ταιριάξει στις δικές της ανάγκες. Έτσι η τρομοκρατία δεν ορίζεται πια με βάση το ποιος την διενεργεί και γιατί, όπως στο παρελθόν, αλλά σχεδόν αποκλειστικά με βάση τις μεθόδους και την τακτική που χρησιμοποιούνται και, ιδιαίτερα, τη στόχευση αμάχων.[1] Αυτό σημαίνει ότι αν ένας κατακτητικός στρατός καταλάβει τη χώρα σας, σκοτώνει τις γυναίκες και τα παιδιά κατά χιλιάδες και, στη συνέχεια, σε απόγνωση, σκοτώσετε και εσείς γυναικόπαιδα της κατακτήτριας χώρας οπουδήποτε τους βρείτε, τα εγκλήματα του κατοχικού στρατού κατά κανόνα θα συγχωρηθούν, ως ένα είδος παράπλευρων απωλειών ή «λάθους», ενώ η δράση σας θα χαρακτηριστεί ως έγκλημα και είτε θα σας σκοτώσουν επί τόπου, ή θα σαπίσετε στη φυλακή για το υπόλοιπο της ζωής σας. Περιττό να προσθέσω ότι, με βάση αυτόν τον βολικό (για την Υ/Ε) ορισμό της τρομοκρατίας, το μεγαλύτερο μέρος των απελευθερωτικών ή αντιαποικιακών κινημάτων θα είχαν χαρακτηριστεί ως τρομοκρατικά, συμπεριλαμβανομένου του Νοτιοαφρικανικού ANC και του Αλγερινού FLN. Αυτός είναι ο λόγος που η Χαμάς, για παράδειγμα, έχει χαρακτηριστεί σήμερα ως τρομοκρατική οργάνωση επειδή σκότωσε μερικές εκατοντάδες ισραηλινών αμάχων στην ιστορία της, ενώ οι πολλές χιλιάδες Παλαιστίνιοι πολίτες και πολλά παιδιά μεταξύ αυτών, που σκοτώθηκαν από τις ισραηλινές υπηρεσίες ασφαλείας, εποίκους και άλλους, χαρακτηρίστηκαν απλώς ως «παράπλευρες απώλειες», αν όχι ως «ανθρώπινες ασπίδες» που χρησιμοποιήθηκαν από τους γονείς τους! Δεν προκαλεί επομένως έκπληξη ότι στην Παρισινή μαζική συγκέντρωση ήταν εξέχων καλεσμένος ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, ο οποίος δεν είχε κανένα ενδοιασμό να συγκρίνει την επίθεση στο Παρίσι κατά του Charlie Hebdo με τις επιθέσεις αυτοσχέδιων συνήθως «ρουκετών» κατά των ισραηλινών πόλεων[2] (οι οποίες ίσως είχαν λιγότερα θύματα από ό,τι η επίθεση στο Παρίσι!) και να χαρακτηρίσει μάλιστα την Παλαιστινιακή αντίσταση ως «τρομοκρατία»!

Η νέα «ιδεολογία», που χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει το σημερινό πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, εκφράζεται με βάση τις«βάρβαρες» μεθόδους που χρησιμοποιούνται από τους τζιχαντιστές τηςISIS, παρά το γεγονός ότι οι ελίτ είχαν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι οι ίδιοι (ως επί το πλείστον) τζιχαντιστές, με τη συνενοχή των ελίτ, χρησιμοποίησαν τα τελευταία χρόνια ακριβώς τις ίδιες μεθόδους κατά των λαών της Λιβύης και της Συρίας για την επίτευξη «αλλαγής καθεστώτος» στις αντίστοιχες περιπτώσεις. Είναι, επομένως, σαφές ότι οι ελίτ έχουν απλώς υιοθετήσει ένα βολικό ορισμό της τρομοκρατίας, ο οποίος, ωστόσο, δεν έχει τίποτα να κάνει με την ιστορική προέλευση του όρου και την παραδοσιακή του έννοια.

Με βάση αυτόν τον διαστρεβλωμένο ορισμό της τρομοκρατίας, είναι σχετικά εύκολο να κάνουμε μια ιστορική αναδρομή για να δούμε ποιος και πώς δημιούργησε το φαινόμενο της σύγχρονης τρομοκρατίας, ή αυτό που θα ονόμαζα καλύτερα υπερεθνική τρομοκρατία. Στην πραγματικότητα, η υπερεθνική τρομοκρατία είναι ένα νέο φαινόμενο, που χαρακτηρίζει τη Νέα Διεθνή Τάξη της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, δηλαδή, την τρομοκρατία που ελέγχεται από την Υ/Ε και τα πελατειακά καθεστώτα της. Όπως έχω υποστηρίξει αλλού,[3] η υπερεθνική τρομοκρατία είναι, στην πραγματικότητα, η μορφή που παίρνει η κρατική τρομοκρατία σήμερα ενάντια στα θύματα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, και τα κύρια όπλα της είναι είτε η οικονομική βία (π.χ. Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, κλπ), ή η φυσική βία (Ιράκ, Λιβύη, Συρία, Ουκρανία, κ.λπ.).

Έτσι, μπορεί να δειχθεί εύκολα ότι πολλοί σημερινοί χασάπηδες της ISIS, της Al Nusra κ.λπ. διέπραξαν παρόμοιες (αν όχι χειρότερες) σφαγές κατά το πρόσφατο παρελθόν. Κατ'αρχάς, στη Λιβύη, το 2011, όταν έπαιζαν το ρόλο του πεζικού του ΝΑΤΟ. Στη συνέχεια, μετά την ολοκλήρωση του«έργου» τους εκεί, πολλοί από αυτούς τους τζιχαντιστές μετακόμισαν στη Συρία, όπου συνέχισαν εκεί το έργο τους. Εκείνη την εποχή, ο στόχος ήταν η καταστροφή του καθεστώτος Άσαντ, που βασιζόταν στο εθνικο-απελευθερωτικό κίνημα Μπάαθ, και η αντικατάστασή του από ένα θεοκρατικό χαλιφάτο.[4]

Τουλάχιστον αυτό πίστευαν οι αφελείς οπαδοί των οργανώσεων αυτών, χωρίς συνήθως να έχουν επίγνωση του πραγματικού ρόλου που έπαιζαν ως όργανα της Υ/Ε και των πελατειακών εγκληματικών καθεστώτων της στην περιοχή, π.χ. Σαουδική Αραβία και Κατάρ, που διακρίθηκαν για την οργάνωση εγκλημάτων κατά των λαών της Λιβύης και της Συρίας. Τέλος, όταν οι οργανώσεις αυτές άρχισαν να επιτίθενται στα άμεσα όργανα της Υ/Ε στην περιοχή (π.χ. τον «Ελεύθερο Συριακό Στρατό»), που προορίζονταν να αντικαταστήσουν τον Άσαντ και να μετατρέψουν τη χώρα σε ένα άτυπο προτεκτοράτο της ΝΔΤ (κάτι σαν την Ελλάδα), τότε η Υ/Ε αποφάσισε να δώσει τέλος στην αποστολή τους. Με άλλα λόγια, η ISIS απλά λειτουργεί σήμερα ως πρόσχημα για τη συνέχιση του «μακροχρόνιου πόλεμου», (που είχε αρχίσει ο Μπους) αυτή τη φορά εναντίον της Συρίας. Δηλαδή, ο κύριος στόχος ήταν πάντα να συντριβεί το εθνικο-απελευθερωτικό κίνημα στη Συρία σήμερα, και αύριο στο Ιράν, είτε αυτό επιτευχθεί με ένα πραξικόπημα «από τα πάνω» (το παραδοσιακό στρατιωτικό πραξικόπημα), ή «από τα κάτω», (το μοντέλο «Μαϊντάν»), είτε με εξωτερική παρέμβαση σε συνδυασμό με ένα «πραξικόπημα από τα κάτω» (το μοντέλο της Λιβύης).

Έτσι, όπως στην περίπτωση της παραδοσιακής κρατικής τρομοκρατίας, στην εποχή των εθνών-κρατών πριν την παγκοσμιοποίηση, τα θύματά της ήταν κυρίως άτομα ή οργανώσεις που αντιστέκονταν στην συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια των εθνικών ελίτ, στην σημερινή υπερεθνική τρομοκρατία, τα θύματα της είναι κυρίως τα κράτη που δεν έχουν ενσωματωθεί πλήρως στην ΝΔΤ, είτε επειδή βασίζονται σε εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα (π.χ. τα Μπααθικά καθεστώτα στο Ιράκκαι στη Συρία, ή η Τζαμαχιρία στη Λιβύη), είτε επειδή βασίζονται σε λαούς που έχουν μια ζωντανή ακόμη μνήμη αυτοδιάθεσης και αγωνίζονται να διατηρήσουν την εθνική και οικονομική κυριαρχία τους στην εποχή της παγκοσμιοποίησης (Ρωσία).

Ωστόσο, για να κατανοήσουμε τη φύση του πολιτικού ισλαμισμού, από τον οποίο προέκυψε η ισλαμική τρομοκρατία, πρέπει να πάμε πίσω στα πρώτα χρόνια της ιστορικής ανάπτυξής του, ιδίως κατά την περίοδο μετά το 1948. Η πρώτη κύρια μορφή πολιτικού ισλαμισμού, η οποία υποστηρίχθηκε από τις Δυτικές ελίτ, ήταν η Μουσουλμανική Αδελφότητα (MΑ), αλλά τα τελευταία χρόνια, μετά την αποτυχία της στην Αίγυπτο, η Υ/Ε μετατόπισε τις συμπάθειες της από την MΑ προς τους Σαλαφιστές και τους τζιχαντιστές που υποστηρίζονται από τα καθεστώτα του Κόλπου και ιδιαίτερα τη Σαουδική Αραβία. Τόσο η Μουσουλμανική Αδελφότητα όσο και οι Σαλαφιστές έχουν χρησιμοποιήσει βία σε συγκρούσεις τους με Αραβικά κοσμικά στοιχεία και ιδιαίτερα τα Αραβικά καθεστώτα που βασίζονται στα εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα. Δεν είναι επομένως άξιο απορίας ότι τόσο η ΜΑ όσο και οι Σαλαφιστές υποστηρίχθηκαν κατά καιρούς από τις Δυτικές ελίτ και την Υ/Ε σήμερα. Με αυτό τον τρόπο, ο πολιτικός Ισλαμισμός οδήγησε στην ισλαμική τρομοκρατία. Ας δούμε όμως, λίγο αναλυτικότερα, αυτή τη διαδικασία.

Η Μουσουλμανική Αδελφότητα, η οποία αρχικά εξέφρασε το ισλαμιστικό κίνημα, σχηματίστηκε με την ενεργή υποστήριξη των Βρετανών αποικιοκρατών και εξέφραζε «την πιο αντιδραστική, αντιδημοκρατική και αντιτιθέμενη στην κοινωνική πρόοδο εκδοχή του νεοσύστατου 'πολιτικού Ισλάμισμου'.»[5] Ο κύριος στόχος τους πάντα ήταν ο εξισλαμισμός των Αιγυπτιακών πολιτικών και πολιτιστικών θεσμών και η προώθηση της Σαρία ως της βάσης της νομοθεσίας. Αυτό συνοψίζεται από το κύριο σλόγκαν του χρησιμοποιήθηκε παγκοσμίως: «Ο Ισλαμισμός είναι η λύση». Έτσι, το παλαιό ισλαμικό κίνημα δηλ. η Μουσουλμανική Αδελφότητα στην Αίγυπτο, η οποία αργότερα επεκτάθηκε σε ολόκληρη την Μέση Ανατολή, ήταν ένα παραδοσιακά συντηρητικό κίνημα το οποίο κατά βάση ασχολείτο με τους πολιτιστικούς παράγοντες της αποικιοκρατίας, και στη συνέχεια της παγκοσμιοποίησης. Η Αδελφότητα δεν δίσταζε να κάνει ρεαλιστικές συμμαχίες με καθεστώτα όπως του βασιλιά Φαρούκ ήδη από το 1936, των Ελεύθερων Αξιωματικών του Νάσερ (οι οποίοι ανέτρεψαν των Φαρούκ το 1952), και του Σαντάτ από το 1970 (ο οποίος χρησιμοποίησε την Αδελφότητα εναντίον τόσο των Νασερικών οσο και των αριστερών). Η τακτική συμμαχία με τους Ελεύθερους Αξιωματικούς, ωστόσο, ήταν αναπόφευκτα βραχύβια καθώς υπήρχαν αποκλίνοντες πολιτικοί στόχοι: οι Αξιωματικοί πίστευαν σε ένα κοσμικό εθνικό-απελευθερωτικό κίνημα, ενώ οι «Αδελφοί» σε ένα ισλαμικό καθεστώς. Δεν είναι λοιπόν άξιο απορίας ότι η αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Νάσερ από την ΜΑ, το 1954, οδήγησε στην άγρια καταστολή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και την φυλάκιση και καταδίκη σε θάνατο του Σαγίντ Κουτμπ, ενός από τους ηγετικούς ιδεολογικούς ηγέτες της, ο οποίος έθεσε τις βάσεις του τζιχαντιστικού κινήματος. Στην πραγματικότητα, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Κουτμπ, το 1966, ο Αϊμάν αλ Ζαουάχιρι, τότε μόλις 16 ετών, ίδρυσε έναν τζιχαντιστικό πυρήνα στο σχολείο του και κάλεσε μερικούς φίλους του να συμμετάσχουν. Τον Μάϊο του 2011, ο Ζαουάχιρι έγινε αρχηγός της Αλ Κάιντα, μετά τη δολοφονία του Οσάμα Μπιν Λάντεν από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες. Όπως επισήμανε   ο Fawaz Gerges, «η γέννηση του τζιχαντιστικού κινήματος δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς αναφορά στην μεγάλη σύγκρουση μεταξύ της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και των Νασερικών δυνάμεων».[6] Η πρώιμη αυτή σύγκρουση εξελίχθηκε αργότερα σε μια σύγκρουση μεταξύ της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και των Μπααθιστών του Ιράκ και της Συρίας και στα τελευταία δύο χρόνια στη σύγκρουση μεταξύ των Σαλαφιστών και της Μ.Α., την οποία το 2014, η Σαουδική Αραβία ανακήρυξε σε τρομοκρατική οργάνωση.

Η σχέση της Αδελφότητας με τις Δυτικές δυνάμεις ξεκίνησε από νωρίς, και ακόμα και κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, οι Βρετανοί έβλεπαν την Αδελφότητα ως ένα πιθανό αντίβαρο στο κοσμικό εθνικιστικό κόμμα, Wafd, και στους κομουνιστές.[7] Ωστόσο, ήταν κατά την περίοδο που επακολούθησε του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, και κυρίως κατά στο διάστημα 1946-48, όταν συνέβησαν δύο κρίσιμα γεγονότα, σχεδόν ταυτόχρονα, τα οποία σημάδεψαν την μεταπολεμική περίοδο στη Μέση Ανατολή και σε ολόκληρο τον κόσμο, δηλ. η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου το 1946 και η ίδρυση του Σιωνιστικού κράτους του Ισραήλ το 1948 σε κατεχόμενα Παλαιστινιακά εδάφη. Στην αμέσως επόμενη μεταπολεμική περίοδο, δηλ. κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ο κύριος διχασμός ήταν μεταξύ φιλο-Σοβιετικών και φιλο-Δυτικών Αραβικών χωρών. Κατόπιν, με την άνοδο του Αραβικού εθνικισμού και του Αραβικού σοσιαλισμού, από τη μία μεριά, αναπτύχθηκε ένα είδος μετώπου μεταξύ των υποστηρικτών των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων (το καθεστώς Νάσερ στην Αίγυπτο, τα Μπααθικά καθεστώτα σε Ιράκ και Συρία, η Τζαμαχιρίγια στην Λιβύη) και από την άλλη, προέκυψε το μέτωπο των Δυτικόδουλων καθεστώτων (δηλ. τα αντιδραστικά καθεστώτα του Κόλπου, η Ιορδανία, το Μαρόκο κ.α.)

Όμως, η Νέα Διεθνής Τάξη που επιβλήθηκε στη Μέση Ανατολή, αρχικά με οικονομικά μέσα και τη διαφθορά στην Αίγυπτο, και κατόπιν μέσα απο την κτηνώδη στρατιωτική βία της Υπερεθνικής Ελίτ στο Ιράκ και τη Λιβύη, άλλαξε ολοκληρωτικά τον συσχετισμό δυνάμεων στον Αραβικό Κόσμο. Ιδιαίτερα, τα πελατειακά καθεστώτα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Τυνησία και την Αίγυπτο που πρόεκυψαν κατά τη διάρκεια της Αραβικής «Άνοιξης», ως δήθεν «επαναστατικά κινήματα», έπαιξαν πρωταγωνιστικό (και βρώμικο) ρόλο στην καταστροφή τόσο της Λιβύης όσο και της Συρίας. Φυσικά κάθε άλλο παρά αναπάντεχο ήταν το γεγονός ότι η Υ/Ε υποστήριξε την ΜΑ αν κανείς λάβει υπόψη του την πραγματική της φύση. Όπως τόνισε ο Σαμίρ Αμίν:

«Η ΜΑ πιστεύει σε ένα οικονομικό σύστημα που βασίζεται στην αγορά και στην πλήρη εξωτερική εξάρτηση. Είναι στην πραγματικότητα ένα εξάρτημα της μεταπρατικής αστικής τάξης. Έχει πάρει   θέση ενάντια στις μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις της εργατικής τάξης και ενάντια στους αγώνες της φτωχής αγροτιάς για να μη χάσουν τη γη τους. Έτσι η Μουσουλμανική Αδελφότητα είναι «μετριοπαθής» μόνο με τη διπλή έννοια, ότι πρώτον, αρνείται να παρουσιάσει κάποιο είδος οικονομικού και κοινωνικού προγράμματος, στην πραγματικότητα δηλαδή, αποδεχόμενη χωρίς δεύτερη κουβέντα τις αντιδραστικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές και δεύτερον ότι ντε φάκτο υποτάσσεται στην ενίσχυση του ελέγχου των ΗΠΑ στην περιοχή αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Έτσι, είναι   χρήσιμοι σύμμαχοι για την Ουάσινγκτον (μήπως άλλωστε   οι ΗΠΑ έχουν και κανένα άλλο σύμμαχο πέρα από τους καλύτερους πελάτες   τους, τους Σαουδάραβες;), η οποία τώρα εγγυάται για τα «δημοκρατικά διαπιστευτήριά τους». [8]

Από την άλλη μεριά, ο Μπααθισμός ήταν μια σύνθεση εθνικισμού (αρχικά με τη μορφή του παν-Αραβισμού) και του Αραβικού σοσιαλισμού, στο βαθμό που υιοθετούσε σοσιαλιστικές αρχές όπως η δημόσια ιδιοκτησία των στρατηγικών τομέων της οικονομίας, και τη πεποίθηση ότι ο σοσιαλισμός είναι ο μόνος τρόπος για την ανάπτυξη μιας Αραβικής κοινωνίας η οποία είναι πραγματικά ελεύθερη ,ενωμένη, και εκκοσμικευμένη. Με άλλα λόγια, ο Μπααθισμός ήταν κατά βάση μια αριστερή Αραβο-κεντρική ιδεολογία, ένα είδος «σοσιαλισμού με Αραβικά χαρακτηριστικά». Στην πραγματικότητα, το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του Μπααθισμού ήταν η αντι-ιμπεριαλιστική του φύση. Η Δυτική εχθρότητα εναντίον του ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του '70, (όπως έγινε επίσης και στην περίπτωση της Συρίας), όταν οι Ιρακινοί Μπααθιστές ξεκίνησαν ένα πρόγραμμα Αραβικού σοσιαλισμού το οποίο αποκορυφώθηκε με την εθνικοποίηση του πετρελαίου, με στόχο την επίτευξη μιας μορφής οικονομικής ανεξαρτησίας η οποία θα συμπλήρωνε την πολιτική ανεξαρτησία. Στη συνέχεια, σύντομα αντιλήφθηκαν ότι έπρεπε να διαρραγεί η ενσωμάτωση της οικονομίας του Ιράκ στην καπιταλιστική οικονομία της αγοράς και να ελαχιστοποιηθεί η ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα στα μέσα παραγωγής, με απώτερο στόχο την εγκαθίδρυση μιας Αραβικής σοσιαλιστικής κοινωνίας, στην οποία όλοι οι πολίτες θα απολάμβαναν τα οφέλη της ανάπτυξης. Προφανώς, επομένως, ο βασικός οικονομικός στόχος της δυτικής εκστρατείας στο Ιράκ ήταν η επιστροφή της εκμετάλλευσης του πετρελαίου στις Δυτικές δυνάμεις και η επανενσωμάτωση της Ιρακινής οικονομίας στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά. Ο στόχος αυτός επιβεβαιώθηκε από μεταγενέστερες αποκαλύψεις, σύμφωνα με τις οποίες τα σχέδια που έστειλε το Στέιτ Ντεπάρτμεντ στο Κογκρέσο για τους στόχους της εισβολής, μιλούσαν για ένα όραμα ανασυγκρότησης του Ιράκ που θα ωθούσε επιθετικά τη χώρα προς μια «αυτοδιευθυνομενη οικονομική ευημερία, με μια οικονομία βασισμένη στην ελεύθερη αγορά και στις ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις οι οποίες   δρουν σε ένα περιβάλλον που διέπεται από το κράτος δικαίου». [9]

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Μπααθικό καθεστώς στη Συρία καθώς και το Ιρακινό Μπααθικό καθεστώς έπρεπε να καταστραφούν. Οι κοσμικές, πολυεθνικές και πολύ-πολιτισμικές κοινωνίες τους, και ακόμα πιο σημαντικό, τα ιστορικά θεμέλιά τους σε εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα, τα οποία εξ ορισμού ήταν εχθροί της ΝΔΤ, ήταν προφανώς ανάθεμα, όχι μόνο για την Υ/Ε αλλά και για τα αντιδραστικά καθεστώτα που ανήκουν στο Συμβούλιο Συνεργασίας των Αραβικών χωρών του Κόλπου (GCC) και την Τουρκία - τα βασικά πελατειακά καθεστώτα (μαζί με την Ιορδανία) στην περιοχή. Η εκστρατεία για την καταστροφή του Ιράκ ξεκίνησε αρχικά με τον Πόλεμο του Κόλπου, που τον ακολούθησαν βαριές κυρώσεις και συχνοί βομβαρδισμοί, οι οποίοι κλιμακώθηκαν με την εισβολή και την κατοχή της χώρας για μια περίοδο δέκα χρόνων που οδήγησε στην εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων Ιρακινών κατά τη διάρκειά της. Παρόμοιες διαδικασίες ακολουθήθηκαν στη Λιβύη και τελικά στη Συρία. Παρόλα αυτά, αν και τέτοιου είδους πελώρια εγκλήματα δεν οδήγησαν ποτέ σε παρόμοιες λαοσυνάξεις στη Δύση όπως αυτή το Παρίσι, η δυσαρέσκεια που δημιουργήθηκε μεταξύ των Αραβικών πληθυσμών μεγάλωνε διαρκώς με το πέρασμα του χρόνου. Με την απουσία όμως οποιουδήποτε ισχυρού κοσμικού εθνικό-απελευθερωτικού κινήματος (τα οποία είχαν αποτελεσματικά καταστραφεί από την Υ/Ε) ο μόνος τρόπος για την έκφραση της αγανάκτησης τους εναντίον της Δύσης ήταν μέσω της συμμετοχής σε διάφορα Ισλαμιστικά τρομοκρατικά κινήματα, που υποστηριζόντουσαν κυρίως από τις χώρες του Κόλπου και ειδικότερα από την Σαουδική Αραβία και το Κατάρ.

Δεν προκαλεί επομένως έκπληξη ότι η Σαουδική Αραβία και η ιδεολογία της αγκαλιάστηκαν ενθουσιωδώς από τη Δύση, τόσο στην προ-παγκοσμιοποίησης περίοδο όσο και τώρα. Στην πραγματικότητα, οι Σαουδάραβες Σαλαφιστές είναι ακόμα πιο αντιδραστικοί από την Μουσουλμανική Αδελφότητα. Όπως έγραψε ο Benjamin Schett σε ένα σημαντικό πρόσφατο άρθρο για τον Σαλαφισμό/Ουαχαμπισμό:

«Η ιδεολογία του Ουαχάμπι υπηρετεί τα αμερικανικά συμφέρονται για πολλούς λόγους. Η αρχαϊκή αντίληψη των οπαδών της για την κοινωνία, τους κάνει να απορρίπτουν οποιοδήποτε είδος προοδευτικής κοινωνικής αλλαγής. Έτσι είναι ιδεολογικά εξοπλισμένοι για την απόκρουση σοσιαλιστικών, κοσμικών ή εθνικιστικών κινημάτων, των οποίων οι προσανατολισμένες προς την ανεξαρτησία πολιτικές είναι απειλή για την Αμερικανική γεωπολιτική ατζέντα. Παρόλο που ο Ουαχαμπισμός σαφώς δεν είναι αντιπροσωπευτικός της πλεοψηφίας των Σουνιτών μουσουλμάνων, οι Ουαχάμπι μουσουλμάνοι είναι εξτρεμιστές Σουνίτες, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να υιοθετούν μια εξαιρετικά εχθρική στάση απέναντι στο Σιϊτικό Ισλάμ.»[10]

Έτσι, οι Σαουδάραβες Σαλαφιστές ήταν χρήσιμοι στην Υ/Ε τόσο στην προ-παγκοσμιοποίησης περίοδο, επειδή ήταν ένα χρήσιμο εργαλείο στα χέρια των Δυτικών ελίτ στη μάχη κατά της Σοβιετικής επιρροής και του Παναραβικού σοσιαλισμού, όσο και στη ΝΔΤ καθώς ήταν ένα εξίσου πολύτιμο εργαλείο στα χέρια της Υ/Ε στη μάχη κατά των εθνών που αντιστέκονταν στην κατάργηση της κυριαρχίας τους μέσα στη ΝΔΤ της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα, για παράδειγμα, όταν η Σαουδική Αραβία υποστήριξε με κάθε δυνατό τρόπο τους Σαλαφιστές τζιχαντιστές οι οποίοι σφάγιασαν τους λαούς της Λιβύης και της Συρίας. Στην πραγματικότητα, ήταν μόλις πρόσφατα που έπαψαν να υποστηρίζουν το γόνο τους, τον ISIS, όταν στοχοποιήθηκαν από την Υ/Ε για απόπειρα αυτονόμησης τους σε σχέση με το χτίσιμο ενός Ισλαμικού Κράτους.[11]Δεν είναι βέβαια περίεργο ότι οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε ο ISIS, όπως οι αποκεφαλισμοί, τους οποίους επαναλάμβαναν μέχρι αηδίας τα μέσα μαζικής επικοινωνίας της Υ/Ε έτσι ώστε να τρομοκρατήσουν τις Δυτικές μεσαίες τάξεις και να δικαιολογήσουν τον νέο «πόλεμό του κατά της τρομοκρατίας», είναι μακροχρόνια πρακτική του πελατειακού καθεστώτος της Σαουδικής Αραβίας, χωρίς κανένας στην «πολιτισμένη» Δύση να ενοχλείται τόσο γι'αυτό, εφόσον βέβαια θα συνεχιζόταν η επέκταση   της ιδιαίτερα επικερδούς επιχείρησης πώλησης όπλων στο καθεστώς.

Συμπερασματικά, είναι η ίδια η Υπερεθνική Ελίτ, η οποία σήμερα προσποιείται ότι υποφέρει εξαιτίας της δράσης των Ισλαμιστών τρομοκρατών, αυτή η οποία στην πραγματικότητα φέρει τη μεγαλύτερη ευθύνη για την Ισλαμική τρομοκρατία. Όχι μόνο με την απλή έννοια ότι χρηματοδότησε και υποστήριξε τους τζιχαντιστές που μάχονται κατά των εθνικο-απελευθερωτικών καθεστώτων στο Ιράκ, τη Λιβύη και τη Συρία, όπως υποστηρίζει η εκφυλισμένη Δυτική Αριστερά αλλά, προπαντός, γιατί ιστορικά, έκανε ό,τι ήταν δυνατό να ενισχύσει άμεσα η έμμεσα την άνθιση της Ισλαμικής τρομοκρατίας. Με άλλα λόγια, η μαζική υποστήριξη την οποία παρείχε όλα αυτά τα χρόνια η Υ/Ε στον πολιτικό Ισλαμισμό και την Ισλαμική τρομοκρατία, στην εκστρατεία της για την καταστροφή των Αραβικών εθνικο-απελευθερωτικών κινημάτων, οδήγησε στην άνθιση ενός «στρατού» τζιχαντιστών, ο οποίος χωρίς καμιά πολιτική ιδεολογία για εθνική απελευθέρωση και εναντίωση στην παγκοσμιοποίηση, στηρίζει την εναντίωση του στη Δύση στον θρησκευτικό ανορθολογισμό. Αυτός ήταν βέβαια ο επιθυμητός από την Υ/Ε στόχος, ώστε να αποτραπούν από το να συνειδητοποιήσουν ποιος είναι ο πραγματικός τους εχθρός και να οργανωθούν ανάλογα για να τον πολεμήσουν. Ωστόσο, ακόμα κι αν ο στόχος πολλών από αυτούς τους τζιχαντιστές (αλλά όχι βέβαια όλων) είναι ανορθολογικός, δηλ. η δημιουργία ενός χαλιφάτου, αυτό δεν τους εμποδίζει να κατανοήσουν ότι, ακόμα και για να επιτύχουν αυτόν τον στόχο τους, θα πρέπει να πολεμήσουν ενάντια στην Υ/Ε η οποία, όλα αυτά τα χρόνια, έχει καταστρέψει τις χώρες τους και τους ομόθρησκους τους.

* Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην Pravda.ru (12.01.2015) και ταυτόχρονα στο International Journal of Inclusive Democracy. Η μετάφραση είναι των Δημήτρη Μπατζάκη και Νίκου Πανάγου

Πηγή: antipagkosmiopoihsh.gr

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση