iphone app
android app
iphone app android app
Πέμπτη 08 Δεκεμβρίου 2016
ΣΟΦΙΑΝΟΣ - ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΤΡΑΚΗ

Ομιλία Ν. Σοφιανού για τον Μ. Κατράκη


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

Στην κατάμεστη αίθουσα συνεδρίων στην έδρα της ΚΕ του ΚΚΕ στον Περισσό πραγματοποιήθηκε το Σάββατο το απόγευμα η εκδήλωση τιμής στον Μάνο Κατράκη. Πλήθος κόσμου τίμησε με την παρουσία του την εμβληματική μορφή του καλλιτέχνη και αγωνιστή που μετά το θάνατό του, 30 χρόνια πριν, εξακολουθεί να προσφέρει έμπνευση και δύναμη, να αποτελεί ένα ολοζώντανο υπόδειγμα στρατευμένου καλλιτέχνη, συνεπούς κομμουνιστή. Στην εκδήλωση παραβρέθηκε και ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας.

Ακολουθεί η ομιλία του Νίκου Σοφιανού, μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ στην εκδήλωση τιμής της ΚΕ του ΚΚΕ για τον Μάνο Κατράκη:

«Αγαπητοί προσκαλεσμένοι,

Αγαπητοί φίλοι και σύντροφοι,

Η ΚΕ του Κόμματός μας διοργανώνει τη σημερινή εκδήλωση τιμής στο σύντροφο Μάνο Κατράκη με τη συμπλήρωση 30 χρόνων από το θάνατό του το φετινό Σεπτέμβρη.

Ακούσαμε στη έναρξη της εκδήλωσής μας τη συγκλονιστική αφήγησή του στο ποίημα - θρήνο του Λόρκα για τον φίλο του ταυρομάχο που σκοτώθηκε στη αρένα. Θα δανειστούμε κι εμείς το στίχο του ποιητή «Χρόνια θ' αργήσει να φανεί, αν θα φανεί ποτέ του, τέτοιος καθάριος, ζωντανός, ζεστός Ανδαλουσιάνος».

Ο Κατράκης βέβαια ήταν Κρητικός. Στα προτερήματα του σπουδαίου αυτού τεχνίτη δεν προσμετρώνται μόνο τα δώρα που του χάρισε απλόχερα η φύση, η ολύμπια φωνή, το αρχοντικό παράστημα, το καλλιτεχνικό ένστικτο και ταμπεραμέντο, αλλά κυρίως οι ψυχικές αρετές, που σμιλεύτηκαν κι ωρίμασαν κοπιαστικά και με θυσίες από τα νεανικά του χρόνια στο καμίνι της ταξικής πάλης και της έντονης ζωής του. Πάθος για το δίκιο και τη ζωή, αντρειοσύνη αλλά και πλούσιο συναίσθημα και τρυφερότητα, ατσάλινη θέληση κι εργατικότητα, γενναιοφροσύνη κι ανθρωπιά, ένας χείμαρρος ψυχικών δυνάμεων δίνει λαλιά στο αηδόνι της τέχνης του και είναι αυτές που τον έκαναν ξεχωριστό, ανεπανάληπτο. «Μες τη φωνή σου πέντε αηδόνια, τρεις αητοί κι ένα λιοντάρι δένουν τη φιλία του κόσμου», όπως γράφει ο Γιάννης Ρίτσος - που σαν συνομήλικος και καρδιακός φίλος του τον γνώριζε καλά - στο ποίημα για τα 50 χρόνια του στο θέατρο.

Το ταλέντο του αυτοδίδαχτου Κατράκη εκδηλώθηκε απ' τα 18 του χρόνια. Στην ηλικία των 23 χρόνων επιλέχτηκε από τον καινοτόμο, στα τότε θεατρικά δεδομένα της χώρας, σκηνοθέτη και κριτικό θεάτρου Φώτο Πολίτη για το θίασο του νεοϊδρυμένου Εθνικού Θεάτρου, δίπλα σε ήδη καταξιωμένους ηθοποιούς όπως ο κορυφαίος Αιμίλιος Βεάκης, η Ελένη Παπαδάκη, ο Γιώργος Γληνός, η Σαπφώ Αλκαίου. Από τη δεκαετία του '30 ήταν ολοφάνερο απ' τη θερμή υποδοχή κάθε νέας του εμφάνισης, πως μια λαμπρή καριέρα ξανοίγονταν μπροστά του. Είχε όλες τις προδιαγραφές για να ζήσει μια άνετη ζωή, μακριά από τις αγωνίες και τις ανάγκες του καταπιεσμένου λαού, απολαμβάνοντας τις τιμές και τις δόξες των εκλεκτών της εξουσίας. Όμως ο Κατράκης προτίμησε να μείνει άνθρωπος. Διάλεξε συνειδητά και με επίγνωση των συνεπειών τράβηξε σταθερά ως το τέλος τον πιο δύσβατο, αλλά το μόνο δρόμο που δίνει νόημα στη ζωή και μεγαλείο στην τέχνη, το δρόμο της στράτευσης στο πιο υψηλό ιδανικό της ανθρωπότητας, το ιδανικό της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Στη Γερμανική Κατοχή πήρε ανάμεσα στους πρώτους δραστήρια μέρος στη μάχη της λαϊκής οργάνωσης και πάλης μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και λίγο αργότερα, το 1943, του Κομμουνιστικού Κόμματος. Για την αγονάτιστη ψυχή του το αστικό κράτος τον παρασημοφόρησε με απόλυση από το Εθνικό Θέατρο το 1947, κράτηση στα μπουντρούμια της ασφάλειας και εξορία από το 1948 ως το Φλεβάρη του 1952 στην Ικαρία, τη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη.

Η εξορία και οι βασανισμοί ωστόσο, αντί για την επιζητούμενη «ανάνηψη», ισχυροποίησαν την πολιτική και ιδεολογική συγκρότηση του Μάνου Κατράκη, που ρούφηξε όλη τη γνώση και την πείρα από τον συγκεντρωμένο στους άγριους αυτούς τόπους ανθό του ελληνικού λαού. Εκεί πλάι στο Ρίτσο, τον Ιμβριώτη, το Σαράφη κι άλλους πολλούς επώνυμους και ανώνυμους συντρόφους ένιωσε πόσο μεγάλος είναι ο άνθρωπος και έδωσε τον καλύτερό του εαυτό για να κρατηθεί ψηλά το αγωνιστικό φρόνημα των εξόριστων και να λάμψει το μεγαλείο της ανθρωπιάς τους. Με την υποδειγματική γενναιότητα και την αλύγιστη στάση του απέναντι στους βασανιστές, αλλά και με την τρυφερή, την εμψυχωτική κουβέντα και συμπαράσταση προς τους «ανήμπορους και πικραμένους, που δεν είχαν τη δική του αντρειά», όπως γράφει ο Ρίτσος, σαν αληθινός καλλιτέχνης της ζωής, είχε γίνει ένας από τους φάρους του τιτάνιου αγώνα των πολιτικών κρατούμενων για να νικήσουν τον πόνο, την ταπείνωση, το θάνατο. Σ' αυτή την υπόθεση έταξε και την υποκριτική τέχνη του ειδικά στον Άη Στράτη, όπου -σε αντίθεση με τη Μακρόνησο- τα λιγοστά ψήγματα ελευθερίας επέτρεψαν στην κοινότητα των εξόριστων να ανεβάσουν υψηλού επιπέδου θεατρικές παραστάσεις ανεξάρτητες από τις επιθυμίες και τις παρεμβάσεις της Διοίκησης.

Μετά την επιστροφή του από την εξορία, ούτε το στίγμα του «αντεθνικού μιάσματος», ούτε οι κάθε είδους αποκλεισμοί και η εχθρότητα του αστικού κράτους τον εμπόδισαν να επιβληθεί και πάλι στη θεατρική σκηνή. Το αντίθετο μάλιστα η περίοδος αυτή είναι από τις πιο γόνιμες και δημιουργικές της σταδιοδρομίας του, καθώς στην τέχνη του βρίσκει την τελειότερη έκφρασή του το καταστάλαγμα των γνώσεων που αποκτήθηκαν και των διεργασιών που συντελέστηκαν στη συνείδησή του στα χρόνια της εξορίας. Την περίοδο αυτή (1952-1967) καταξιώνεται ως ένας από τους κορυφαίους και πιο λαοφιλείς πρωταγωνιστές και το σπουδαιότερο, πραγματοποιεί το όραμά του να ιδρύσει ένα θέατρο σύμφωνο με τις ιδεολογικές και αισθητικές του πεποιθήσεις, το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο (ΕΛΘ).    

Το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο αποτέλεσε τομή στη θεατρική ιστορία του τόπου μας. Εμπνευσμένο από το θέατρο της εξορίας και το Λαϊκό Θέατρο του Βασίλη Ρώτα είχε ως θεμελιακή επιδίωξή του να αναδείξει μια διαφορετική- από την σαλονάτη αστική - θεατρική τέχνη, την τέχνη που ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τα συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων. Μέσα απ΄ αυτή την τέχνη ο Κατράκης φιλοδοξούσε να καλλιεργηθεί και να διαπαιδαγωγηθεί αισθητικά και πολιτικά το μεγάλο λαϊκό κοινό, που ως τότε ήταν αποκλεισμένο από το «καλό», το μη εμπορικό, θέατρο.  

Το εγχείρημα βρήκε μεγάλη ανταπόκριση στο λαϊκό κόσμο, που το αγκάλιασε με ζέση τόσο στην Αθήνα, όσο και στις περιοδείες στις επαρχιακές πόλεις. Στο ρεπερτόριό του θεάτρου εκτός από τα πλατιά δημοφιλή ηθογραφικά έργα όπως ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας, η Γκόλφω, ο Πατούχας, περιλαμβάνονταν έργα με προοδευτικό κοινωνικό, αντιρατσιστικό, φιλειρηνικό, αντιστασιακό περιεχόμενο και σαφή πολιτικά μηνύματα σε συνάρτηση με την ιστορική κάθε φορά συγκυρία, όπως ο Καραϊσκάκης του Φωτιάδη, το Φουέντε Οβεχούνα του Λόπε ντε Βέγκα, ο Ιούλιος Καίσαρας του Σαίξπηρ, ο Καπετάν Μιχάλης του Καζαντζάκη, το Βαθιές είναι οι ρίζες, το Καληνύχτα Μαργαρίτα και άλλα πολλά.

Το 1962 ο Κατράκης παίρνει το βραβείο του Διεθνούς Φεστιβάλ κινηματογράφου στο Σαν Φρανσίσκο για την ερμηνεία του Κρέοντα στην ταινία Αντιγόνη του Γιώργου Τζαβέλλα, συναγωνιζόμενος κινηματογραφικές προσωπικότητες παγκόσμιας εμβέλειας όπως ο Λόρενς Ολίβιε και ο Μπαρτ Λάνκαστερ.

Την ίδια περίοδο, μαζί με το θέατρο - το κύριο μέτωπο της πολιτικής του δράσης - δραστηριοποιούνταν στην ΕΔΑ μέσα από τις γραμμές της οποίας πάλευε τότε το ΚΚΕ, πρωτοστατώντας στην ανάπτυξη του Ελληνικού Κινήματος Ειρήνης.

Με την επιβολή της δικτατορίας το 1967, δέχτηκε το δυνατότερο πλήγμα, την έξωση του ΕΛΘ από το θέατρο του Άλσους στο Πεδίον του Άρεως, την απώλεια δηλαδή του βασικού χώρου έκφρασης του θιάσου, που είχε καταξιωθεί στη συνείδηση του κόσμου για τις γιγάντιες λαϊκές παραστάσεις με τις δεκάδες ως και εκατοντάδες ηθοποιούς και χορευτές και την καθοριστική παρουσία του κορυφαίου ηθοποιού.

Ο Μάνος Κατράκης πλήρωσε ακόμη μια φορά το βαρύ τίμημα της κομμουνιστικής του στράτευσης. Η υγεία του κλονίστηκε σοβαρά, οι κλήσεις στα αστυνομικά τμήματα και την ασφάλεια έγιναν καθημερινότητα, ενώ η συνήθως δύσκολη οικονομική του κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά. Το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο συνέχισε περιστασιακά και με πολλές αντιξοότητες τις παραστάσεις του και ο ιδρυτής του κατέφυγε σε συνεργασίες με διάφορους θιάσους. Μόνο λίγο πριν την πτώση της δικτατορίας κατάφερε να προσληφθεί με σύμβαση έργου από το Εθνικό Θέατρο, κατόπιν απαίτησης του φίλου του σκηνοθέτη Τάκη Μουζενίδη σε μια προσπάθεια να τον γλυτώσει από την ανέχεια. Εκεί δημιουργεί νέους σκηνικούς θρύλους στους ρόλους του Δον Κιχώτη, του Οθέλλου, του Προμηθέα Δεσμώτη, του Οιδίποδα Τύραννου, σε μια παράσταση που καταχειροκροτήθηκε και από το διεθνές κοινό στις περιοδείες του Εθνικού στο εξωτερικό.  

Το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο - που σε όλη την καλλιτεχνική πορεία του δεν έτυχε ποτέ κρατικής στήριξης και επιχορήγησης - δεν ξαναβρήκε ούτε στην μεταπολίτευση το φυσικό του χώρο. Αντίθετα τον έχασε οριστικά, αφού το θέατρο του Άλσους παραχωρήθηκε στην Αλίκη Βουγιουκλάκη. Ο καταπονημένος Κατράκης αποτελούσε πάντα απειλή για το αστικό σύστημα. Όμως παρά τη φτώχεια και την κλονισμένη υγεία του, σαν «πληγωμένο λιοντάρι, κυνηγημένο απ' τα κακά σκυλιά με πάντα ολόρθο κι άτρωτο το χαιτοφόρο του κεφάλι» όπως τον περιγράφει ο Ρίτσος, ο Κατράκης προβάλλει ακόμη πιο αστραφτερός στη μεγάλη σκηνή της ταξικής πάλης τόσο με την τέχνη, όσο και με την δράση του μέσα από το νόμιμο πια ΚΚΕ.

Το αποκορύφωμα της θεατρικής του τέχνης έρχεται το 1979 με την παράσταση Ντα, του Χιού Λέοναρντ, που παιζόταν από το ΕΛΘ για τρία συνεχή χρόνια με το Μάνο Κατράκη να δίνει ένα ρεσιτάλ σπάνιας υποκριτικής τέχνης, σπάζοντας όλα τα μέτρα της. Το 1983 αψηφώντας την κατάσταση της υγείας του, που χειροτέρευε, υποβάλλεται στα  ιδιαίτερα απαιτητικά και κοπιαστικά γυρίσματα της ταινίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα», γιατί σ' αυτήν βλέπει την καλλιτεχνική του δικαίωση στην 7η τέχνη,  «το επισφράγισμα μιας μακριάς και σχεδόν άγονης κινηματογραφικής εμπειρίας», όπως ο ίδιος δήλωνε για τη συμμετοχή του για λόγους βιοπορισμού σε ένα πλήθος εμπορικών κυρίως ταινιών. «Είναι ένας πάρα πολύ δύσκολος ρόλος» συνέχιζε. «Εγώ όμως δε βρήκα καμιά δυσκολία. Τον ήξερα. Πες από προσωπικές εμπειρίες, πες από την οικεία ψυχολογία που έχω με τον ήρωα… Σ' αυτόν είδα την δική μου αντίσταση και τον κατατρεγμό του Έλληνα πατριώτη». Και είναι αλήθεια πως η μεγάλη μορφή του Κατράκη με αυτό το κινηματογραφικό κύκνειο άσμα της περνά στην ιστορία της τέχνης ως σύμβολο του ανυπότακτου κοινωνικού αγωνιστή, που νικά το θάνατο και υψώνεται χορεύοντας πάνω απ' αυτόν. Η ταινία απόσπασε 5 βραβεία στο Φεστιβάλ των Κανών, ανάμεσα στα οποία είναι και αυτό του α' ανδρικού ρόλου, που απονεμήθηκε στον Κατράκη. Πολύ γρήγορα δέχτηκε προτάσεις για συμμετοχή σε διεθνείς κινηματογραφικές παραγωγές, που η υγεία του δεν επέτρεψε ποτέ να τελεσφορήσουν.

Οι τιμητικές διακρίσεις στο σπουδαίο δημιουργό από διάφορους φορείς ήταν πολλές τα χρόνια της μεταπολίτευσης, με πιο σημαντικές αυτές που έγιναν το 1981 για τα 50χρονά του στο θέατρο. Ξεχωριστή αυτή στο Παρίσι, όπου παραβρέθηκε η αφρόκρεμα της γαλλικής διανόησης και τέχνης. Όμως για τον Μάνο Κατράκη η μεγαλύτερη τιμή ήταν η συμμετοχή του στη δραστηριότητα του Κομμουνιστικού Κόμματος. «Η ζωή μου άρχισε από τότε που μπήκα στο Κόμμα μου» έλεγε. Και είναι αλήθεια ότι ο γενικά αντιφατικός, δηλαδή ανθρώπινος, χαρακτήρας του στο μόνο πεδίο που δεν παρουσίαζε αντιφάσεις ήταν στη σχέση του με το Κόμμα. Στην μεγάλη εκδήλωση που οργάνωσε η ΚΕ του ΚΚΕ το 1981 για τα 50 χρόνια της θεατρικής του σταδιοδρομίας, εδώ στον Περισσό, μετά την προσφώνηση της Ρούλας Κουκούλου που τον αποκάλεσε εύστοχα «καλλιτέχνη του λαού» απάντησε συγκινημένος: «Δεν είμαι απλά στρατευμένος. Είμαι έτοιμος για όλα».

Η επιβλητική παρουσία του - όπως και αυτή του Γιάννη Ρίτσου, με τον οποίο τον ένωναν ακατάλυτοι δεσμοί αίματος - σημάδεψε σχεδόν όλες τις πολιτικές μάχες του ΚΚΕ εκείνα τα χρόνια. «Μεγάλος στα μικρά και στα μεγάλα» είτε με τις ανεπανάληπτες απαγγελίες του, είτε με τις παραστάσεις του, όπως αυτή του Προμηθέα Δεσμώτη που πρωτοπαρουσίασε το ΕΛΘ στο 2ο Φεστιβάλ της ΚΝΕ το 1976, είτε με τη συμμετοχή του στα ψηφοδέλτια του κόμματος σηματοδοτούσε τον αταλάντευτο αγώνα του ΚΚΕ για το φωτεινό μέλλον της ανθρωπότητας, το σοσιαλιστικό - κομμουνιστικό. Στη δωρική φωνή του αντηχούσε η φωνή των χιλιάδων αφανών, αλλά τρανών ανθρώπων στις γραμμές του ΚΚΕ που τράνεψαν, γιατί -όπως κι αυτός- πολέμησαν και κατανίκησαν ό,τι επιβουλεύεται την ανθρωπιά.

Η καλλιτεχνική διαδρομή του Μάνου Κατράκη είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα για το ότι η στράτευση της τέχνης με την πλευρά των καταπιεσμένων, όχι μόνο δεν είναι ανασταλτικός παράγοντας για την καλλιτεχνική δημιουργικότητα, αλλά αντίθετα ο καταλύτης για να μπορέσει αυτή να εξελιχθεί και να μεγαλουργήσει. Αν προσπαθήσει κανείς να βρει τι κρύβεται πιο ειδικά πίσω από το πελώριο υποκριτικό ανάστημα του Κατράκη, θα φτάσει στο σκοπό που υπηρετούσε η τέχνη του. Ο Κατράκης ήταν μεγάλος καλλιτέχνης γιατί προσλάμβανε την τέχνη του θεάτρου με τον τρόπο που την αντιλαμβάνονταν όλα τα μεγάλα πνεύματα κάθε εποχής και τόπου, από τους αρχαίους κλασσικούς δραματουργούς, ως το Σαίξπηρ και το Μπρεχτ. Θεωρούσε δηλαδή ότι το θέατρο πρέπει να έχει χαρακτήρα διδακτικό, διαπαιδαγωγητικό και όχι στείρο διασκεδαστικό. «Ο όρος λαϊκό σε καμία περίπτωση δε σημαίνει κάτι το φτηνό, το εκχυδαϊσμένο, το απλουστευμένο, το πρόχειρο» δήλωνε. «Το θέατρο πρέπει να λειτουργεί σαν ένα σχολείο, κι όχι μόνο σαν ψυχαγωγία γελαστική. Το θέατρο πετυχαίνει τον σκοπό του, όταν φεύγοντας απ' αυτό, έχεις αποκομίσει κάποια συμπεράσματα, που θα σου χρησιμέψουν σαν τροφή της ψυχής και της ζωής σου».

Και ο Κατράκης είχε ένα τεράστιο απόθεμα συμπερασμάτων κι εμπειριών από την πλούσια, τη γεμάτη ζωή του για να τα δώσει δώρα στους ανθρώπους. «Μισημένος», καθώς ο Προμηθέας, «από όλους τους θεούς γιατί τους ανθρώπους αγάπησε τόσο», κέρδισε επάξια μια θέση παντοτινή ανάμεσά τους, ανάμεσά μας».

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση