iphone app
android app
iphone app android app
Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016
ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΜΟΝΗΣ ΑΡΚΑΔΙΟΥ - ΑΝΘΙΜΟΣ ΚΑΛΠΑΚΗΣ

Επικήδειος λόγος Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ.Ευγενίου στον μακαριστό ηγούμενο


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Επικήδειος λόγος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ.Ευγενίου εις τον μακαριστόν Ηγούμενον της Ιεράς Μονής Αρκαδίου, Αρχιμ. του Οικουμενικού Θρόνου, Άνθιμον Καλπάκη:

Πέμπτη, 18η Δεκεμβρίου 2014

«Ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν· ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, τὸ κέρας αὐτοῦ ὑψωθήσεται ἐν δόξῃ» (Ψαλμ. 111, 9).

Σήμανε σήμερα, γιά μία ἀκόμη φορά, ἡ καμπάνα αὐτοῦ τοῦ ἱστορικοῦ Ναοῦ καί τοῦ Μοναστηριοῦ, σήμανε ὄχι χαρμόσυνα, ἀλλά πένθιμα, γιά νά στείλει τό μήνυμα στούς ἀνθρώπους καί τά χωριά πώς ὁ ἀγαπημένος ἡγούμενός του, ὁ πατήρ Ἄνθιμος, πού ταιριάζει τό παραπάνω ψαλμικό ἀπόλυτα στή ζωή του καί τήν ἔξοδό του ἀπό αὐτήν, ἐξεπλήρωσε τό κοινόν τοῦ βίου χρέος καί κατέλιπε τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου γιά νά ἀπολαύσει τήν ἄφθαρτη δόξα τοῦ οὐρανοῦ καί νά ἀναπαυθεῖ ἀπό τούς μόχθους καί τούς κόπους τῆς πολυχρόνιας διακονίας του στήν Ἐκκλησία, διακονίας ἀφιερωμένης στήν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ καί τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

Σήμανε σήμερα πένθιμα ἡ καμπάνα γιά νά ἀναγγείλει πώς πλέον οἱ προσκυνητές αὐτοῦ τοῦ μοναστηριοῦ μάταια θά ἀναζητοῦν τήν ἱλαρή μορφή τοῦ γέροντα στήν ὡραία πύλη, στό ψαλτήρι, ἀνάμεσα στίς εἰκόνες τῶν ἁγίων αὐτοῦ τοῦ ναοῦ, στήν πυριτιδαποθήκη, στήν τράπεζα, στά κλάουστρα, στά κελλαρικά, στά μεσοκούμια, στό δραγατοκάλυβο. Μάταια θά τόν ἀναζητοῦν στό Κόκκινο Μετόχι, στόν Σταυρωμένο, στόν Κορρέ, στό Βένι... Μάταια θά τόν ἀναζητοῦν ἀνάμεσα στούς καρπούς στό περιβόλι του ἤ στά εὔοσμα ἄνθη τῆς αὐλῆς, ἀφοῦ ἐκεῖνος, ὁ πατήρ Ἄνθιμος, μετετέθη στήν θριαμβεύουσα Ἐκκλησία τοῦ Οὐρανοῦ.

Ὁ πατήρ Ἄνθιμος, ὁ ἀδελφός καί συλλειτουργός μας, ὁ ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς καί Σεβασμίας καί Ἱστορικῆς Μονῆς τοῦ Ἀρκαδίου, «ὁ φίλος ἡμῶν» κοιμήθηκε (πρβλ. Ἰωάν. ια΄, 11). Δέν μποροῦμε ἀκόμη νά τό πιστέψομε, ἄν καί κυκλώνομε τό σκήνωμά του αὐτήν τήν ἱερή ὥρα τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας του. Μᾶς αἰφνιδίασε ἡ ἀναχώρησή του, ἄν καί μᾶς εἶχε προετοιμάσει μέ τό δικό του τρόπο, ἰδιαίτερα τούς δύο τελευταίους μῆνες. Μέχρι χθές συνομιλούσαμε, «τήν γάρ χθές ἡμέραν μεθ' ἡμῶν ἐλάλει» κατά τόν ὑμνωδό, «ἀλλ' ἄφνω ἐπῆλθε αὐτῷ ἡ ὥρα τοῦ θανάτου» καί σήμερα σιωπᾶ, αὐτός ὁ λαλίστατος, καί μᾶς ἐπιφορτίζει μέ τό θλιβερό καθῆκον, νά τόν προπέμπομε στήν αἰωνιότητα αὐτήν τήν ὀδυνηρή μέν γιά τό χωρισμό, ἐλπιδοφόρα δέ γιά τήν συνάντησή μας ξανά στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, στιγμή.

Ἀπό τό ἑσπέρας τῆς χθές ἡ ψυχή του βρίσκεται πιά στό ἔλεος καί τήν κρίση τοῦ Μεγάλου Θεοῦ καί Δημιουργοῦ καί Πλάστη μας, καί ὅλοι ἐμεῖς λυπούμαστε γι' αὐτόν τόν ἀποχωρισμό, ἀλλά ὄχι «καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» κατά τόν Ἀπόστολο (Θεσσαλ. Α΄ δ΄, 13), ἀφοῦ πιστεύομε ὀρθόδοξα στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ πού μᾶς παρέχει τή βεβαιότητα γιά τή δική μας προσωπική συνανάσταση.

Λυπούμαστε ὡς χοϊκοί ἄνθρωποι, ἀλλά τή λύπη μας μετριάζει μιά οὐράνια ἀνταύγεια πνευματικῆς χαρᾶς ἀπό τήν μεγάλη χάρη καί τήν εὐλογία πού τοῦ ἐπιδαψίλευσε ὁ Θεός, νά τόν καλέσει κοντά Του τήν ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, Ἐπισκόπου Αἰγίνης, τοῦ Ἁγίου τῆς ἀγάπης καί τῆς συγγνώμης, τήν εἰκόνα τοῦ ὁποίου εἶχε διαρκῶς, καί καθόλου τυχαῖα, κάτω ἀπό τό μαξιλάρι του.

Ὁ πατήρ Ἄνθιμος ἑβδομήντα χρόνια ἦταν μοναχός, μοναχός πού ἀγωνιζόταν, μέ πρότυπα τούς Ὁσίους καί τούς παλαιούς πατέρες, νά προοδεύει πνευματικά μέσα στό φῶς τῆς δισχιλιετοῦς μοναστικῆς παραδόσεως καί τῆς ὀρθῆς πίστεως, προσφέροντας τή μαρτυρία τοῦ ὀρθοδόξου βιώματος. Ἡ ἁγιοτρόφος παράδοση τῶν μοναστηριῶν τῆς Κρήτης, ἡ εὐλογημένη παράδοση καί ἡ μοναδική ἱστορία αὐτοῦ τοῦ μοναστηριοῦ καί αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ τόπου, ἦταν ἡ πνευματική τροφή πού τόν ἀνέθρεψε καί τόν ἄνδρωσε. Ἦταν τό ψωμί, τό νερό καί τό κρασί του, ἡ δική του κρασοψυχιά. Ἡ παράδοση ἦταν αὐτή πού τόν ἔδεσε σέ μιά σχέση ἄρρηκτη, σεβάσμια, ἀγαπητική, ἱερή καί πνευματική μέ τό Ἀρκάδι, μιά σχέση ταύτισης μαζί του κυριολεκτικά. Διηγόταν πώς κάποτε ἐπιστρέφοντας ἀπό μιά Λειτουργία σέ ἕνα Μετόχι καί περνώντας ἀπό τό χωριό του, τό Ἄδελε, τόν παρατήρησε κάποιος γιατί δέν περνᾶ ἀπό τό πατρικό του νά δεῖ τή μάνα του, γιά νά λάβει τήν ἀπάντηση τοῦ πατρός Ἀνθίμου: «Ἐμένα, παιδί μου, πατέρας μου εἶναι ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος καί μητέρα μου ἡ Ἁγία Ἑλένη καί στό σπίτι τούς πρέπει νά γυρίσω τό συντομώτερο». Ἀναζητοῦμε σήμερα αὐτήν τήν μοναχική αὐτοσυνειδησία.

Ἀληθινά αἰσθανόμασθε πώς σ' ὁλόκληρη τήν ἐπαρχία, σ' ὁλόκληρη τή Μητρόπολή μας, σ' ὁλόκληρη τήν Κρήτη καί ἐκτός αὐτῆς, ὅπου ἐγκαταβιοῦν ἀπόδημα παιδιά της, Ἀρκάδι καί Ἄνθιμος ταυτίζονται. Κι ἄν τό Ἀρκάδι εἶναι ἡ καρδιά τοῦ τόπου αὐτοῦ, ὁ Ἄνθιμος ἦταν ἡ καρδιά αὐτῆς τῆς καρδιᾶς, ὁ ἄνθρωπος πού ἔδιδε ζωή σ' αὐτό τό παλαίφατο ἐργαστήριο τῶν ἀρετῶν, τό ὁποῖο ὁλοκαυτώθηκε κάποτε γιά τήν ἀγάπη τῆς Πατρίδας καί γιά τήν Ἐλευθερία της.

Ἐδῶ, σ' αὐτό τό μοναστήρι, σ' αὐτό τό μετερίζι τῆς πίστης καί τῆς ἀρχοντιᾶς, ἑπτά δεκαετίες ἔζησε μέ ἐνασχόληση «τήν ἐνατένιση στήν αἰωνιότητα, τή χαρμολύπη, τό χαροποιό πένθος, τή μνήμη τοῦ θανάτου, τήν προσμονή τῆς ἐκδημίας, τήν αἴσθηση τῆς ματαιότητας καί τῆς παροδικότητας τῆς παρούσας ζωῆς». Ἐδῶ, ἀφιερωμένος ἀπό τή νεότητά του, προσπάθησε νά ζήσει μοναχικά, νά γίνει ὅπως αὐτούς πού ἔγιναν μέ τήν ἄσκησή τους «ἄξιοι τῶν μακαρισμῶν, πού ἔστρεφαν καί τήν ἄλλη σιαγόνα, πού ἔκαναν μίλια δύο, πού δέν βαττολογοῦσαν στήν προσευχή, πού ἔκρυβαν τή νηστεία τους, πού δέ μεριμνοῦσαν περί ἐδεσμάτων καί ἐνδυμάτων, πού γινόταν ὡς τά παιδία, πού πωλοῦσαν τά ὑπάρχοντα, πού ἄφηναν οἰκίας καί ἀδελφούς γιά νά γίνουν οἱ ἔσχατοι, οἱ διάκονοι, οἱ γρηγοροῦντες, οἱ δεόμενοι, οἱ βιαστές τῆς βασιλείας».

Ἐκεῖνοι πού γνώριζαν καλά κάποιες ἐσώτατες πτυχές τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀείμνηστου ἡγουμένου, ἴσως κάπου, πίσω ἀπό τά πρόσωπα ὅσων ἀναφέραμε πιό πρίν, διακρίνουν καί τό δικό του πρόσωπο. Θά διακρίνουν τήν ἀρετή του, τήν πιστότητά του, τήν ταπείνωσή του, τήν φιλοξενία του, τήν φιλανθρωπία του, τήν μέχρις ἐσχάτων προσφορά του. Θά διακρίνουν τήν ἀγάπη, τήν ἀκάματη ἐργατικότητα, τήν ὑπομονή, τό πεῖσμα καί τήν ἀστείρευτη θέλησή του. Θά ὁμολογήσουν πώς ἦταν αὐστηρός, ἀλλά πρῶτα στόν ἑαυτό του καί ἔπειτα καί στούς ἄλλους. Θά ἀναλογισθοῦν πόσες φορές τόν εἶδαν νά χύνει τόν ἱδρώτα τῆς εὐθύνης καί νά καίγεται σάν τή λαμπάδα γιά νά διακονήσει τόν εὐαγγελισμό τους μέ ὑποδειγματική ἁγία ἁπλότητα. Θά θυμοῦνται πόσες φορές σήκωσε γι' αὐτούς τά χέρια του στόν οὐρανό, σάν τά κλαδιά τοῦ ἱστορικοῦ κυπαρισσιοῦ τῆς Μονῆς, ἔστω καί λαβωμένα σάν κι ἐκεῖνο, πόσες φορές τά ἅπλωσε γιά νά τούς μεταδώσει τή χάρη τῆς ἀφέσεως, γιά νά τούς μαλακώσει τίς θλίψεις τους, γιά νά τούς ἁπαλύνει τούς πόνους καί τίς δοκιμασίες τους, γιά νά τούς ἐλεήσει ἀφειδώλευτα, γιά νά τούς κοινωνήσει ἀπό τό Ἅγιο Δισκοπότηρο Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον». Θά διακρίνουν πόσες φορές ἔσκυψε καί ἀφουγκράστηκε τούς βαρεῖς ἀναστεναγμούς τῆς καρδιᾶς τους, πόσες φορές ἐνστάλαξε στίς θλιμμένες ψυχές τους τό βάλσαμο τῆς παρηγοριᾶς τοῦ Παρακλήτου, πόσες φορές ἔκαμε τούς πόνους τους δικούς του πόνους καί τίς ἐπιθυμίες τους αἰτήματα τῶν προσευχῶν του.

Φιλόθεος, φιλάγιος, φιλάνθρωπος, φίλεργος, φιλάγαθος, φιλόπατρις καί φιλότιμος. Αὐτός ἦταν ὁ Ἄνθιμος τοῦ Ἀρκαδιοῦ, ὁ δικός μας Ἄνθιμος. Καί ἔτσι θά παραμείνει στίς καρδιές μας.

Τοῦτο εἶναι τό μόνο σίγουρο. Ὅτι θά τόν ἀναζητοῦμε πολύ. Ὅτι θά τόν ἀναζητεῖ ὁ τόπος. Θά τόν ἀναζητεῖ ἡ Τοπική μας Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης. Θά τόν ἀναζητοῦν ὅσοι τόν συναναστρέφονταν καθημερινά, οἱ κληρικοί μας καί ὅλοι οἱ εὐσεβεῖς ἄνθρωποι. Εἴμαστε βέβαιοι γι' αὐτό. Θά τόν ἀναζητεῖ τό μοναστήρι του, τά μετόχια του, ἡ ἀδελφότητά του. Ἀκόμη καί αὐτά τά χελιδόνια πού ἔχουν φτιάξει τή φωλιά τούς ἐδῶ μέσα, στή μεσιανή καμάρα τοῦ Καθολικοῦ, θά τόν ἀναζητήσουν τήν Ἄνοιξη πού θά ξαναέλθουν.

Καί ὅλα αὐτά, γιατί ὁ πατήρ Ἄνθιμος ἦταν ὁ χαρακτηριστικός τύπος τοῦ Κρητικοῦ μοναχοῦ, ὁ ἀφτιασίδωτος, ὁ ταπεινός, ὁ τραχύς καί ταυτόχρονα γλυκύς, ὁ ἀεικίνητος, ὁ εὐπροσήγορος καί προσηνής, ὁ ἁπλούς καί ἄδολος, ὁ ἀληθινός καί ἀνυπόκριτος, ὁ ντόμπρος καί εἰλικρινής, μέ τά σταράτα λόγια, ὁ καλός φίλος καί συμπαραστάτης. Μέ μιά λέξη, ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀγάπης. Στό πρόσωπό του βλέπαμε νά συγκεφαλαιώνεται ὅλη ἡ ἱστορία καί ἡ παράδοση τοῦ κρητικοῦ μοναχισμοῦ, ἡ παράδοση πού θέλει τό μοναχό νά θυσιάζεται γιά τό Θεό καί τήν εἰκόνα Του, τόν ἄνθρωπο, ἡ παράδοση πού θέλει τό μοναχό νά τρέχει, νά ἀγωνίζεται, νά ἀγωνιᾶ, νά σταυρώνεται ἐπάνω στό σταυρό τοῦ χρέους, νά εἶναι μπροστάρης σέ ὅ,τι καλό καί ὠφέλιμο, νά εἶναι ἄνθρωπος προσευχῆς, ἀλλά καί ἄοκνης ἐργασίας. Προσωπικά ὁμολογῶ ὅτι δέν ἔχω γνωρίσει πιό φιλόπονο καί ἐργατικό μοναχό. Πρίν λίγο καιρό, ἀνάμεσα σέ ἄλλες παραγγελίες του, μοῦ εἶπε: «Δεσπότη μου, ὅταν θά πεθάνω θέλω νά μοῦ βάλεις στό μνῆμα ἕνα σκαπέτι. Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος μέ θέλει νά δουλεύω. Ἐδῶ, στό μοναστήρι του, δέν ἦλθα γιά νά κάθομαι».

Ἀλήθεια, ἄν μποροῦσαν νά μιλήσουν τοῦτες οἱ πέτρες, οἱ καμάρες, τοῦτα τά στασίδια, ἄν εἶχαν φωνή τοῦτα τά ἀναλόγια, ἄν τά γράμματα τῶν Μηναίων, τῆς Παρακλητικῆς, τοῦ Τριωδίου, τοῦ Πεντηκοσταρίου μποροῦσαν νά γίνουν φθόγγοι ἠχηροί κι ἄν εἴχαμε κι ἐμεῖς τήν πνευματική μας ἀκοή καλλιεργημένη, θά ἀκούγαμε νά μᾶς λένε πόσο θά ἀναζητοῦν κι αὐτά τόν Ἄνθιμο. Τόν ἄνθρωπο τῆς προσευχῆς, τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ, τό λειτουργό. Νύχτα καί ἡμέρα, δεκαετίες τώρα, χειμώνα - καλοκαίρι, μέ κρύο ἤ μέ ζέστη, τοῦτος ὁ Ναός δεχόταν τήν εὐεργετική του παρουσία, φωτιζόταν ἀπό τό ἄναμμα τῶν κανδηλιῶν τῆς εὐλάβειάς του, ἄκουε τά γράμματα τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν ἀπό τό στόμα του καί εὐωδίαζε ἀπό τό λιβάνι τοῦ θυμιατηρίου του.

Ὁ πατήρ Ἄνθιμος, πρέπει νά τό τονίσομε, ἦταν κατ' ἐξοχήν ἄνθρωπος λειτουργικός, ἀγαποῦσε τή Θεία Λειτουργία, τήν τέλεσε ἀμέτρητες φορές σέ μοναστήρια καί ἐνορίες, σέ παρεκκλήσια καί ἐξωκλήσια, σ' αὐτόν ἐδῶ τό Ναό, ἀλλά καί στό Ναό πού οἰκοδόμησε ἡ εὐγνωμοσύνη του στόν Ἅγιό του, τόν Ἅγιο Ἄνθιμο, τόν Ἅγιο πού ἰδιαιτέρως ἀγαποῦσε μαζί μέ τούς Ἁγίους Ἰσαποστόλους Κωνσταντῖνο καί Ἑλένη.

Ὁ πατήρ Ἄνθιμος ἦταν ὁ κληρικός μέ τήν ἱεροπρεπῆ παρουσία, ὁ κληρικός τοῦ ὁποίου ἡ καρδιά, ὅπως μαρτυροῦν οἱ πάντες, ἦταν γεμάτη ἀγάπη, κατανόηση καί στοργή. Εἶχε βαθειά πίστη στό Θεό, γι' αὐτό καί δέ φοβόταν οὔτε καί τό θάνατο, ὅπως μᾶς εἶπε μόλις προχθές ἀπό τό κρεβάτι τοῦ πόνου, δίνοντάς μας ἕνα μάθημα πίστεως καί ἐλπίδος στό Θεό. Δέν τόν φοβόταν ἀλλά παρακαλοῦσε νά ἔλθει «ἡ καλή του ὥρα», ὅπως ἔλεγε. Γιατί ἄλλωστε νά φοβᾶται τό θάνατο, ἀφοῦ καί γι' αὐτόν, ὅπως καί γιά κάθε ἄνθρωπο καί προπαντός γιά κάθε μοναχό, «τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλιπ. α΄, 21); Γιατί νά φοβᾶται τό θάνατο ἀφοῦ μιά ὁλόκληρη ζωή πίστευε καί κήρυττε ὅτι «Χριστὸς ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο».

Ὁ θάνατος ἀσφαλῶς καί δέν σημαίνει τό τέλος, τό φοβερό καί ἀξεπέραστο πού προκαλεῖ ἀπελπισία, ἐσχάτη ταπείνωση, συμφορά καί ἀπόγνωση, ἀλλά εἶναι ὕπνος, γενέθλια ἡμέρα γιά τόν οὐρανό. «Οὐκ ἔστιν οὖν, Κύριε, τοῖς δούλοις σου θάνατος, ἐκδημούντων ἡμῶν ἀπὸ τοῦ σώματος, καὶ πρὸς σὲ τὸν Θεὸν ἐνδημούντων, ἀλλὰ μετάστασις ἀπὸ τῶν λυπηροτέρων ἐπὶ τὰ χρηστότερα καὶ θυμηδέστερα, καὶ ἀνάπαυσις καὶ χαρά», ὅπως λέμε σέ μιά ἀπό τίς εὐχές τῆς Γονυκλισίας. Ἡ δύναμη τοῦ θανάτου νικήθηκε καί πατήθηκε μέ τό θάνατο τοῦ νικητῆ Χριστοῦ, τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν μοναχῶν, τοῦ Νυμφίου τῶν ψυχῶν τους. Καί αὐτό ὁ γέροντας τό γνώριζε καλά, πολύ καλά, καί εἶχε βαθιά μέσα του τήν ἐν Χριστῷ ἀποκαραδοκία τῆς αἰωνιότητας ἀπό τότε πού ἀναγεννήθηκε μέ τό δεύτερο βάπτισμα, τήν μοναχική του κουρά.

Ὁ πατήρ Ἄνθιμος ἐργάστηκε ὑποδειγματικά ὅπου κι ἄν τοῦ ζήτησε ἡ Ἐκκλησία. Ἀγόγγυστα σήκωσε τό σταυρό τῆς μαρτυρικῆς ἱερωσύνης του. Ἀθόρυβα, καί προπάντων ταπεινά, διακόνησε σέ πολλές ἐνορίες καί προσέφερε ἔργο πού μόνο ὁ Θεός καί ἴσως καί λίγοι ἄνθρωποι γνωρίζουν, ἀφοῦ, ὡς σωστός μοναχός, ὡς ἀληθινός καί γνήσιος καλόγηρος, φρόντιζε ἐπιμελῶς νά ἐνεργεῖ «ἐν τῷ κρυπτῷ» γιά νά τοῦ ἀποδώσει ὁ Πατήρ ὁ οὐράνιος «ἐν τῷ φανερῶ» (πρβλ. Ματθ. ς΄, 6). Γιά νά τοῦ πεῖ στή μεγάλη συνάντησή τους τό «εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ... εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου» (Ματθ. κε΄, 21), ἀφοῦ ἀποδείχθηκε πιστός στή διαφύλαξη τῆς παρακαταθήκης τῆς ἱερωσύνης του. Κι ἄν ὅμως ἐκεῖνος ἐπιμελῶς ἔκρυβε ὅσα ἔκανε, ὅσα μοχθοῦσε ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας, ἐκείνη ἡ φιλόστοργη Μητέρα πού γνωρίζει καλά πότε πρέπει νά τιμήσει καί νά ἐπαινέσει τά φίλεργα παιδιά της, ἔκρινε ὅτι ἔπρεπε νά τοῦ ἐπιδαψιλεύσει τήν εὐαρέσκειά της. Καί ἔτσι, ὄχι μοναχός ἁπλούς ἤ ἱερομόναχος, ἀλλά ἡγούμενος ἔγινε αὐτῆς τῆς Μονῆς εἰς διαδοχήν σπουδαίων ἡγουμένων, ὅπως ὁ Γαβριήλ Μαρινάκης καί ὁ γέροντάς του Διονύσιος Ψαρουδάκης, τόν ὁποῖο ἐθαύμαζε καί ὑπεραγαποῦσε καί στό κελλί τοῦ ὁποίου ἔζησε ἕως τέλους.

Ἀλλά καί ἡ Αὐτοῦ Θειοτάτη Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης μας κ.κ. Βαρθολομαῖος, τοῦ ἀπένειμε τό ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ἐπιβραβεύοντας τό ἦθος καί τήν μεγάλη του προσφορά. Καί σήμερα συμμετέχει προσευχητικά ἀπό τή Μητέρα Ἐκκλησία μετά τήν ὀφειλετική ἀπό μέρους μας ἀναγγελία τῆς ἐκδημίας τοῦ γέροντα. Καί μᾶς ἀνέθεσε τήν Ὑψηλή ἐκπροσώπησή Του καί τόν ἐκ μέρους Του ἀποχαιρετισμό.

Ἕνα τελευταῖο σημεῖο, πού μέ δυό λέξεις μόνο ἐπιθυμοῦμε νά ἀναφέρομε, ἦταν ἡ ἀρετή τῆς εὐγνωμοσύνης του σέ ὅλους τούς παλιούς γεροντάδες, τούς συμμοναστές του καί ἰδιαίτερα στόν μακαριστό προκάτοχό μας Ἀθανάσιο, τόν ὁποῖο ἕως τέλους ὑπηρέτησε ἀγόγγυστα καί τό ὄνομά του ἕως τέλους πρόφερε μέ βαθύτατο σεβασμό.  

Πολυσέβαστε καί πολυφίλητε γέροντα,

Μέ τήν μακαρία ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως σέ προπέμπομε σήμερα μέ τήν προσευχή μας στό Ἀρκάδι τοῦ Οὐρανοῦ, στό Ἀρκάδι τῆς ἀπάνω Κρήτης, ἐκεῖ πού σέ ὑποδέχεται ἡ Χαρά καί ἡ Ζωή τῆς ζωῆς σου, ὁ Ἡγούμενος τῶν ἡγουμένων, ὁ Δεσπότης μας Χριστός, γιά νά σέ καταστήσει λειτουργόν τοῦ οὐρανίου θυσιαστηρίου Του «ὥσπερ ἐπὶ γῆς».

Οἱ ἄνθρωποι πού σέ ἀγάπησαν καί τούς εὐεργέτησες πολλαπλά, οἱ ἀμέτρητοι προσκυνητές αὐτῆς τῆς Μονῆς, οἱ συμμοναστές σου καί οἱ συμπρεσβύτεροι ἀδελφοί, οἱ ἄνθρωποι πού ἐργάζονται γιά τή Μονή, σοῦ ἀποδίδομε μέ βαθειά τιμή καί συγκίνηση τόν τελευταῖο ἀσπασμό, σοῦ φιλοῦμε γιά ὕστατη φορά τό χέρι. Σέ ἀγκαλιάζει ἡ ἀγάπη καί ἡ εὐγνωμοσύνη ὅλων μας, ἰδιαίτερα ὅσων εὐλογήθηκαν, ὅσων ἁγιάσθηκαν, ὅσων ἐλεήθηκαν, ὅσων βαπτίσθηκαν, ὅσων στεφανώθηκαν, ὅσων μετάλαβαν ἀπό ἐσένα, ὅσων οἱ παλάμες γέμισαν ἀπό τό ἀντίδωρο τῆς ἀγάπης τῆς ἁγίας διακονίας σου, ὅσων χόρτασαν ἀπό τούς σεβεντούκους τοῦ φούρνου σου, ὅσων εὐεργετήθηκαν πολυειδῶς ἀπό σένα, ἀνεξάρτητα ἄν τό ἀναγνώρισαν ἤ ἄν μετά τήν εὐεργεσία λησμόνησαν τόν εὐεργέτη. Σέ ἀγκαλιάζει πρώτιστα ἡ εὐγνωμοσύνη τῶν καλῶν σου συγγενῶν, τῶν ἀδελφῶν καί ἀνιψιῶν σου, πού γι' αὐτούς ἤσουν ἀληθινά πατέρας καί δάσκαλος.

Σήμερα, λοιπόν, γέροντα, ὅλοι μας συναχθήκαμε ἐδῶ στό Μοναστήρι σου, στό Ἀρκάδι σου καί Ἀρκάδι μας, στό Ἀρκάδι τῆς Κρήτης καί τῆς Ἑλλάδας, στό Ἀρκάδι τῆς Οἰκουμένης, στό Ἀρκάδι τῆς καρδιᾶς μας, γιά νά δώσομε καί νά λάβομε συγγνώμη, γιά νά σοῦ δώσομε ἀσπασμό καί νά μᾶς δώσεις εὐλογία, μιά πού προσωρινά ἀποχωριζόμαστε.

Σέ εὐχαριστοῦμε γιά ὅ,τι ἔκαμες, γιά ὅ,τι προσέφερες στήν Ἐκκλησία, σέ εὐγνωμονοῦμε. Καί σέ παρακαλοῦμε γιά τελευταία φορά, μέ τή βεβαιότητα πού ἔχομε ὅτι ἀπέκτησες παρρησία στό Θεό, νά πρεσβεύεις γιά μᾶς, νά εὐλογεῖς τό μοναστήρι καί τόν τόπο μας, πού πολύ τόν ἀγάπησες καί πολύ σέ ἀγάπησε, νά προσεύχεσαι νά δώσει ὁ Θεός νά ἀνθίσει ξανά τό Ἀρκάδι σου καί Ἀρκάδι μας, νά ἀποκτήσει καί νέους μοναχούς πού θά ζοῦν μέ τό παράδειγμά σου, πού θά ἀγωνίζονται νά κρατήσουν τό μοναστήρι φάρο πνευματικό, φυλάκιο ὀρθόδοξης πίστης καί ζωῆς.

Νά προσεύχεσαι νά ἀποκτήσει τό Ἀρκάδι μοναχούς πού θά ἀνάβουν τό κανδήλι τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, τῶν τελειωθέντων ἡρώων τῆς ἀρκαδικῆς ἐθελοθυσίας καί τοῦ τάφου σου, καί θά μνημονεύουν τοῦ ὀνόματος καί τῆς ἀναστροφῆς σου.

Μ' αὐτούς τούς πενιχρούς λόγους, πού ἀποτελοῦν μικρή ἔκφραση τῆς καθολικῆς καί τῆς προσωπικῆς μας ἀναγνώρισης γιά τήν τετιμημένη διακονία σου στήν Ἐκκλησία, σέ ἀποχαιρετοῦμε μέ τήν προσδοκία τῆς κοινῆς Ἀναστάσεως καί μέ τήν ἐλπίδα τῆς νέας συνάντησής μας «ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ».

Αἰωνία σου ἡ μνήμη, Ἅγιε Καθηγούμενε, Πατέρα, Ἀδελφέ καί Φίλε Ἄνθιμε.

Καλά Χριστούγεννα, Γέροντα, στήν Βηθλεέμ τοῦ Οὐρανοῦ.

Ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου».

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση