iphone app
android app
iphone app android app
Παρασκευή 09 Δεκεμβρίου 2016
ΑΝΑΛΥΣΤ

Εκλογές ή προεδρολογία; - Analyst.gr


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης ασχολούνται με την προεδρολογία, ενώ κανείς Έλληνας δεν ενδιαφέρεται για το πρόσωπο του προέδρου. Θα έπρεπε να συζητάμε μια νέα διαπραγμάτευση για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση, με στήριξη κατ αρχήν ή και αποκλειστικά στις δικές της δυνάμεις.

Από τις 17 Νοεμβρίου γράφαμε, από αυτές εδώ τις στήλες με τον τίτλο Αλήθειες και ψέματα: «Tις πρόωρες εκλογές τις έχει αποφασίσει ο Σαμαράς, αλλά παριστάνει το αντίθετο. Η τρόικα μπορεί να είναι ένα εμπόδιο που χαλάει την προεκλογική σούπα και τα συνθήματα περί εξόδου από το μνημόνιο και άλλους τέτοιους «αισιόδοξους» ισχυρισμούς, αλλά μόλις ο Σαμαράς αισθανθεί ότι η κατάσταση δεν βελτιώνεται αλλά κάθε μέρα χειροτερεύει για το κόμμα του, θα επισπεύσει τις διαδικασίες. Η χώρα βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο, οι υπουργοί κλείνουν τα ρουσφέτια τους και το πελατειακό κράτος, δουλεύει σαν να μην υπάρχει αύριο.» Η υπενθύμιση δεν γίνεται για να δρέψουμε τις δάφνες της έγκυρης πρόβλεψης, των ελιγμών του Αντώνη Σαμαρά, αλλά για λόγους μεθοδολογίας. Αν η ανάλυσή μας ήταν έγκυρη  στο ένα σημείο, δεν μπορεί παρά να είναι το ίδιο έγκυρη και στα υπόλοιπα σημεία που συνδέονται.

Στις 8 Οκτωβρίου, γράφαμε από αυτή τη θέση και τα εξής: «Η κατάσταση αυτή δεν έχει διαλάθει της προσοχής της Μέρκελ ή του ΔΝΤ, γιατί έχουν εδώ τους ανθρώπους τους και παρακολουθούν απευθείας την Ελλάδα. Δεν στηρίζονται στην «ενημέρωση» του Αντώνη Σαμαρά. Ορθολογικά, ακόμα κι αν ήθελε να κάνει υποχωρήσεις για να θεραπεύσει έστω την ανθρωπιστική κρίση στη χώρα, δεν θα το κάνει για να διασώσει το καμένο χαρτί του Σαμαρά και του Βενιζέλου οι οποίοι δεν εκφράζουν κάποιο πλειοψηφικό ρεύμα στη χώρα. Πολύ περισσότερο που οι τραπεζίτες διαβεβαιώνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συνιστά απειλή για το κοινωνικό και οικονομικό καθεστώς».

Στο ίδιο άρθρο αναλύοντας τις επιδιώξεις του Αντώνη Σαμαρά, γράφαμε ότι έχει τρείς στόχους κυρίως επικοινωνιακού χαρακτήρα:

1. Το τέλος του μνημονίου

2. Την θεσμοθέτηση φοροαπαλλαγών

3. Την εξεύρεση αναπτυξιακών κονδυλίων.

Από τους τρείς αυτούς στόχους, οι οποίοι θα του επέτρεπαν να διεκδικήσει μια αξιοπρεπή ήττα, δεν πέτυχε κανέναν. Γιατί μόλις οι δανειστές και κυρίως ο Σόϊμπλε που χαράζει την πορεία και καθοδηγεί από μακριά τις διαπραγματεύσεις, κατάλαβαν ότι ο Σαμαράς δεν μπορεί να κερδίσει τις επόμενες εκλογές, δεν του παραχώρησαν, όχι μόνον αναπτυξιακά κονδύλια, όχι χαλάρωση της λιτότητας, αλλά ούτε τη ρητορική του τέλους του μνημονίου. Με άλλα λόγια Σαμαράς και Βενιζέλος αντιμετωπίζονται πλέον ως στημένες λεμονόκουπες από τη γερμανική ηγεμονία, γιατί έχασαν την ικανότητα να σέρνουν τον ελληνικό λαό από τη μύτη, και να νομιμοποιούν τις αποφάσεις τους.

Με τον ίδιο τρόπο, αντιμετώπισαν τον Γιώργο Παπανδρέου στη Σύνοδο Κορυφής των Καννών, όταν τους ανακοίνωσε την αδυναμία του να κυβερνά πλέον και την ανάγκη να καταφύγει σε δημοψήφισμα, είτε για να νομιμοποιηθούν οι ως τότε αποφάσεις που είχαν ληφθεί ερήμην του ελληνικού λαού, είτε για να αποδοκιμαστούν και να γίνει νέα διαπραγμάτευση. Αυτό σήμαινε, (αν το αποδέχονταν) ότι δεν είναι μονόδρομος η διάσωση των τραπεζών με χρήματα των φορολογουμένων και ότι υπάρχει και άλλος δρόμος, η διαγραφή των χρεών με πολιτική απόφαση, γιατί το χρέος είναι πολιτικό μέγεθος. Και ο Παπανδρέου και ο Σαμαράς, έκαναν το ίδιο λάθος εκτίμησης. Υπέθεσαν ότι οι δανειστές θα προτιμούσαν το «μικρότερο κακό» κατά την κρίση τους. Να συνεχίσουν την αφαίμαξη της Ελλάδας, με αργότερους ρυθμούς, ώστε να αντέξει η κοινωνία και να μην προκληθεί κοινωνική εξέγερση. Για τους δανειστές όμως δεν ήταν αυτό το μικρότερο κακό. Τυχόν παραδοχή εκ μέρους τους ότι το χρέος συνιστά πολιτικό μέγεθος, θα τους υποχρέωνε να ακολουθήσουν την ίδια πολιτική και στο εσωτερικό των χωρών τους. Εκεί μπορεί οι ρυθμοί αφαίμαξης του εισοδήματος των πολιτών μέσω του κράτους να είναι μικρότεροι σε σύγκριση με της Ελλάδας, αλλά πάντως είναι μεγάλοι και κυρίως όλα αυτά τα χρήματα καταλήγουν στις τράπεζες και κόβονται από το κοινωνικό κράτος.

Για παράδειγμα στη Γερμανία, τα έσοδα του δημοσίου ήταν (το 2009) περίπου 270 δις ευρώ, και το σύνολο των δαπανών που επιστρέφουν με κάποια μορφή στους πολίτες ήταν 230 δις ευρώ. Η διαφορά των 40 δις ευρώ καταλήγει στις τράπεζες μέσω των τόκων που πληρώνονται για δάνεια που λαμβάνει από τις τράπεζες και που την ίδια χρονιά ήταν μόνον 10 δις ευρώ. Αυτά τα ποσά μπορεί να είναι μικρά ως ποσοστά του γερμανικού ΑΕΠ, αλλά είναι μεγάλα ως απόλυτα νούμερα και αποφέρουν ανάλογα κέρδη στις τράπεζες οι οποίες χορηγούν αυτά τα δάνεια στο γερμανικό δημόσιο με «γερμανικά» επιτόκια. Στη Γερμανία αυτά είναι τα δάνεια μόνον της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, γιατί υπάρχουν πολύ μεγαλύτερα, είτε από τα ομόσπονδα κρατίδια, είτε από τους δήμους, είτε από την KFW την κεντρική αναπτυξιακή τράπεζα, η οποία ασκεί όλη την χρηματοδοτική πολιτική του κράτους, όπως στην Ελλάδα το κάνει η κεντρική κυβέρνηση. Μιλάμε δηλαδή για τεράστιες ποσότητες χρήματος κάθε χρόνο, οι οποίες δεν βγαίνουν από κανένα θηραυροφυλάκιο, αλλά κόβονται από αέρα κοπανιστό και αποδίδουν πραγματικό πλούτο στους τραπεζίτες. Κι επειδή κανείς πολίτης δεν θα έδινε εθελοντικά τα χρήματά του στους τραπεζίτες, παρεμβαίνει το κράτος και τα εισπράττει ως φόρους από τους πολίτες και τα αποδίδει ως τόκους στους τραπεζίτες.

Το γερμανικό κράτος βρίσκεται σε αρμονική συνεργασία με τους Γερμανούς τραπεζίτες, γιατί οι μεν τραπεζίτες έχουν την υποστήριξη του κράτους στις δουλειές τους, αλλά και επιστρέφουν ισχύ στο κράτος τους, χρησιμοποιώντας τα οικονομικά όπλα μαζικής καταστροφής, για να βοηθήσουν το κράτος να πετύχει τους στρατηγικούς του στόχους για ηγεμονία στην Ευρώπη. Η συνέχιση της κερδοφορίας των τραπεζών είναι το μείζον γι αυτούς, και φυσικά η μη αμφισβήτηση της θέσης που έχουν μέσα στην οικονομία και της δυνατότητας να αποκομίζουν ιδιωτικά κέρδη από την εκμετάλλευση της τραπεζικής πίστης η οποία είναι συλλογικό αγαθό και οφείλεται κυρίως στις καταθέσεις των πολιτών και στην εγγύηση του κράτους.

Επομένως το «μικρότερο κακό» για τον Παπανδρέου και για τον Σαμαρά, είναι το «μείζον κακό» για τους τραπεζίτες και για την κυβέρνηση της Γερμανίας. Αυτό είναι ολοφάνερο, αν σκεφτούμε ότι το συμφέρον του δανειστή είναι ακριβώς το αντίθετο από το συμφέρον του δανειζόμενου. Ο δανειστής θέλει να ανταλλάξει τη φούσκα του χρέους (στη δημιουργία του οποίου κατέχει το μονοπώλιο) με πραγματικό πλούτο που είναι είτε ακίνητα, είτε μετοχές επιχειρήσεων είτε η εργασία και η περιουσία την οποία έχουν στα χέρια τους οι πολίτες. Ο δανειζόμενος, έχει συμφέρον από τον πληθωρισμό του χρήματος γιατί έτσι ελαφραίνει το χρέους του κατά το ποσοστό του πληθωρισμού, δηλαδή δίνει μικρότερη ποσότητα πραγματικού πλούτου (εργασίας ή περιουσίας) για την εξόφληση της φούσκας του χρέους.

Η μικρή αυτή «παρεξήγηση» εξηγεί το άδειασμα του στενού άμεσου συνεργάτη της Μέρκελ και του Σόϊμπλε (και έμμεσου στενού συνεργάτη των τραπεζιτών) αμέσως μόλις εκείνος αδυνατεί να εξυπηρετήσει πλέον τα συμφέροντά τους. Τους είναι πλέον άχρηστος. Γιατί οι τραπεζίτες έχουν ανάγκη την νομιμοποίηση των ενεργειών τους από μια νόμιμη κυβέρνηση. Ακόμα δεν αποφάσισαν να εισβάλουν με τα τάνκς και να επιβάλουν τα συμφέροντά τους με ωμό τρόπο, όπως στη δεκαετία του 1940. Ποιος κατέχει το κλειδί της νομιμοποίησης των περαιτέρω ενεργειών τους; Ο φερόμενος ως νικητής των επόμενων εκλογών, δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Τσίπρας το έχει καταλάβει και το είπε δημοσίως, ότι η τρόϊκα ήδη διαπραγματεύεται με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Σαμαράς και ο Βενιζέλος αποτελούν παρελθόν και πλέον η μοναδική τους χρησιμότητα για τους δανειστές είναι να μειώσουν το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, σπέρνοντας τον φόβο και επαναλαμβάνοντας στο εσωτερικό τα δικά τους επιχειρήματα. Δεν θα ήταν κομψό να αναμιχθούν άμεσα στην εσωτερική πολιτική οι ξένοι πολιτικοί. Και ενδεχομένως να προκαλούσαν τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα. Εγκαταλείπουν λοιπόν τον Σαμαρά και περιμένουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων τον Τσίπρα για να του δείξουν τα δόντια τους.

Απέσυραν από το τραπέζι και την υπόσχεση ελάφρυνσης του χρέους που είχαν λάβει στο Συμβούλιο Κορυφής του Δεκεμβρίου 2014 ώστε να το εξαργυρώσουν με αντίστοιχες υποχωρήσεις της Ελλάδας, δηλαδή του Τσίπρα ο οποίος θα την εκπροσωπεί. Τα όπλα των δανειστών με τα οποία κατέβαλαν τον Παπανδρέου και τον Σαμαρά, είναι διαθέσιμα στο τραπέζι και μάλιστα ισχυρότερα. Για παράδειγμα ισχύει το αγγλικό δίκαιο έναντι του ελληνικού. Κάτοχοι του χρέους είναι τα κράτη και όχι ιδιωτικές τράπεζες. Κατά βάση όμως η διαπραγμάτευση παραμένει η ίδια με τη Γερμανία να είναι η χώρα η οποία αντιδρά σε οποιαδήποτε πολιτική λύση του προβλήματος του χρέους.

Αν η Γερμανία αποφάσιζε να αποδεχθεί την πολιτική λύση του χρέους για όλη την ευρωζώνη, τότε η λύση θα ήταν ευχερέστερη και προς όφελος όλων των ευρωπαϊκών κρατών και λαών. Είναι η μόνη λύση που θα υιοθετούσαν έντιμες κυβερνήσεις οι οποίες  δεν θα ήθελαν οι φορολογούμενοι πολίτες τους να είναι αιχμάλωτοι των τραπεζιτών και με την εργασία τους να έχουν αναλάβει το Σισύφειο έργο της πληρωμής ενός χρέους που δεν μπορεί ποτέ να πληρωθεί, γιατί δεν υφίσταται τόσο χρήμα στην οικουμένη, δεδομένου ότι είναι μια φούσκα η οποία γεμίζει με αέρα κοπανιστό. Δεν ζούμε όμως ούτε σε μια τέτοια εποχή, ούτε σε μια τέτοια Ευρώπη, ούτε διαθέτουμε μια τέτοια κυβέρνηση, η οποία στηριζόμενη σε έναν καλά ενημερωμένο λαό, θα έδινε αυτή τη μάχη. Αυτό το έκαναν άλλοι λαοί, όπως της Αργεντινής, της Ρωσίας, του Ισημερινού, της Ισλανδίας, ή το επέβαλαν για λογαριασμό τους οι Αμερικανοί όπως στις περιπτώσεις του Ιράκ και της Αιγύπτου. Πάντως δεν υιοθετείται για την ευρωζώνη.

Στο εσωτερικό της ευρωζώνης, γίνονται διάφορα σχέδια για έναν αποδεκτό τρόπο αναδιάρθρωσης του χρέους, όπως το σχέδιο PADRE το οποίο δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2014. Το σχέδιο ΠΑΤΕΡΑΣ, (PADRE σημαίνει τον πατέρα σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες και προέρχεται από τα λατινικά, τα οποία χρησιμοποίησαν την ελληνική λέξη «πάτερ») όπου τα αρχικά σημαίνουν Politically Acceptable Debt Restructuring in the Eurozone, δηλαδή έναν «πολιτικά αποδεκτό τρόπο αναδιάρθρωσης του χρέους στην ευρωζώνη», όπως και οι διάφορες παραλλαγές του, αναζητά τρόπους με τους οποίους σε τελική ανάλυση θα αναβληθεί για το μέλλον η αποπληρωμή των μη βιώσιμων χρεών, όταν η οικονομική ανάπτυξη θα το καταστήσει εφικτό. Προσπαθεί δηλαδή και να κρατήσει τον σκύλο χορτάτο και την πίττα αφάγωτη. Να δώσει ελπίδες σε όσους επιθυμούν μια πολιτική λύση διαγραφής του χρέους στο μέλλον, και να παρηγορήσει όσους λένε ότι τα χρέη πρέπει να πληρώνονται ασχέτως των επιπτώσεων δηλαδή τη χρεοκοπία χωρών και μια νέα τραπεζική κρίση.

Το σχέδιο ξεκινά από την διαπίστωση ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν συσσωρεύσει μη βιώσιμο χρέος. Το μη βιώσιμο εδώ  νοείται όχι με την έννοια ότι τα κράτη έχουν πτωχεύσει, αλλά με την έννοια ότι δεν έχουν τεχνικά το χρόνο για να αντλήσουν επαρκείς πόρους και να εξυπηρετήσουν το χρέος. Άρα έχουν ένα πρόβλημα ρευστότητας και όχι αφερεγγυότητας. Εδώ το μη βιώσιμο σημαίνει ότι αν και η κρίση έχει περάσει, αρκετές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν ένα τέτοιο βάρος χρέους, που ανακόπτει την οικονομική ανάπτυξη και δεν μπορεί να περιμένει την κυκλική ανάπτυξη (άλλη μια δογματική υπόθεση) για να πληρωθεί. Το συμπέρασμα είναι ότι τα δημόσια χρέη πρέπει να αναδιαρθρωθούν.

Η αναδιάρθρωση του ευρωπαϊκού χρέους όμως είναι το κατεξοχήν ζήτημα που προκαλεί συγκρούσεις με ιδεολογικές αφετηρίες στην Ευρώπη. Το κύριο δόγμα τραπεζιτών και Γερμανών πολιτικών (και όχι μόνον γιατί ακολουθούνται από ολόκληρο εσμό νεοφιλελεύθερων πολιτικών) είναι ότι οι Ευρωπαϊκές χώρες δεν χρεοκοπούν. Δεν πτωχεύουν. Αυτή η άποψη φυσικά έρχεται σε σύγκρουση με την μακρά ιστορία της Ευρώπης, η οποία είναι γεμάτη με χρεοκοπίες, πτωχεύσεις και αναδιαρθρώσεις χρέους. Το πιο κρίσιμο είναι ότι αυτή η άποψη αγνοεί το κόστος μιας αναδιάρθρωσης και βεβαιώνει ότι οποιαδήποτε αναδιάρθρωση οδηγεί σε τραπεζική κρίση και μετάδοσή της στις άλλες χώρες. Μια ορθολογική προσέγγιση επομένως πρέπει να εξισορροπεί τα υπέρ και τα κατά της κάθε επιλογής και το συμπέρασμα είναι ότι το δημόσιο χρέος πρέπει να αναδιαρθρωθεί. Η άλλη αντίρρηση είναι πολιτική, δηλαδή ότι οι χώρες που έχουν το μικρότερο χρέος στην ευρωζώνη, αρνούνται να πληρώσουν για λογαριασμό των υπερχρεωμένων χωρών. Οι ίδιες χώρες έχουν αποφασίσει να μην προκαλέσουν άλλη μια τραπεζική κρίση. Αυτές είναι οι αφετηρίες του σχεδίου PADRE.

Το σχέδιο είναι απλό. Δημιουργείται μια υπηρεσία, η οποία αγοράζει στην ονομαστική του αξία ένα μέρος από το υπάρχον χρέος και το διατηρεί στην κατοχή της με μηδενικό επιτόκιο. Πρακτικά έτσι το χρέος αυτό εξαφανίζεται. Η υπηρεσία αυτή, δανείζεται τα χρήματα για την αγορά, από τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Καθώς πληρώνει κάποια επιτόκια γι αυτά τα χρήματα, αλλά δεν εισπράττει αντίστοιχα επιτόκια, αυτό είναι το κόστος της αναδιάρθρωσης. Αυτό το κόστος είναι περίπου 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ για το κύριο παράδειγμα που θα αφορά το 50% του υπάρχοντος χρέους.

Ως κατάλληλη υπηρεσία προτείνεται η ΕΚΤ γιατί έχει τους απαραίτητους πόρους, γιατί οι κεντρικές τράπεζες δεν ανησυχούν για τα κεφάλαιά τους και έχουν μια μοναδική αξιοπιστία και μπορούν να αντέξουν μεγάλες απώλειες. Επίσης η ΕΚΤ περνάει τα κέρδη της στις χώρες μέλη της ευρωζώνης και το ίδιο θα κάνει με τις ζημιές της. Αυτό που δεν λέγεται, αλλά είναι σαν να κλείνουν το μάτι σε όσους διαβάζουν την πρόταση, είναι ότι αν στο μέλλον η ΕΚΤ αποφασίσει να κόψει νέο χρήμα από το μηδέν, χωρίς κόστος, τότε μπορεί να διαγράψει από τον ισολογισμό της αυτό το χρέος χωρίς να κάνει καμιά ανακοίνωση σε κανέναν κάποια στιγμή στο μέλλον. Η διακηρυγμένη όμως πεποίθηση είναι ότι δεν θα κοπεί νέο χρήμα, χωρίς χρέος, αλλά ότι η δουλειά αυτή θα γίνει με δανεικό χρήμα από τις αγορές, επομένως οι τραπεζίτες όχι μόνον είναι πλήρως εξασφαλισμένοι, όχι μόνον θα αγοραστούν τα ομόλογα στην ονομαστική τους τιμή, αλλά και ότι οι τραπεζίτες θα παίρνουν και 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο ως καθαρό κέρδος με μηδενικό ρίσκο. Θα είναι άλλο ένα δωράκι από τους φορολογούμενους προς τους τραπεζίτες και είναι όλοι ικανοποιημένοι.

Πάνω σε αυτή την ιδέα ο κάθε πανεπιστημιακός και ο κάθε πολιτικός, αλλά και ο κάθε δημοσιογράφος, μπορεί να διατυπώσει μια δική του παραλλαγή, όπως για παράδειγμα ο Μηλιός ο Λαπατσιώρας  και ο Σωτηρόπουλος οι οποίοι προτείνουν να αγοραστεί το υπερβάλον χρέος και να απομείνει στις κυβερνήσεις χρέος έως το 50% του ΑΕΠ, ώστε να είναι βιώσιμο.

Είναι άλλη μια αυθαίρετη κατηγοριοποίηση που ισχυρίζεται χωρίς καμία τεκμηρίωση ότι όταν το χρέος είναι 50% του ΑΕΠ, γίνεται βιώσιμο.  Πάντως είναι μια άσκηση επί χάρτου που μας δίνει απάντηση, σε πόσα χρόνια μπορεί το χρέος να επαναγοραστεί από τα κράτη, όταν θα έχει μειωθεί στο 20% του ΑΕΠ. Τέτοιες ασκήσεις μπορούν να γίνουν εκατοντάδες, ή χιλιάδες, ανάλογα με την χώρα προέλευσης (τα κρατικά συμφέροντα) ή τον ιδεολογικό προσανατολισμό του ασκούμενου. Άλλωστε και το σχέδιο PADRE αν εφαρμοστεί, τότε δεν λύνει το πρόβλημα της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Ιρλανδίας, αφού μένουν με χρέος που ξεπερνά το 80% του ΑΕΠ. Για τις τρείς αυτές χώρες θα πρέπει να εφαρμοστεί μια διαγραφή χρέους, για να μπορούν να επωφεληθούν από την εφαρμογή (αν ποτέ γίνει) μιάς παραλλαγής του σχεδίου PADRE.  

Κι ενώ αυτό είναι το διακύβευμα, τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης ασχολούνται με την προεδρολογία, ενώ κανείς Έλληνας δεν ενδιαφέρεται για το πρόσωπο του προέδρου. Οι Έλληνες ενδιαφέρονται όχι για το αν θα είναι πρόεδρος ο Σταύρος Δήμας ή ο Μανώλης Γλέζος, αλλά αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα δώσει πίσω τον 13ο μισθό και σύνταξη, αν θα καταργήσει τον ΕΝΦΙΑ, αν  μπορεί να αποκαταστήσει τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και συμβάσεις σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενδιαφέρεται αν θα εφαρμοστεί κάποιο πρόγραμμα για την καταπολέμηση της ανεργίας και αν αυτό θα ισχύσει και για την Ελλάδα.

Προσωπικά κρίνω τις εκλογές ως απαραίτητες για να ξεκαθαρίσει το τοπίο και ως ευκαιρία για να αποκτήσει ο απλός πολίτης μια κυβέρνηση που θα τον θεωρεί εντολέα της, αντί για την γερμανική ηγεμονία ή για τους τραπεζίτες που δεν ελέγχονται και δεν φορολογούνται από καμιά κυβέρνηση. Η μόνη εναλλακτική επιλογή που έχει σύμφωνα πάντα με τα μέσα ενημέρωσης, είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Με άλλα λόγια η προεπιλογή έχει γίνει από το σύστημα για λογαριασμό των πολιτών, χωρίς τους πολίτες.  Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποδεχθεί αυτή την προεπιλογή και ελπίζει να γίνει αποδεκτός ως ο μελλοντικός συνομιλητής της τρόϊκας. Το ζητούμενο όμως δεν είναι αυτό, αλλά η κατάργηση του προσβλητικού θεσμού της τρόϊκας, η οποία υπαγορεύει στις κυβερνήσεις τι να κάνουν. Η συζήτηση έχει ξεπεράσει το θεμελιώδες που είναι αν θα υπάρξει κάποια οικονομική ένωση, με ενιαίους φόρους και ενιαίες δαπάνες. Με μόνιμες ροές χρηματικών πόρων από τις πλεονεκτικές προς τις μειονεκτικές περιοχές. Με επιδίωξη μηδενικής ανεργίας ταυτόχρονα με την όποια οικονομική αύξηση.

Με απλά λόγια θα έπρεπε να συζητάμε μια νέα διαπραγμάτευση για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση, με στήριξη κατ αρχήν ή και αποκλειστικά στις δικές της δυνάμεις. Η συζήτηση για το χρέος και για τους όρους των δανειστών για να μας δώσουν νέα δάνεια με τα οποία θα πληρώσουμε τα παλιά δάνεια, πρέπει να μετατοπιστεί στις εσωτερικές σελίδες των οικονομικών εφημερίδων. Η συζήτηση για το χρέος στρέφει τη συζήτηση σε λάθος κατεύθυνση. Κάθε πρόταση που κατατίθεται ή μπορεί να υιοθετηθεί από την ΕΕ μεγαλώνει το πρόβλημα και δεν το επιλύει και πάντως παραπλανά τους πολίτες. Η όποια μελλοντική διαπραγμάτευση, πρέπει να ξεκινά με τη φράση: Δεν θέλουμε άλλα δάνεια, εκτός κι αν προορίζονται για κάποια αναπτυξιακή επένδυση. Αν πρόκειται για δικά σας δάνεια, για να πληρωθείτε εσείς για τις επιπτώσεις του PSI το οποίο ήταν δική σας ιδέα, έμπνευση και υλοποίηση, δεν μας αφορά. Βρείτε την μεταξύ σας, συμφωνείστε την και πληρωθείτε, αλλά μην μας στέλνετε τον λογαριασμό, γιατί το χρέος δεν είναι βιώσιμο. Ούτε ήταν στο 120% του ΑΕΠ, ούτε  είναι στο 170% του ΑΕΠ ούτε θα είναι αύριο στο 80% αν βρείτε κάποια λύση. Μας ενδιαφέρει, θα προτείνουμε κι εμείς ένα σχέδιο, αλλά είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα και πρέπει να λυθεί ευρωπαϊκά. Εμείς θα συμμεριστούμε τη λύση που θα υιοθετήσουμε κατά το ποσοστό μας στην ΕΚΤ, ή κατά το ποσοστό του ευρωπαϊκού χρέους που μας αφορά. Δηλαδή το 3%. Δεν θέλουμε ούτε εσείς να πληρώσετε το χρέος μας, ούτε να αποκτήσουμε νέο χρέος που θα πληρώσουν τα εγγόνια μας. Μέχρι τότε, προσπαθούμε να βγούμε από την ύφεση, να επιστρέψουμε στην ανάπτυξη, δηλαδή να δημιουργήσουμε νέες θέσεις εργασίας, για κάθε Έλληνα και κυρίως για τους νέους ώστε να σταματήσει η διαρροή στο εξωτερικό του πιο υγιούς δυναμικού μας. Αυτοί οι άνθρωποι είναι η περιουσία μας και όχι τα ακίνητα του ΤΑΙΠΕΔ.

www.analyst.grΑντώνης Κοκορίκος

© Copyright 2014 — Analyst.gr. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση / αναπαραγωγή περιεχομένων του παρόντος website με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια των εκδοτών.

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση