iphone app
android app
iphone app android app
Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

Ο ποιητής, ο σκηνοθέτης, ο φιλόσοφος, ο τραγουδοποιός


Ημερομηνία δημοσίευσης:
Τελευταία ενημέρωση:

«Κατά τον δαίμονα εαυτού»... Αυτή είναι η φράση (γραμμένη στα Ελληνικά) που διαβάζει ο επισκέπτης του κοιμητηρίου Pere Lachaise του Παρισιού (κοιμητήριο στο οποίο αναπαύονται ο Oscar Wilde και ο Charles Baudelaire), αντικρίζοντας την επιτύμβια στήλη του James ("Jim") Douglas Morrison (1943-1971). Και το ότι ο Morrison έζησε και έπραξε πάντοτε σύμφωνα με τον προσωπικό του "δαίμονα", σύμφωνα με τις επιταγές της συνείδησής του, αδιαφορώντας (σίγουρα προκλητικά) για τις υπαγορεύσεις και τις νόρμες της καθεστηκυίας κοινωνικής λογικής των ημερών του. Η λέξη "δαίμων" δεν έχει καμία σχέση όπως την ξέρουμε εμείς σήμερα. Δαίμων ήταν αρχικά η θεότητα που μοίραζε, κατένειμε τη μοίρα (δαίομαι = μοιράζω) και μετά ονομαζόταν οποιαδήποτε θεότητα στην οποία αποδίδονταν τιμές.

Του Εμμανουήλ Μαύρου

«Δαίμων εαυτού» ονομαζόταν η θεότητα-προστάτης που ζούσε μέσα σε κάθε άνθρωπο από τη γέννηση έως το θάνατό του και φρόντιζε για την προσωπική εξέλιξη και ευημερία, κάτι σαν το αντίστοιχο σημερινό χριστιανικό "Φύλακας-άγγελος", αποτελώντας κατά κάποιο τρόπο έναν "δίαυλο" μεταξύ του κόσμου των θνητών και του κόσμου των θεών.

«Πράττω κατά τον δαίμονα εαυτού» ουσιαστικά σημαίνει «πράττω σύμφωνα με αυτό που η συνείδησή μου θεωρεί σωστό», αδιαφορώντας ίσως για το τι θα πουν οι άλλοι και είναι μια στάση ζωής που υιοθέτησαν και επιδοκίμασαν οι Αρχαίοι Έλληνες Στωικοί φιλόσοφοι.

Οι περισσότεροι τον Jim Morrison τον γνωρίζουν ως τον άκρως ταλαντούχο τραγουδιστή και στιχουργό της μουσικής μπάντας "The Doors". Ο μύθος του ροκ σταρ για χρόνια άφησε στο περιθώριο μια πολύ ουσιαστική πλευρά της δημιουργικότητάς του: την ποιητική δημιουργία, το φιλοσοφικό στοχασμό του, το σκηνοθετικό του ταλέντο, που φαίνεται πως τον απασχόλησαν πολύ έντονα καθ' όλη τη διάρκεια της σύντομης ζωής του. Ευτυχώς αυτό τέλειωσε νωρίς για, αν βγουν μπροστά τα λόγια, η ρίμα, η έκφραση της φιλοσοφικής ρεαλιστικής αλήθειας και η δύναμη της εικόνας, όπου αποτέλεσαν την αφορμή για να χτίσουν έναν στοχαστή, κάπου εκεί στα τέλη της δεκαετίας του '60 που η αλλαγή του κόσμου φαινόταν πιο δυνατή από ποτέ, όπως και η λήξη των πολέμων που ταλάνιζαν την ανθρωπότητα.

Ο William Blake, υπερασπιζόμενος κάποτε το έργο του απέναντι στις δριμείες επιθέσεις των κριτικών της εποχής του (που τον παρουσίαζαν σχεδόν ως παράφρονα), παρατήρησε: «Το Υψηλό παραμένει κατ' ανάγκη σκοτεινό για τους Αδύναμους ανθρώπους. Αυτό που μπορεί να είναι σαφές για έναν ηλίθιο δεν είναι άξιο της προσοχής μου». Θα μπορούσε να πει κανείς πως η φράση αυτή βρίσκει κατά κάποιο τρόπο την εφαρμογή της και στην περίπτωση του ίδιου του Morrison. Ο Blake υπήρξε μέσα από το έργο του σφοδρός πολέμιος του αξιακού συστήματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας της εποχής του. Ο Morrison από τη μεριά του υπήρξε αντιστοίχως (τόσο με το έργο του, με τα λόγια του, την εικόνα του, όσο και με την αντισυμβατική στάση ζωής του) σφοδρός πολέμιος του σύγχρονου αξιακού μοντέλου του δυτικού κόσμου. Η ποίηση και η στοχαστική σκέψη του φέρνει στην επιφάνεια αυτό που είχε ξεχαστεί από καιρό σε μακρόσυρτες βιβλιοθήκες, την τάση εκείνη που θέλει τον ποιητή να ταυτίζεται με τον «προφήτη»-οραματιστή - παράδοση ποιητικού ύφους που διατρέχει ανά τους αιώνες το έργο μειζόνων ποιητών, όπως ο Whitman, ο Blake, o Emerson. Ο Rimbaud γράφει χαρακτηριστικά στο έργο του "Illuminations": «...Λέω πως πρέπει να είσαι προφήτης, να γίνεις προφήτης. / Ο ποιητής γίνεται προφήτης έπειτα από μια μακριά, απέραντη και υπολογισμένη κραιπάλη όλων των αισθήσεων...».

Στην περίπτωση του Morrison, ο τόπος και ο χρόνος αυτής της ιδιαίτερης ποιητικής ματιάς πάνω στην ουσία και τους κρυμμένους κανόνες που διέπουν την ύπαρξη είναι η Αμερική και ο δυτικός κόσμος του καιρού του, η Αμερική και ο δυτικός κόσμος του σήμερα και εκείνη του μέλλοντος. Η ποίησή του μυστηριακή, ερωτική, προκλητική, άκρως μεταφορικά ρεαλιστική, κάθε στίχος και στροφή μοιάζει με μια αρχέγονη τελετή του Διονύσου ή του Ινδιάνου Σαμάνου. «Η κοινωνία μας κοροϊδεύει τους αρχέγονους πολιτισμούς και περηφανεύεται για την καταπίεση των φυσικών ροπών και ενστίκτων», είχε δηλώσει σε μια από τις πολλές συνεντεύξεις του. Για τον ίδιο η αρχαία παράδοση και δύο κυρίως διδασκαλίες της έδειχναν ξεκάθαρα το δρόμο για να βγει ο σύγχρονος πολιτισμός από το πνευματικό του αδιέξοδο: Ο εξαγνισμός από τα πάθη και η δύναμη της έκστασης των διονυσιακών μυστηρίων και η επιστροφή στη φύση, στη μαγική παράδοση και την ελευθερία της ψυχής των Ινδιάνων Σαμάνων. Αυτός ήταν ο στόχος του. Η μετάδοση των νοημάτων της έρευνας, της προσωπικής εσωτερικής ελευθερίας του εκφράζεσθαι.

Η στροφή προς τον Διόνυσο ήταν γιατί: «Η μανία που ονομάζεται Διόνυσος ανακαλεί την αρχέγονη ψυχικότητα και τον αρχέγονο πόνο [...] είναι η ενότητα του απείρως πολλαπλού» (W. Otto), διότι ο Διόνυσος είναι ο φορέας του χάους, της απαιτούμενης κάθαρσης που προετοιμάζει κάθε υγιή πνευματική πορεία προς το φως και την αρμονία του Απόλλωνα. Ενώ η εμμονή του προς τους «Σαμάν» και τις τελετές τους ήταν η ένωση της «μαγικής πλευράς της θρησκευτική ζωής των παραδοσιακών κοινωνιών, επικεντρωμένη στην έννοια του "Σαμάν". Μέσω της έκστασης, η μνήμη της ψυχής ενεργοποιείται και διευρύνει τις πνευματικές ικανότητες, αποκαθιστώντας έτσι την επικοινωνία με τους αόρατους κόσμους» (Fernand Schwartz).

Η φιλοσοφία που ακολουθούσε στην τέχνη, οι στοχασμοί του, ο επιθετικός, επαναστατικός λόγος του στις μεγάλες σκηνές μπρος σε μια λαοθάλασσα που παρέλυε, αλλά και η ζωή του ήταν αυτή της εκτόνωσης οτιδήποτε επίπλαστου, κρυμμένου, σκοτεινού, το σπάσιμο των γνωστών ανθρώπινων ορίων, η απελευθέρωση από τις επιταγές του σύγχρονου τρόπου ζωής, για να επέλθει η πραγματική ελευθερία.

Θέλησε να κάνει μια επανάσταση που η αρχή της να στηρίζεται πρώτα στην εσωτερική ελευθερία και έπειτα στην εξωτερική. Αρχικά έδειχνε πως θα τα κατάφερνε, όμως στην προσπάθειά του να στραφεί σε μια ήσυχη ζωή αφιερωμένη στο πρώτο πάθος του, την ποίηση, και ο μύθος που είχαν δημιουργήσει οι "The Doors", κυλούσε πια στο δικό του, αυτόνομο δρόμο. Αφέθηκε πλήρως «στο δρόμο της υπερβολής» του αγαπημένου του W. Blake. Ατελείωτες καταχρήσεις, αλκοόλ, ξενύχτια και κραιπάλη έφθειραν τόσο τον ίδιο, όσο και την ένωση με το μουσικό σχήμα, που συνέχιζαν απορροφημένοι το φανταχτερό παιχνίδι της δόξας. Διαβάζουμε στην ποίησή του:

«Σύγχυση... όλη μου η ζωή είναι μια ψευδαίσθηση, όλος μου ο κόσμος ένα σχισμένο τσίρκο... όλο μου το μυαλό καταρρέει» (Soft Parade).

Ψάχνοντας έτσι να βρει τρόπους για να ξεφύγει από την πολύχρωμη παρέλαση των συναυλιών, των πάρτι, των δημοσιογράφων...

«Μπορείς να μου δώσεις καταφύγιο; Πρέπει να βρω κάπου να κρυφτώ. Μπορείς να μου βρεις ένα απαλό άσυλο; Δεν τα καταφέρνω πια. Ο άνθρωπος είναι στην Πόρτα» (Shaman' s Blues).

Για να έρθει η βιομηχανία του "star system", η οποία είχε κάνει καλά τη δουλειά της, και να γκρεμίσει όλους τους στοχασμούς και τις σκέψεις του, την αγάπη του για την εσωτερική ελευθερία του ανθρώπου, την αγάπη του για τον ίδιο τον άνθρωπο και το πνεύμα του. Οι νέοι και οι εταιρείες της εποχής του δε ζητούσαν κανέναν οδηγό για καμιά ανύψωση της συνείδησης ή ελευθερία. Ζητούσαν, και είχαν πετύχει, ένα ακόμη «άψογο» σέξι είδωλο, που πουλούσε, και το βρήκαν στο μαγνητισμό και την προκλητικότητα του Morrison. Ο Morrison, καταλαβαίνοντας το αδιέξοδο και το παιχνίδι που παιζόταν στην πλάτη του, ξεσπούσε στις συναυλίες: «Είστε ένα τσούρμο σκλάβοι! Τους αφήνετε να σας σπρώχνουν εδώ κι εκεί. Τι θα κάνετε γι' αυτό;», ή πιο νηφάλια να γράφει στα ποιήματά του: «Το ξέρετε ότι οδηγούμαστε στη σφαγή από ατάραχους αξιωματικούς.

Το ξέρετε ότι μας κυβερνά η τηλεόραση;» (An American Prayer).

«Να φοβάστε τους Άρχοντες, τους κρυμμένους ανάμεσά μας» (Wilderness).

«Το τέλος είναι πάντα κοντά» (End of the night).

Για να έρθει η τελευταία του συνέντευξη ανήμερα της αναχώρησής του για το Παρίσι το 1971 και να δηλώσει πως: «Η ελευθερία δε χαρίζεται. Εγώ μπορώ μόνο να δείξω το δρόμο. Όχι να τον βαδίσω γι' αυτούς».

Στα τελευταία του γραπτά αναφέρει: «Ο θάνατος μας κάνει όλους αγγέλους και μας δίνει φτερά εκεί που είχαμε ώμους λείους σαν τα νύχια του κορακιού» (Severed Garden), για να έρθει ήσυχα ο φυσικός του θάνατος στο μπάνιο του στο Παρίσι, με ένα αινιγματικό χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό του, για το πέρασμά του στην άγνωστη πύλη, όπως ο ίδιος είχε γράψει στο "The End", από τα πρώτα μακροσκελή ποιήματά του, που έθεσε τις βάσεις της ποίησης και του στοχασμού του: «Αυτό είναι το τέλος, μοναδικέ μου φίλε, το τέλος των αφελών σχεδίων μας και όσων ακόμη στέκονται [...] πονάω που σ' ελευθερώνω, μα ποτέ δε θα μ' ακολουθήσεις. Αυτό είναι το Τέλος», ή «Ω μεγάλε Δημιουργέ της ύπαρξης, δώσε μας μια ακόμη ώρα για να δοκιμάσουμε την τέχνη μας και να τελειοποιήσουμε τα λόγια μας.

Ζούμε, πεθαίνουμε και ο θάνατος δεν είναι το τέλος».

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση