iphone app
android app
iphone app android app
Δευτέρα 05 Δεκεμβρίου 2016
ΑΝΑΛΥΣΤ ΣΚΙΤΣΟ

Αλλαγή εποχής – Analyst.gr


Η καπιταλιστική διαδικασία, θεμέλιο της οποίας είναι η μικρομεσαία εταιρεία, ο νεωτεριστής επιχειρηματίας και η ιδιοκτησία, κινδυνεύει να πάψει να έχει λόγο ύπαρξης - συμπαρασέρνοντας μαζί της την ελεύθερη αγορά και την πολιτική που την εκφράζει

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος του καπιταλισμού, ενός συστήματος που ουσιαστικά χαρακτηρίζεται από μία εξελικτική διαδικασία, δεν είναι οι μεγάλες κρίσεις που συνήθως τον εκτρέφουν, αλλά η στασιμότητα - η οποία τον καθιστά αργά ή γρήγορα «ατροφικό». Μία τέτοια στασιμότητα είναι δυνατόν να προκληθεί από διάφορους παράγοντες, με κυριότερο όλων την εξάντληση των επενδυτικών ευκαιριών.

Με δεδομένο τώρα το ότι, η Πολιτική εκφράζει ουσιαστικά το οικονομικό «σύστημα» που επιλέγεται από τις κοινωνίες, μία ενδεχόμενη κατάρρευση του καπιταλισμού θα σήμαινε την ολοκληρωτική «ακύρωση» της υφιστάμενης «τάξης πραγμάτων». Κατά την άποψη μας, ευρισκόμαστε μεσοπρόθεσμα αντιμέτωποι ακριβώς με αυτόν τον τεράστιο κίνδυνο, έχοντας δυστυχώς μία πολύ περιορισμένη αντίληψη του.

Για να τεκμηριώσουμε την άποψη μας, θα ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι, η εξάντληση των επιχειρηματικών ευκαιριών, σε σχετικά μεγάλο βαθμό σήμερα, δεν έχει προέλθει από την πλήρη ικανοποίηση των αναγκών μας, η οποία δεν θα επέτρεπε παρά ελάχιστα κίνητρα για την περαιτέρω προώθηση της παραγωγικής προσπάθειας - όπως είχε υποτεθεί με επιφύλαξη από κάποιους οικονομολόγους στο απώτερο παρελθόν.

Η εξάντληση αυτή δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα της μετατόπισης μεγάλου μέρους της παραγωγικής διαδικασίας στην Ασία, αλλά και της συνεχούς μεγέθυνσης των «δυτικών» επιχειρήσεων, μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων - η οποία τα τελευταία χρόνια εντάθηκε από τις συνεχείς αποκρατικοποιήσεις που επιλέχθηκαν από την πολιτική ηγεσία (Θάτσερ, Ρέιγκαν κλπ), με στόχο τη συρρίκνωση του κράτους.

Οι υπερμεγέθεις πολυεθνικές προέκυψαν στην ουσία από τη συνεχή συγκέντρωση των δραστηριοτήτων πολλών μικρών ή μεγάλων επιχειρηματικών μονάδων, με αρχικό στόχο τον ορθολογισμό της παραγωγικής διαδικασίας - ενδυναμωμένο από τις αυξημένες απαιτήσεις της παγκοσμιοποίησης.

Στη συνέχεια, εξελίχθηκαν σε αυτονομημένους διαχειριστικούς οργανισμούς, με τις σχέσεις υπαλληλίας εντός τους να αποκτούν χρόνο με το χρόνο τα χαρακτηριστικά μίας γραφειοκρατικής οργάνωσης - αντίστοιχης με αυτής των εθνικών κρατών. Η πρόοδος, ιδιαίτερα η τεχνολογική, έγινε το αντικείμενο εξαρτημένων παραγωγικών ομάδων, αποτελουμένων από επαγγελματίες ειδικούς, οι οποίοι φρόντιζαν και φροντίζουν να λειτουργεί με προβλέψιμο τρόπο ότι τους ζητηθεί - νέα προϊόντα, καινούργιοι μέθοδοι παραγωγής κλπ.

Το γεγονός αυτό οδήγησε στον «εξοστρακισμό» του νεωτεριστή-επιχειρηματία ο οποίος, πριν από μερικές δεκαετίες, ήταν αυτός που κινούσε τον παραγωγικό μηχανισμό - με τις εφευρέσεις του, με τα ρίσκα του και με τη συνεχή, ακούραστη δραστηριοποίηση του. Έτσι, «εξαλείφθηκε» σε μεγάλο βαθμό η ίδια η δημιουργικότητα, η οποία ανέκαθεν ήταν το χαρακτηριστικό γνώρισμα των νέων και της μικρομεσαίας επιχείρησης  - με τη μεγάλη να εισέρχεται όταν πλέον κρινόταν απαραίτητη η «βιομηχανοποίηση» των νεωτεριστικών προϊόντων.

Περαιτέρω, ο ενδιάμεσος «κενός» χώρος, αυτός δηλαδή που μεσολαβεί μεταξύ των πολυεθνικών και των απομακρυσμένων πλέον μετόχων τους, καλύφθηκε από το χρηματοπιστωτικό κλάδο. Ο επίσης «πολυεθνικός» αυτός κλάδος, υποσχόμενος μεγάλα κέρδη στους επενδυτές και καταθέτες του, κυριαρχήθηκε «υποχρεωτικά» από διάφορους οικονομικούς «ζογκλέρ».

Επειδή όμως οι περισσότερες υποσχέσεις κερδών ήταν υπερβολικές (για παράδειγμα, αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων άνω του 25%), δεν ήταν συμβατές με τις ρεαλιστικές δυνατότητες των επιχειρήσεων. Έτσι πολλές από αυτές, υπό την πίεση της βραχυπρόθεσμης κερδοφορίας και των υπερβολικών απαιτήσεων της διοίκησης τους, οδηγήθηκαν στην καταστροφή.

Σε γενικές γραμμές λοιπόν, η αντικατάσταση των ιδιοκτητών των μικρομεσαίων επιχειρήσεων από

(α)  τους διευθυντές των πολυεθνικών, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονταν για την εταιρεία, αλλά για το δικό τους ιδιωτικό συμφέρον, καθώς επίσης

(β)  από τους απομακρυσμένους μεγαλομετόχους, που σπάνια έχουν μόνιμους δεσμούς με τις επιχειρήσεις «τους»,

(γ)  από τους μικρομετόχους, που ενδιαφέρονται κυρίως για κάποια περιστασιακά κέρδη από την αγοραπωλησία των μετοχών τους και από

(δ)  ένα υπαλληλικό προσωπικό που εκτελεί απλά εντολές, αντίστοιχο με αυτό του δημοσίου,


προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, τη λεηλασία των «απρόσωπων» εταιριών, μαζί με την κατακόρυφη μείωση της παραγωγικότητας τους (σε αρκετές περιπτώσεις, η «ωραιοποίηση» των Ισολογισμών απέκρυβε έντεχνα την πραγματικότητα - γεγονός που δυστυχώς συνεχίζεται).

Ο «εγκληματικός» αυτός συνδυασμός, με την ανεύθυνη «συνέργια» του χρηματοπιστωτικού κλάδου (ο οποίος διέφθειρε εντελώς, με την «κληρονομική» απληστία του, τις υπόλοιπες μεγάλες επιχειρήσεις), καθώς επίσης με την είσοδο των νέων πληθυσμών στο καπιταλιστικό σύστημα, μας έφερε αντιμέτωπους με την τεράστια κρίση που βιώνουμε σήμερα σε «πρώτο βαθμό».  

Παράλληλα, η ίδια αυτή η μεγέθυνση των επιχειρήσεων απαλλοτρίωσε σε μεγάλο βαθμό και την πολιτική, η οποία έπαψε ουσιαστικά να στηρίζεται στην πλειοψηφία, καταλήγοντας κάποιες φορές ακόμη και εντολοδόχος των πολυεθνικών. Το συμπέρασμα αυτό τεκμηριώνεται με τον καλύτερο δυνατόν τρόπο από τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες διενεργούνται οι προεκλογικές εκστρατείες στις Η.Π.Α. (marketing, κόστος κλπ), καθώς επίσης από την επικράτηση του «διαχειριστικού και μάλλον απολιτικού» δικομματισμού.

Ενισχυόμενοι δηλαδή επίσημα οι πολιτικοί και των δύο αμερικανικών κομμάτων εξουσίας από τις επιχειρήσεις, δεν μπορεί παρά να συσσωρεύουν «πολιτικά χρέη», τα οποία αργά ή γρήγορα είναι υποχρεωμένοι να εξοφλήσουν. Με τον τρόπο αυτό, η συνεχής αύξηση της παρεμβατικότητας των πολυεθνικών στην πολιτική είναι δεδομένη. Η ισχύς τους αποδεικνύεται σήμερα από το ότι, στην αποφυγή της φορολόγησης εκ μέρους τους με τη βοήθεια των φορολογικών παραδείσων, προστέθηκε η επιδότηση τους από τα δημόσια ταμεία.

Δηλαδή, κάποιες πολυεθνικές όχι μόνο δεν πληρώνουν πλέον φόρους αλλά, αντίθετα, εισπράττουν «φόρους» από όλους μας, για να διατηρηθούν σε λειτουργία - είτε για να μην απολύσουν τους υπαλλήλους τους (όλους εμάς δηλαδή, συμπεριλαμβανομένων και των πολιτικών), είτε για να μην καταστρέψουν ολοσχερώς το σύστημα.

Αντίστοιχα φυσικά δεδομένη είναι και η διεύρυνση της «αποστασιοποίησης» των πολιτών, οι οποίοι προσδοκούν περισσότερα οφέλη από τις πολυεθνικές που τους προσφέρουν εργασία, παρά από τα κράτη που συνεχίζουν να επιμένουν στην εθνική απαλλοτρίωση - στις περαιτέρω δηλαδή αποκρατικοποιήσεις που, σε τελική ανάλυση, «εκτρέφουν» τις πολυεθνικές, συμβάλλοντας στην υπερμεγέθυνση τους.  

Έτσι η καπιταλιστική διαδικασία, θεμέλιο της οποίας είναι η μικρομεσαία επιχείρηση και η ιδιοκτησία, κινδυνεύει να πάψει να έχει λόγο ύπαρξης, συμπαρασέρνοντας μαζί της την ελεύθερη αγορά και την πολιτική που την εκφράζει. Η διαδικασία αυτή δηλαδή, ενισχυόμενη από την ολοσχερή απώλεια των κρατικών επιχειρήσεων, απειλεί τελικά ολόκληρο το υφιστάμενο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό σύστημα - σιωπηλά, υπόγεια και χωρίς να γίνεται καθόλου αντιληπτή!

Στην πραγματικότητα λοιπόν, αυτή τη στιγμή δεν αντιμετωπίζουμε μία απλή ύφεση, ανάλογη με αυτές του παρελθόντος, οι οποίες οφείλονταν σε λανθασμένες πολιτικές - εν μέρει στην αποσταθεροποιητική επίδραση των νεωτεριστικών μεθόδων παραγωγής και των νέων προϊόντων. Είμαστε πιθανότατα αντιμέτωποι με μία θεμελιώδη αλλαγή του συστήματος, εν μέσω συνθηκών παγκόσμιου οικονομικού, συναλλαγματικού  και ενεργειακού πολέμου.

www.analyst.gr

© Copyright 2014 — Analyst.gr. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση / αναπαραγωγή περιεχομένων του παρόντος website με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια των εκδοτών.

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση