iphone app
android app
iphone app android app
Τετάρτη 07 Δεκεμβρίου 2016
Αγιος Βασίλης

Ο Άγιος Βασίλης κι ο άγγελος βοηθός του


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Ένα παραμύθι της Μαίρης Καριωτάκη


Η ιστορία που θα σας διηγηθώ έγινε εκεί ψηλά στον ουρανό. Εκεί κάπου ανάμεσα στα σύννεφα ήταν ένα όμορφο μικρό ξύλινο σπιτάκι που ζούσε μια οικογένεια αγγέλων... Ήταν ο μπαμπάς-άγγελος, η μάμα-άγγελος και 3 μικρά παιδιά-αγγελάκια!!

Ή μάλλον 4 αλλά το τέταρτο, λίγοι ήξεραν ότι υπήρχε... κι αυτό γιατί εκείνο δεν έβγαινε έξω συχνά...

Ξέρετε αυτό το αγγελάκι είχε ένα θεματάκι... ήταν αλλιώτικο από τ' άλλα… το ένα του φτερό ήταν μικρότερο από τα άλλα κι έτσι το αγγελάκι μας δεν μπορούσε να πετάξει καλά.

Όσο ήταν μικρούλι δεν το πείραζε και πολύ... Καθώς όμως μεγάλωνε ένιωθε άσχημα που δεν μπορούσε να πετάξει όπως οι φίλοι του. Ντρεπόταν λίγο, αλλά μετά το ξέχναγε γιατί οι φίλοι του έδειχναν να μη προσέχουν καθόλου το πρόβλημά του...

Ώσπου, μια μέρα στην παρέα τους ήρθε ένα άλλο παιδί, από μια άλλη γειτονιά αγγέλων και μόλις το είδε άρχισε να το κοροϊδεύει και να γέλα μαζί του. Αυτό ντράπηκε τόσο πολύ, που έβαλε τα κλάματα.

Κι όσο το αγγελάκι μας έκλαιγε τόσο το άλλο γελούσε. «Χαχαχαχα», του έλεγε, «έχεις μικρά φτερά, έχεις μικρά φτερά!!! Είσαι μικροφτέρης, είσαι μκροφτέρης».

Μάταια προσπαθούσαν οι άλλοι να το κάνουν να σταματήσει. Εκείνο συνέχιζε να χοροπηδάει και να φωνάζει και να γελά, με το πρόβλημα του φίλου μας.

Το καημένο το αγγελάκι μας πόνεσε τόσο πολύ... Κλαίγοντας γύρισε στο σπίτι του κι από τότε δεν ξαναβγήκε έξω...

Τι κι αν τα αδέλφια του το παρακαλούσαν, τι κι αν οι φίλοι του έρχονταν κάθε μέρα έξω από το σπίτι και το φώναζαν κι εκλιπαρούσαν να πάει να παίξει μαζί τους...

Τι κι αν η μητέρα του κι ο πατέρας του προσπαθούσαν με κάθε ευκαιρία να το βγάλουν έξω... Εκείνο αρνιόταν... δεν ήθελε με τίποτα... κι έτσι περνούσαν τα χρόνια κι όλο μεγάλωνε κι όλο μεγάλωνε και καθόταν όλη την μέρα στο παράθυρο του δωματίου του και κοιτούσε έξω τους φίλους του να παίζουν, να γελούν, να ζουν...

Και κάποια χρονιά, πλησίαζαν τα Χριστούγεννα νομίζω κι οι γονείς του ήταν τόσο στεναχωρημένοι που το παιδί τους δεν ήθελε να πάει μαζί τους στη μεγάλη γιορτή της πόλης. Και τ' αδέρφια του επίσης. Αν και μεταξύ μας, τα αδέρφια του ήταν και λίγο τσατισμένα, γιατί αναγκάζονταν να κάνουν και την δική του δουλειά κι έχαναν χρόνο απ' το παιχνίδι.

Τι δουλειά; Ξέχασα να σας πω, πως η οικογένεια του μικρού μας φίλου, ήταν βοηθοί του Άγιου Βασίλη! Τον βοηθούσαν να γεμίζει τον σάκο του και καμιά φορά, όταν τα ξωτικά του είχαν πολύ δουλειά, πήγαιναν μαζί του και στις αποστολές... Στα ταξίδια ντε για να μοιράσει τα δώρα!

Μια μέρα λοιπόν, την ώρα του βραδινού φαγητού, τα παιδιά (τό 'χαν συμφωνημένο από πριν), είπαν στους γονείς τους πως έπρεπε κάτι να κάνουν με τον αδερφό τους.

«Πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να τον βγάλουμε έξω», είπε το ένα.

«Μαμά το ξέρεις πως κανείς πια δεν μας ρωτά τι κάνει ο αδερφός μας γιατί δεν τον θυμούνται», είπε το άλλο.

«Το ξέρουμε παιδιά μας. Ούτε και μας, μας μιλάει κανείς για τον αδερφό σας. Σας να μην υπάρχει...».

«Μα δεν υπάρχει μαμά!», είπε το τρίτο αγγελάκι της οικογένειας. «Αφού δεν κάνει τίποτα, μόνο κάθεται όλη την μέρα μπροστά στο παράθυρο και κοιτάζει έξω».

«Και τι προτείνετε να κάνουμε παιδιά μου;», ρώτησε ο πατέρας.

Κάτι πήγε να πει το πρώτο αγγελάκι αλλά δεν πρόλαβε. Η πόρτα χτύπησε και μια γνώριμη φωνή ακούστηκε απέξω. «Κύριε άγγελε, κυρία άγγελε, παιδιά! Είστε μέσα;».

Αμέσως σηκώθηκε το δεύτερο αγγελάκι κι έτρεξε ν' ανοίξει! Ήταν ο Άγιος Βασίλης! «Μα τι να' θελε αλήθεια τέτοια ώρα σπίτι τους; Αφού είχαν τελειώσει όλους τους σάκους..», αναρωτήθηκε!

«Καλησπέρα σε όλη την οικογένεια! Είστε καλά; Κάνει ένα κρύο έξω... άλλο πράμα!», είπε ο Άγιος Βασίλης.

«Μα τι, σας διέκοψα πάνω στο φαγητό;», ρώτησε.

«Πέρασε Άγιε μου Βασίλη», είπε η κυρία άγγελος, «να σου φέρω πιάτο και πιρούνι να φας μαζί μας», του είπε και σηκώθηκε.

«Μη σας βάζω σε κόπο... δεν είναι ανάγκη...», μουρμούρισε σχεδόν, για να μην πολύ - ακουστεί. Πεινούσε ο καημένος γιατί η γυναίκα του είχε πολύ δουλειά στο εργαστήριο και είχε ξεχάσει να μαγειρέψει!

Ωστόσο το τρίτο αγγελάκι είχε σηκωθεί από το τραπέζι για να φέρει καρέκλα να καθίσει ο Άγιος Βασίλης.

«Κάθισε Άγιε μου. Θα είσαι πολύ κουρασμένος», του είπε.

«Σ' ευχαριστώ πολύ αγόρι μου», του είπε, «κάτσε κι εσύ να τελειώσεις το φαγητό σου. Κι εσύ είσαι κουρασμένος».

Εκείνη την ώρα ήρθε η μαμά κι έδωσε στον Άγιο Βασίλη το πιάτο του και το πιρούνι. Ο μπαμπάς Άγγελος έδωσε την πιατέλα με το ψητό κοτόπουλο στον Άγιο κι εκείνος πήρε το μπούτι κι ετοιμάστηκε να το καταβροχθίσει όμως .. ξαφνικά σταματάει.

Κοιτάζει αριστερά δεξιά σαν κάτι να ψάχνει.

«Βρε παιδιά, κάτι λείπει από το τραπέζι μας ή μου φαίνεται;», είπε ο Άγιος Βασίλης.

«Τι Άγιε μου; Ψωμί έχουμε, κρασί έχουμε, νερό έχουμε..», είπε η μαμά.

«Όχι τέτοια πράματα καλή μου. Το τραπέζι μας είναι πλούσιο, το βλέπω. Αλλά... Κάποιος μου φαίνεται λείπει. Μα συγνώμη, που είναι ο τέταρτός γιος σας;», ρώτησε.

«Άγιε μου Βασίλη, αφού το ξέρεις το παιδί μας δεν βγαίνει έξω.», είπε στεναχωρημένος ο μπαμπάς.

«Ούτε καν ως το τραπέζι της οικογένειας δεν έρχεται;», ρώτησε ο Άγιος Βασίλης.

«Ούτε καν...», είπε η μαμά κι ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της.

«Α, μα τα πράματα είναι ακόμη πιο σοβαρά απ' ότι πίστευα!», είπε ο Άγιος Βασίλης. «Κι εγώ ο ευλογημένος, όλο λέω να έρθω να τον βρω να του μιλήσω κι όλο το ξεχνάω... Τώρα όμως είναι η κατάλληλη στιγμή. Που είναι να του μιλήσω;», ρώτησε και σηκώθηκε από το τραπέζι.

«Άγιε μου, τσάμπα θα προσπαθήσεις! Δεν παίρνει από λόγια», είπε η μαμά.

«Έννοια σας και ξέρω εγώ! Από εσάς, θέλω μόνο να με ακολουθήσετε! Σ' ότι πω, σ' ότι κάνω να συμφωνήσετε! Και σας παρακαλώ να δείχνετε κι εσείς πολύ, πάρα πολύ ανήσυχοι!».

Αμέσως η οικογένεια των αγγέλων συμφώνησε.

«Μωρέ αν είναι να βοηθήσω το παιδί μου, κάνω ότι θες», φώναξε η μαμά κι έδειξε στον Άγιο Βασίλη την πόρτα του δωματίου του μικρού Άγγελου.

Με μια δρασκελιάο Άγιος Βασίλης διέσχισε την απόσταση και χωρίς να χτυπήσει άνοιξε με φόρα την πόρτα και μπήκε μέσα.

Το μικρό αγγελάκι τρόμαξε αρχικά, ύστερα είδε πως ήταν ο Άγιος Βασίλης και κάπως ηρέμησε, όμως την ίδια στιγμή ένιωσε και μια ανησυχία γιατί είδε τον Άγιο φουρτουνιασμένο.

«Τι, τι τι συμβαίνει Άγιε Βασίλη;», ψέλλισε.

«Αγγελάκι μου χρειάζομαι την βοήθεια σου», είπε ο Άγιος Βασίλης.

«Τι δική μου;», ρώτησε το μικρό με τα μάτια γουρλωμένα.

«Τι δική σου και όλων των άλλων!», φώναξε ο άγιος Βασίλης.

«Μα εγώ δεν μπορώ να σε βοηθήσω...», είπε λυπημένος ο φίλος μας.

«Μπορείς! Και πρέπει!» του είπε αποφασιστικά ο Άγιος Βασίλης.

«Μικρέ μου, η γη μας περνάει δύσκολες ώρες», είπε και κάθισε σε μια καρέκλα απέναντι από τον μικρό άγγελο. «Πόλεμοι υπάρχουν σε χώρες πολλές. Πόλεμοι που γίνονται πότε με τα όπλα και πότε με τα λόγια. Κι οι άνθρωποι, μικροί και μεγάλοι έχουν ανάγκη την βοήθειά μας. Παιδιά κυκλοφορούν στους δρόμους ξυπόλυτα, πεινασμένα. Μεγάλοι άνθρωποι δεν έχουν σπίτι να μείνουν.. Ολόκληρες οικογένειες παίρνουν ότι μπορούν και κινούν για άλλες χώρες για να γλιτώσουν από τον πόλεμο...».

«Το ξέρω άγιέ μου... Τα βλέπω κάθε μέρα. Όταν ο καιρός είναι καλός και τα σύννεφα στριμώχνονται στη γωνιά τους, εγώ μπορώ από εδώ να δω την γη καθαρά. Και βλέπω πόσος πόνος υπάρχει...».

«Τότε μικρέ μου, ξέρεις πως τώρα είναι η ώρα να σκορπίσουμε στη γη λίγη από την αγάπη και την ηρεμία που νιώθουμε εμείς εδώ πάνω στον ουρανό. Δεν είναι πιστεύεις ένας καλό λόγος αυτός για να βγεις έξω από το σπίτι;», του είπε κοιτώντας το στα μάτια.

Ο μικρός έσκυψε το κεφάλι προσπαθώντας να αποφασίσει... από τη μια ήθελε τόσο να βοηθήσει τον κόσμο στη  γη κι από την άλλη φοβόταν μη και βρεθεί πάλι κανείς και το κοροϊδέψει.

Μη φοβάσαι μικρέ μου», του είπε ο Άγιος Βασίλης. «Από σένα, θέλω μόνο να με βοηθήσεις με το έλκηθρο! Να βοηθήσεις δηλαδή τον Ρούντολφ γιατί μεγάλωσε ο καημένος και δεν βλέπει καλά και φοβάμαι μη προσπεράσουμε κανένα σπίτι και μείνει καμιά οικογένεια χωρίς αγάπη! Λοιπόν, τι λες;» του είπε.

«Ε, λοιπόν άγιε μου, κανείς φέτος δεν θα ξεμείνει από αγάπη!» είπε ο μικρός άγγελος. «Θα βλέπω εγώ και θα οδηγώ τον Ρούντολφ!» είπε χαμογελαστός και πέταξε μέχρι τον Άγιο Βασίλη.

«Επ, μη βιάζεσαι!» του φώναξε ο Άγιος «Πριν ξεκινήσουμε το ταξίδι μας, έχουμε ένα καταπληκτικό ψητό κοτόπουλο να φάμε! Το έφτιαξε η μαμά σου και τα πιάτα μας, μας περιμένουν! Κανείς δεν μπορεί να ταξιδέψει με άδειο στομάχι!», είπε γελαστός ο Άγιος Βασίλης και αγκαλιά με τον μικρό άγγελο ξαναγύρισε στο τραπέζι για να φάει το λαχταριστό μπουτάκι που τον περίμενε!

Την άλλη μέρα, μαζί με τον μικρό άγγελο άρχισε το ταξίδι του στη γη,  με στόχο κανένας άνθρωπος να μη μείνει χωρίς αγάπη...

To be continued...

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση