iphone app
android app
iphone app android app
Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017
ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ

Η κατάληψη της Εξουσίας από τους Φασίστες. - Ο Μουσολίνι και η "Πορεία προς τη Ρώμη".


Ο μύθος ότι οι φασίστες του Μουσολίνι κατέκτησαν την εξουσία μόνο με τα ηρωικά τους κατορθώματα αποτελεί προπαγάνδα — προφανώς ένα από τα πιο πετυχημένα τους θέματα, αφού πολλοί εξακολουθούν να το πιστεύουν. Εφόσον η «Πορεία προς τη Ρώμη» κρύβει πίσω της την ευρέως διαδεδομένη παρανόηση ότι η άνοδος των φασιστών στην εξουσία έγινε με βίαιο τρόπο, πρέπει να εξετάσουμε προσεκτικά το γεγονός αυτό, απογυμνώνοντας το από τη μυθολογία που το περιβάλλει.

Κατά τη διάρκεια του 1922 οι squadristi, λεηλατώντας και καίγοντας τα γραφεία των σοσιαλιστικών οργανώσεων, γραφεία εφημερίδων, γραφεία συνδικάτων και σπίτια των σοσιαλιστών ηγετών, έφτασαν να καταλάβουν βίαια ολόκληρες πόλεις, κι όλα αυτά χωρίς να συναντήσουν σοβαρή αντίσταση από τις τοπικές αρχές. Στις 3 Μαρτίου ανακατέλαβαν το Φιούμε που βρισκόταν κάτω από διεθνή διακυβέρνηση και το Μάιο εισέβαλαν στη Φεράρα και στην Μπολόνια, εκδιώκοντας τις σοσιαλιστικές δημοτικές αρχές των πόλεων και επιβάλλοντας το δικό τους πρόγραμμα δημοσίων έργων. Στις 12 Ιουλίου κατέλαβαν την Κρεμόνα, έκαψαν τα γραφεία των σοσιαλιστικών και των καθολικών συνδικάτων και ρήμαξαν το σπίτι του Γκουίντο Μιλιόλι, ενός αριστερού καθολικού ηγέτη που είχε οργανώσει τους εργάτες των γαλακτοπαραγωγικών μονάδων της περιοχής. Μια «γλώσσα φωτιάς» έφτασε μέσω της Ρομάνια και στη Ραβένα στις 26 Ιουλίου. Το Τρέντο και το Μπολτζάνο, με τις μεγάλες γερμανόφωνες μειονότητες τους, «είχαν ιταλοποιηθεί» στις αρχές του Οκτωβρίου. Οι μελανοχίτωνες είχαν τέτοια ορμή, ώστε πιθανότατα επόμενη στη σειρά θα ήταν η πρωτεύουσα Ρώμη.

Στο ετήσιο φασιστικό συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στις 24 Οκτωβρίου στη Νάπολη - η πρώτη τους στάση κατά την προέλαση τους στο Νότο —, ο Μουσολίνι ήταν έτοιμος να δει πόσο μακριά θα τον πήγαινε το κύμα. Διέταξε τους μελανοχίτωνες να καταλάβουν δημόσια κτίρια, να επιτάξουν τρένα και να κατευθυνθούν σε τρία σημεία, περικυκλώνοντας την πόλη. Την «Πορεία» οδηγούσαν τέσσερα στελέχη που αντιπροσώπευαν τις διάφορες τάσεις του φασισμού: ο Ίταλο Μπάλμπο, βετεράνος και αρχηγός των squadristi στη Φεράρα· ο στρατηγός Εμίλιο Ντε Μπόνο· ο Μικέλε Μπιάνκι, πρώην συνδικαλιστής και από τους ιδρυτές της Μαχητικής Ομάδας του Μιλάνου το 1915· και ο Τσέζαρε Μαρία ντε Βέκι, ο φιλομοναρχικός αρχηγός του φασισμού στο Πιεμόντε. Ο ίδιος ο Μουσολίνι πήρε τη συνετή απόφαση να περιμένει στα γραφεία της εφημερίδας του στο Μιλάνο, πολύ κοντά σ' ένα πιθανό ελβετικό καταφύγιο για την περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά. Στις 27 Οκτωβρίου οι squadristi κατέλαβαν ταχυδρομεία και σιδηροδρομικούς σταθμούς σε πολλές πόλεις της Βόρειας Ιταλίας χωρίς να συναντήσουν καμία αντίσταση.

Η ιταλική κυβέρνηση δεν ήταν καλά προετοιμασμένη για ν' αντιμετωπίσει αυτή την πρόκληση. Ουσιαστικά, μετά το Φεβρουάριο του 1922 δεν είχε υπάρξει καμία αποτελεσματική κυβέρνηση στην Ιταλία. Επισημάναμε ότι τα μεταπολεμικά όνειρα για βαθιά αλλαγή έφεραν μια μεγάλη πλειοψηφία της Αριστεράς στη βουλή στις πρώτες εκλογές που διεξήχθησαν μετά τον πόλεμο, στις 16 Νοεμβρίου του 1919. Αυτή όμως η αριστερή πλειοψηφία, που μοιραία χωρίστηκε σε δύο ασυμφιλίωτα μεταξύ τους τμήματα, δεν μπορούσε να κυβερνήσει. Το μαρξιστικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Ιταλίας (ΡSΙ) κατείχε περίπου το ένα τρίτο των εδρών. Πολλοί Ιταλοί σοσιαλιστές — οι «μαξιμαλιστές» — είχαν υπνωτιστεί από την επιτυχία των μπολσεβίκων στη Ρωσία και ένιωθαν ότι μια απλή μεταρρύθμιση αποτελούσε προδοσία εκείνη τη στιγμή των μεγάλων ευκαιριών. Το άλλο τρίτο της ιταλικής βουλής κατείχε ένα νέο καθολικό κόμμα, πρόγονος της ισχυρής Χριστιανικής Δημοκρατίας της περιόδου μετά το 1945, το Λαϊκό Ιταλικό Κόμμα· ορισμένα μέλη του επιθυμούσαν μια ριζική κοινωνική μεταρρύθμιση σε καθολικό πλαίσιο. Οι καθολικοί, ακόμα κι εκείνοι που υποστήριζαν τις βαθιές αλλαγές στους όρους ιδιοκτησίας της γης και στις σχέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, διαφωνούσαν ριζικά με τους άθεους μαρξιστές σχετικά με το θέμα της θρησκείας στα σχολεία. Άρα, ήταν αδύνατη η οποιαδήποτε συνεργασία ανάμεσα στα δύο τμήματα μιας κατά τα άλλα προοδευτικής πλειοψηφίας. Καθώς δεν υπήρχαν άλλες αποτελεσματικές λύσεις, δημιουργήθηκε ένας συνασπισμός φιλελεύθερων (με την έννοια που είχε η λέξη εκείνη την περίοδο) και συντηρητικών, ο οποίος μετά το 1919 προσπαθούσε να κυβερνήσει χωρίς να έχει σταθερή πλειοψηφία.

Η λύση που υιοθέτησε ο πρωθυπουργός Τζολίτι ήταν να συμπεριλάβει τους φασίστες στο ψηφοδέλτιο του (το «Εθνικό Μπλοκ») για τις εκλογές του Μαΐου το 1921. Ήταν το πρώτο από μια σειρά κρίσιμων βημάτων με τα οποία το ιταλικό καθεστώς προσπάθησε να χρησιμοποιήσει το φασιστικό δυναμικό και τα ποσοστά για τη δική του επιβίωση. Κάτω από κανονικές συνθήκες, ενδεχομένως οι πειρασμοί της εξουσίας να είχαν «μεταμορφώσει» τους φασίστες, όπως είχαν πτοήσει και διασπάσει τους Ιταλούς σοσιαλιστές πριν από το 1914, μόνο που η Ιταλία το 1921 δε ζούσε κάτω από κανονικές συνθήκες.

Όταν η κυβέρνηση του καλοπροαίρετου αλλά καταπτοημένου Ιβανόε Μπονόμι, συνεργάτη της Κεντροαριστεράς του Τζολίτι, δεν πήρε ψήφο εμπιστοσύνης το Φεβρουάριο του 1922, χρειάστηκαν τρεις εβδομάδες μέχρι να βρουν αντικαταστάτη. Τελικά, την πρωθυπουργία ανέλαβε απρόθυμα ένα ακόμα στέλεχος του Τζολίτι: ο Λουίτζι Φάκτα. Η κυβέρνηση του έχασε την πλειοψηφία στις 19 Ιουλίου. Όταν παρουσιαζόταν ανάγκη, ο Φάκτα λειτουργούσε απλώς ως υπηρεσιακός πρωθυπουργός.

Παρ' όλα αυτά, ο πρωθυπουργός άρχισε να λαμβάνει δυναμικά αντίμετρα. Με την έγκριση του βασιλιά ο Φάκτα είχε ήδη ενισχύσει τη φρουρά της Ρώμης με πέντε τάγματα πειθαρχημένων αλπίνων. Στη συνέχεια διέταξε τους αξιωματικούς της αστυνομίας και τους υπεύθυνους των σιδηροδρόμων να σταματήσουν τα φασιστικά τρένα σε πέντε σημεία ελέγχου και άρχισε να προετοιμάζεται για την επιβολή στρατιωτικού νόμου.

Στο μεταξύ ο Μουσολίνι άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο πολιτικής συναλλαγής. Πολλοί παλαίμαχοι πολιτικοί προσπαθούσαν να εκτονώσουν την κρίση «μετατρέποντας» τον Μουσολίνι σε έναν απλό υπουργό μιας ακόμα φιλελευθερο-συντηρητικής κυβέρνησης συνασπισμού. Ο γηραιός διαμεσολαβητής Τζολίτι θεωρούνταν ευρέως ως ο πιο πιθανός σωτήρας (είχε εκδιώξει βιαίως τον ντ' Ανούντσιο το 1920 και είχε συμπεριλάβει τον Μουσολίνι στην εκλογική του λίστα του 1921), όμως δε βιαζόταν να αναλάβει εκ νέου καθήκοντα, ενώ ο Μουσολίνι παρέμεινε επιφυλακτικός στις συναντήσεις με τους αντιπροσώπους του. Ακόμα πιο δεξιά, ο εθνικιστής πρώην πρωθυπουργός Αντόνιο Σαλάντρα πρόσφερε κυβερνητικές έδρες στο κόμμα του Μουσολίνι. Όταν οι squadristi άρχισαν πλέον να κινητοποιούνται, οι διαπραγματεύσεις είχαν διακοπεί λόγω αμοιβαίων ανταγωνισμών, της άρνησης των περισσότερων σοσιαλιστών να στηρίξουν μια «αστική» κυβέρνηση, της αναποφασιστικότητας σχετικά με τη συμμετοχή ή όχι του Μουσολίνι και των σκόπιμων ενδοιασμών του Μουσολίνι.

Και οι σοσιαλιστές συνέβαλαν στην επιτακτικότητα της κατάστασης. Αν και σχεδόν οι μισοί σοσιαλιστές βουλευτές, με αρχηγό τον Φιλίπο Τουράτι συμφώνησαν τελικά στις 28 Ιουλίου να στηρίξουν μια κεντρώα κυβέρνηση χωρίς τη συμμετοχή του Μουσολίνι, αν ήταν εφικτό, οι άλλοι μισοί τους απέπεμψαν από το κόμμα με την κατηγορία της προδοτικής ταξικής συνεργασίας. Εκείνο στο οποίο κατάφερε να συμφωνήσει η Αριστερά ήταν η γενική απεργία στις 31 Ιουλίου. Παρ' όλο που είχε αναγγελθεί ως «απεργία για νομιμότητα», με σκοπό να συνδράμει τη συνταγματική εξουσία, είχε ως αποτέλεσμα να ενισχυθεί η εικόνα του Μουσολίνι ως προπυργίου ενάντια στην επανάσταση. Η ραγδαία αποτυχία της απεργίας αποκάλυψε επίσης την αδυναμία της Αριστεράς.

Τα έκτακτα μέτρα του πρωθυπουργού Φάκτα σχεδόν κατάφεραν να ανακόψουν τη φασιστική πορεία του Οκτωβρίου. Τετρακόσιοι αστυνομικοί σταμάτησαν τρένα που μετέφεραν είκοσι χιλιάδες μελανοχίτωνες σε τρία σημεία ελέγχου — Τσιβιταβέκια, Όρτε και Αβετσάνο. Περίπου εννέα χιλιάδες μελανοχίτωνες ξέφυγαν από τα σημεία ελέγχου ή συνέχισαν πεζοί, σχηματίζοντας ένα ετερόκλητο πλήθος στις πύλες της Ρώμης το πρωί της 28 Οκτωβρίου, σχεδόν άοπλοι, φορώντας αυτοσχέδιες στολές, πεινασμένοι και διψασμένοι, περιπλανώμενοι κάτω από μια εκνευριστική βροχή. «Στην αρχαία και στη σύγχρονη ιστορία δεν υπήρξε άλλη απόπειρα κατά της Ρώμης που να απέτυχε τόσο αξιοθρήνητα πριν καλά καλά ξεκινήσει».

Την τελευταία στιγμή ο βασιλιάς Βιτόριο Εμμανουέλε Γ' υπαναχώρησε. Αποφάσισε να μην υπογράψει το διάταγμα επιβολής του στρατιωτικού νόμου του πρωθυπουργού Φάκτα. Αρνήθηκε να αντιμετωπίσει την ενδεχόμενη απειλή του Μουσολίνι και να χρησιμοποιήσει τις ήδη διαθέσιμες δυνάμεις για να εκδιώξει τους μελανοχίτωνες από τη Ρώμη. Απέρριψε τις προσπάθειες της τελευταίας στιγμής που έκανε ο Σαλάντρα για να δημιουργήσει μια συντηρητική κυβέρνηση χωρίς τον Μουσολίνι, ο οποίος είχε ήδη αρνηθεί την πρόταση του Σαλάντρα για κυβέρνηση συνασπισμού. Αντίθετα, πρόσφερε κατευθείαν την πρωθυπουργία στον νεαρό τυχοδιώκτη αρχηγό των φασιστών.

Ο Μουσολίνι έφτασε στη Ρώμη από το Μιλάνο το πρωί της 30 ής Οκτωβρίου, όχι επικεφαλής των μελανοχιτώνων αλλά με μια κλινάμαξα. Εμφανίστηκε ενώπιον του βασιλιά ντυμένος παράταιρα, με φράκο και μαύρο πουκάμισο, μια ενδυματολογική απεικόνιση της αμφιλεγόμενης κατάστασης του: εν μέρει νόμιμος διεκδικητής της εξουσίας και εν μέρει αρχηγός μιας στασιαστικής συμμορίας. «Μεγαλειότατε, συγχωρήστε την αμφίεση μου», λέγεται ότι είπε στον βασιλιά, «έρχομαι από το πεδίο της μάχης».

Για ποιο λόγο ο βασιλιάς έσωσε τον Μουσολίνι από τη βιαστική του επιλογή που οφειλόταν στην υπερεκτίμηση των δυνάμεων του; Ο Μουσολίνι είχε θέσει έξυπνα στο βασιλιά μια δύσκολη επιλογή: η κυβέρνηση θα χρησιμοποιούσε βία για να διαλύσει τους χιλιάδες μελανοχίτωνες που πλησίαζαν στη Ρώμη, με μεγάλο κίνδυνο αιματοχυσίας και οδυνηρής εσωτερικής ρήξης, ή ο βασιλιάς θα αναγκαζόταν να δεχτεί τον Μουσολίνι ως επικεφαλής της κυβέρνησης.

Η πιο πιθανή εξήγηση για το γεγονός ότι ο βασιλιάς προτίμησε τη δεύτερη λύση είναι μια ανεπίσημη προειδοποίηση (δεν υπάρχει πλέον κανένα ίχνος της στα αρχεία) από το στρατάρχη Αρμάντο Ντίαζ ή από κάποιον άλλο ανώτερο αξιωματικό του στρατού ότι πιθανόν τα στρατεύματα θα πήγαιναν με το μέρος των μελανοχιτώνων, αν λάμβαναν διαταγή να τους σταματήσουν. Σύμφωνα με μια άλλη θεωρία, ο βασιλιάς φοβήθηκε πως, αν επιχειρούσε να χρησιμοποιήσει βία ενάντια στον Μουσολίνι, τότε ο ξάδερφος του, ο δούκας της Αόστα, που λέγεται ότι ήταν φιλικά διακείμενος προς.τους φασίστες, ίσως πήγαινε με το μέρος τους διεκδικώντας παράλληλα το θρόνο. Το πιθανότερο είναι πως ποτέ δε θα μάθουμε με βεβαιότητα τι ακριβώς συνέβη. Εκείνο που φαίνεται σίγουρο είναι ότι ο Μουσολίνι είχε μαντέψει σωστά πως ο βασιλιάς και ο στρατός δε θα επέλεγαν τη χρήση βίας εναντίον των μελανοχιτώνων. Αυτό που έκρινε την τελική έκβαση δεν ήταν η δύναμη του φασισμού αλλά η απροθυμία των συντηρητικών να αναλάβουν το ρίσκο και να αντιπαρατάξουν τις δικές τους δυνάμεις. Η «Πορεία προς τη Ρώμη» αποτέλεσε μια γιγαντιαία μπλόφα που έπιασε τότε και εξακολουθεί ακόμα, συμφωνά με την άποψη που έχει ο κόσμος σχετικά με την «κατάληψη της εξουσίας» από τον Μουσολίνι.

Στις 31 Οκτωβρίου, με τον Μουσολίνι να έχει μόλις αναλάβει καθήκοντα, περίπου δέκα χιλιάδες μελανοχίτωνες, στους οποίους δόθηκαν τελικά στεγνά ρούχα και φαγητό, πήραν την άδεια ως αποζημίωση να παρελάσουν στους δρόμους της Ρώμης, όπου προκάλεσαν αιματηρά επεισόδια. Το ίδιο βράδυ ο νέος πρωθυπουργός έσπευσε να απομακρύνει τα ενοχλητικά αποσπάσματα του από την πόλη, επιβιβάζοντας τα σε πενήντα ειδικά τρένα.

Αργότερα ο Μουσολίνι δούλεψε σκληρά για να εδραιώσει το μύθο ότι οι μελανοχίτωνες είχαν καταλάβει την εξουσία με τη θέληση και τη δύναμή τους. Η πρώτη επέτειος της υποτιθέμενης άφιξης τους στη Ρώμη γιορτάστηκε το 1923 με τέσσερις ημέρες θεαματικών εκδηλώσεων, ενώ η 28η Οκτωβρίου θεσμοθετήθηκε ως εθνική γιορτή. Έγινε επίσης η πρώτη μέρα του Φασιστικού Νέου Έτους όταν άρχισε να ισχύει το νέο ημερολόγιο, το 1927. Στη δέκατη επέτειο, τον Οκτώβριο του 1932, πραγματοποιήθηκε μια εθνική έκθεση της Φασιστικής Επανάστασης, που είχε ως κεντρικό της θέμα τα ηρωικά κατορθώματα των «μαρτύρων» της πορείας.


Ο Χίτλερ και η «Σκανδαλώδης συνωμοσία».

Την ταραγμένη περίοδο που ακολούθησε τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, μόνο στην Ιταλία κατάφερε ο φασισμός να ανέβει στην εξουσία με το πρώτο του ξέσπασμα. Σε άλλες χώρες, εκτός από τη Ρωσία, η παραδοσιακή άρχουσα τάξη βρήκε λιγότερο ριζοσπαστικούς τρόπους για να αποκαταστήσει τη σταθερότητα και να επαναφέρει μια φυσιολογική κατάσταση έπειτα από την αναταραχή του πολέμου. Τα υπόλοιπα πρώιμα φασιστικά κινήματα, δημιουργήματα περιόδων κρίσης, βυθίστηκαν και πάλι στην αφάνεια, καθώς στη δεκαετία του 1920 η ζωή επέστρεφε στους κανονικούς της ρυθμούς.

Πρώτος όμως ο Χίτλερ, έχοντας παρασυρθεί από το μύθο του Μουσολίνι, επιχείρησε τη δική του «πορεία». Στις 8 Νοεμβρίου 1923, κατά τη διάρκεια μιας εθνικιστικής συγκέντρωσης σε μια μπιραρία του Μονάχου, την Buergerbraukeller, ο Χίτλερ επιχείρησε να απαγάγει τους αρχηγούς της βαυαρικής κυβέρνησης και να τους αναγκάσει να υποστηρίξουν ένα πραξικόπημα κατά της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στο Βερολίνο. Θεωρούσε πως αν έπαιρνε στα χέρια του τον έλεγχο του Μονάχου και ανακήρυσσε μια νέα εθνική κυβέρνηση, τότε η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Βαυαρίας θα αναγκαζόταν από την κοινή γνώμη να τον υποστηρίξει. Ήταν επίσης πεπεισμένος πως οι τοπικές στρατιωτικές αρχές δε θα εναντιώνονταν στο ναζιστικό πραξικόπημα επειδή ο στρατηγός Λούντεντορφ, ήρωας του Α' Παγκοσμίου πολέμου, είχε ταχθεί με το μέρος του.

Ο Χίτλερ υποτίμησε τη στρατιωτική πίστη στην ιεραρχική κλίμακα. Ο συντηρητικός Βαυαρός υπουργός-πρόεδρος Γκούσταβ φον Καρ διέταξε να σταματήσουν το πραξικόπημα του Χίτλερ, έστω και με τη βία αν χρειαζόταν. Η αστυνομία άνοιξε πυρ κατά των ναζί που συμμετείχαν στην πορεία της 9 ης Νοεμβρίου καθώς πλησίαζαν σε μια μεγάλη πλατεία (πιθανόν ως απάντηση σε πυροβολισμό από την πλευρά του Χίτλερ). Δεκατέσσερις πραξικοπηματίες και τέσσερις αστυνομικοί σκοτώθηκαν. Ο Χίτλερ συνελήφθη και φυλακίστηκε μαζί με άλλους ναζί και οπαδούς του κινήματος. Ο αξιοσέβαστος στρατηγός Λούντεντορφ αφέθηκε ελεύθερος αμέσως μόλις εξακριβώθηκε η ταυτότητα του. Το «Πραξικόπημα της μπιραρίας» του Χίτλερ κατεστάλη με τόσο επονείδιστο τρόπο από τους συντηρητικούς κυβερνήτες της Βαυαρίας, ώστε αποφάσισε να μην επιχειρήσει να διεκδικήσει ποτέ ξανά την εξουσία με βίαια μέσα. Κάτι τέτοιο σήμαινε πως θα παρέμενε, τουλάχιστον επιφανειακά, μέσα στα πλαίσια της συνταγματικής νομιμότητας, παρ' όλο που οι ναζί ποτέ δεν παραιτήθηκαν από την επιλεκτική βία, βασικό χαρακτηριστικό της απήχησης του κόμματος, ή από τους υπαινιγμούς σχετικά με την επίτευξη ευρύτερων στόχων μετά την κατάκτηση της εξουσίας.

Η ευκαιρία παρουσιάστηκε στον Χίτλερ την επόμενη περίοδο κρίσης: το οικονομικό κραχ της δεκαετίας του '30. Καθώς εκατομμύρια άνθρωποι έχαναν τις δουλειές τους, τα φασιστικά κινήματα σε όλο τον κόσμο ανακτούσαν τη δύναμη τους. Κάθε είδους κυβερνήσεις, οι δημοκρατίες πιο έντονα και εμφανώς από τις υπόλοιπες, παρέλυσαν λόγω των άστοχων επιλογών τους. Το ιταλικό μοντέλο έκανε τα φασιστικά κινήματα να φανούν και πάλι αξιόπιστα σαν ένας νέος τρόπος μαζικής συγκατάθεσης για αποκατάσταση της τάξης, εθνική διακυβέρνηση και οικονομική παραγωγικότητα.

Το συνταγματικό σύστημα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης δεν είχε αποκτήσει ποτέ πλήρη νομιμότητα στη Γερμανία· πολλοί Γερμανοί τη θεωρούσαν απόρροια ξένης επιβολής και εσωτερικής προδοσίας. Η Δημοκρατία της Βαίμάρης θύμιζε κερί που καίγεται και από τις δύο πλευρές. Αναλωνόταν και από τη Δεξιά και από την Αριστερά, από ναζί και κομουνιστές που αντιμάχονταν το σύστημα, κι έτσι το Κέντρο που έφθινε ήταν υποχρεωμένο να δημιουργεί ετερογενείς συνασπισμούς, συνδυάζοντας αταίριαστους μεταξύ τους εταίρους, όπως σοσιαλιστές με μετριοπαθείς laissez-faire και κληρικούς με αντικληρικούς, στη μάταιη αναζήτηση μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Το πολιτικό σύστημα που υποχρεώνει έναν τέτοιο αταίριαστο συνδυασμό κομμάτων να συνεργαστούν είναι αναπόφευκτο ότι θα επιτύχει συμφωνίες σε ευαίσθητα ζητήματα, ακόμα και σε ομαλές περιόδους. Μετά το 1929 οι γερμανικές κυβερνήσεις υποχρεώνονταν να κάνουν όλο και πιο διχαστικές πολιτικές και δύσκολες οικονομικές επιλογές. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους προέκυψε και το Σχέδιο Γιανγκ, μια διεθνής συμφωνία με την οποία η Γερμανία δεσμευόταν να συνεχίσει να πληρώνει αποζημιώσεις για τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο στους Συμμάχους, σε μειωμένο ποσοστό όμως. Παρ' όλο που η γερμανική διπλωματία είχε επιτύχει τη μείωση των αποζημιώσεων, η επικύρωση των αποζημιώσεων μέσω του Σχεδίου  Γιανγκ προκάλεσε γενική  κατακραυγή.  Τον Οκτώβριο εκδηλώθηκε και το κραχ της Ουόλ Στριτ. Το 1930, με την ανεργία να φτάνει στα ύψη, η κυβέρνηση έπρεπε να αποφασίσει αν θα επέκτεινε τα επιδόματα ανεργίας (όπως ζητούσαν οι σοσιαλιστές και οι αριστεροί καθολικοί) ή αν θα εξισορροπούσε τον προϋπολογισμό προκειμένου να ικανοποιήσει ξένους δανειστές (όπως ζητούσαν η μεσαία τάξη και τα συντηρητικά κόμματα). Η επιλογή ήταν ξεκάθαρη, στη Γερμανία όμως δεν υπήρχε κανενός είδους πλειοψηφία ικανή να πετύχει κάποια συμφωνία.

Όταν έπεσε η κυβέρνηση του καγκελάριου Χέρμαν Μίλερ, στις 27 Μαρτίου του 1930, το γερμανικό σύστημα διακυβέρνησης βρέθηκε σε αδιέξοδο. Ο Μίλερ, ένας ρεφορμιστής σοσιαλιστής, είχε προεδρεύσει από τον Ιούνιο του 1928 ενός μεγάλου συνασπισμού πέντε κομμάτων, στον οποίο περιλαμβάνονταν από σοσιαλιστές μέχρι το Καθολικό Κόμμα του Κέντρου, το μετριοπαθές κεντρώο Δημοκρατικό Κόμμα και το διεθνιστικό αλλά συντηρητικό Κόμμα του Λαού. Ο μεγάλος συνασπισμός άντεξε περισσότερο από κάθε άλλη κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, είκοσι ένα μήνες (Ιούνιος 1928-Μάρτιος 1930).

Ωστόσο, αυτή η διάρκεια αντί να αποτελεί ένδειξη δύναμης, σηματοδοτούσε την απουσία εναλλακτικών λύσεων. Βαθιές διαφωνίες πολιτικής τακτικής, οι οποίες είχαν καταστήσει αρκετά δύσκολη τη διακυβέρνηση όταν πρωτοσχηματίστηκε ο μεγάλος συνασπισμός, τη σχετικά ήρεμη περίοδο του Ιουνίου του 1928, δυο χρόνια αργότερα την καθιστούσαν αδύνατη, κυρίως μετά την οικονομική ύφεση που είχε οδηγήσει εκατομμύρια εργαζόμενους στην ανεργία. Η Αριστερά ήθελε αύξηση των φόρων για να διατηρηθούν τα επιδόματα ανεργίας· οι μετριοπαθείς και οι συντηρητικοί πρότειναν μείωση των κοινωνικών δαπανών, έτσι ώστε να μειωθούν και οι φόροι. Ο μεγάλος συνασπισμός προσέκρουσε σ' αυτούς τους υφάλους του κοινωνικού δικαίου και των φορολογικών ευθυνών. Μετά το Μάρτιο του 1930 δεν υπήρχε η δυνατότητα συγκρότησης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στη Γερμανία. Ο Χάινριχ Μπρίνινγκ, στέλεχος του καθολικού εργατικού συνδικάτου, κυβερνούσε ως καγκελάριος χωρίς να έχει την πλειοψηφία, υπολογίζοντας στον πρόεδρο Χίντενμπουργκ για να υπογράφονται οι νόμοι χωρίς να τους έχει εγκρίνει η πλειοψηφία, και έχοντας δικαιοδοσίες έκτακτης ανάγκης που του παραχωρήθηκαν με το Άρθρο 48 του συντάγματος. Έτσι οι Γερμανοί ανέχτηκαν σχεδόν τρία χρόνια αυτή την ακατάλληλη κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης που δε διέθετε κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ώσπου, τελικά, δόθηκε στον Χίτλερ η δική του ευκαιρία. Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι πως η έλευση του Χίτλερ στην εξουσία φάνηκε να δίνει επιτέλους τη δυνατότητα επιστροφής σε κυβερνήσεις πλειοψηφίας. Ο Χίτλερ ήταν ένα δώρο εξ ουρανού για τους συντηρητικούς επειδή, ως αρχηγός του μεγαλύτερου κόμματος της Γερμανίας από τον Ιούλιο του 1932, τους έδινε για πρώτη φορά τη δυνατότητα μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που θα απέκλειε την Αριστερά.

Τη στιγμή που το γερμανικό πολιτικό σύστημα έφτασε σε αδιέξοδο, στις 27 Μαρτίου του 1930, το ναζιστικό κόμμα ήταν ακόμα αρκετά μικρό (είχε κατακτήσει μόνο το 2,8% της λαϊκής ψήφου στις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου 1928). Όμως οι εθνικιστικές ταραχές λόγω του Σχεδίου Γιανγκ σε συνδυασμό με την κατάρρευση των τιμών στα γεωργικά προϊόντα και την αύξηση της ανεργίας στα αστικά κέντρα εκτόξευσε το ναζιστικό κόμμα στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1930 από τις 12 στις 107 έδρες σε σύνολο 491 — καθιστώντας το έτσι το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα. Οπότε, οποιαδήποτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία στη Γερμανία έπρεπε να περιλαμβάνει ή τους σοσιαλιστές ή τους ναζί. Η Αριστερά (ακόμα κι αν θεωρηθεί πως οι σοσιαλιστές, οι κομουνιστές και οι αριστεροί καθολικοί θα κατάφερναν να ξεπεράσουν τις βαθύτατες διαφορές τους σε βαθμό ικανοποιητικό, ώστε να μπορέσουν να κυβερνήσουν) είχε αποκλειστεί χωρίς δεύτερη σκέψη από τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ και τους συμβούλους του.

Ο μύθος του φασιστικού πραξικοπήματος στην Ιταλία αποπροσανατόλισε τη γερμανική Αριστερά και συνέβαλε στην εξασφάλιση της ολέθριας παθητικότητας του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) και του Γερμανικού Κομουνιστικού Κόμματος (KPD) στα τέλη του 1932 και στις αρχές του 1933. Και τα δυο περίμεναν ότι οι ναζί θα επιχειρούσαν πραξικόπημα, παρ' όλο που οι αναλύσεις τους σχετικά με την κατάσταση ήταν εντελώς διαφορετικές. Για το SPD η αναμενόμενη εξέγερση των ναζί θα αποτελούσε το έναυσμα για να δράσουν χωρίς να φέρουν πλέον το βάρος της παρανομίας, όπως είχαν κάνει επιτυχώς στην περίπτωση της γενικής απεργίας εναντίον του «Πραξικοπήματος Καπ» του 1920, όταν τα Ελεύθερα Τάγματα είχαν επιχειρήσει να καταλάβουν την εξουσία. Με δεδομένη αυτή την κατάσταση, ποτέ δε θεώρησαν ότι είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή για να αναμετρηθούν με τον Χίτλερ.

Κάτι που έμοιαζε πολύ με πραξικόπημα εκδηλώθηκε στη Γερμανία της Βαϊμάρης όχι από τους ναζί αλλά από τον συντηρητικό προκάτοχο τους, τον καγκελάριο Φραντς φον Πάπεν. Στις 20 Ιουλίου 1932 ο φον Πάπεν καθαίρεσε τη νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση του κρατιδίου (Land) της Πρωσίας, έναν συνασπισμό σοσιαλιστών με το Καθολικό Κόμμα του Κέντρου, κι έπεισε τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ να χρησιμοποιήσει τις δικαιοδοσίες έκτακτης ανάγκης που διέθετε προκειμένου να εγκαθιδρύσει μια νέα κυβέρνηση με αρχηγό τον ίδιο. Η κίνηση αυτή δικαιολογημένα θα είχε προκαλέσει την ισχυρή αντίδραση της Αριστεράς. Ωστόσο, οι αρχηγοί του KPD — δεσμευμένοι από τις ισχυρές πεποιθήσεις τους περί νομιμότητας, από τη ματαιότητα της απεργίας ως όπλου σε περίοδο μεγάλης ανεργίας και ίσως από τους δικαιολογημένους φόβους ότι η ανάληψη δράσης από την Αριστερά ενδεχομένως να οδηγούσε ακόμα περισσότερους Γερμανούς της μεσαίας τάξης στους κόλπους των ναζί — περιορίστηκαν σε μια ανώφελη μήνυση κατά του καγκελάριου φον Πάπεν. Οι σοσιαλιστές, από την στιγμή που απέτυχαν να αντισταθούν αποτελεσματικά στην παράνομη δράση του φον Πάπεν τον Ιούλιο του 1932 - και ενώ εξακολουθούσαν να είναι το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα της Γερμανίας - είχαν ακόμα λιγότερες ευκαιρίες να προβάλουν αντίσταση στον Χίτλερ, ο οποίος απέφευγε να αμφισβητήσει ευθέως τη νομιμότητα μέχρι τη στιγμή που ανέλαβε τον πλήρη έλεγχο, την άνοιξη του 1933.

Οι κομουνιστές ακολούθησαν μια εντελώς διαφορετική λογική, η οποία βασιζόταν στην πεποίθηση τους ότι η κοινωνική επανάσταση βρισκόταν πολύ κοντά. Σύμφωνα μ' αυτή την προοπτική, η επιτυχία των ναζί θα μπορούσε ουσιαστικά να βοηθήσει τον κομουνιστικό αγώνα προκαλώντας μια μεταστροφή της κοινής γνώμης πρώτα προς τη Δεξιά και στη συνέχεια, αναπόφευκτα, προς την Αριστερά. Οι σχεδιαστές της στρατηγικής του KPD, που είχαν σταθερά επικεντρωθεί στην επερχόμενη επανάσταση, θεωρούσαν τις ενέργειες του SPD για να σωθεί η Δημοκρατία της Βαϊμάρης «αντικειμενικά» αντιεπαναστατικές. Κατήγγειλαν τους σοσιαλιστές σαν «σοσιαλφασίστες». Το KPD, πεπεισμένο ότι το SPD ήταν εχθρός όπως και οι ναζί και επειδή συναγωνιζόταν τους ναζί για το ποιος θα κέρδιζε την ίδια ρευστή ομάδα οπαδών (ειδικά των ανέργων), έφτασε ακόμα και στο σημείο να συνεργαστεί μαζί τους σε μια λευκή απεργία κατά του συστήματος συγκοινωνιών του Βερολίνου το Νοέμβριο του 1932. Το τελευταίο που σκόπευαν να κάνουν οι Γερμανοί κομουνιστές ήταν να βοηθήσουν το SPD να σώσει τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Η εκλογική επιτυχία του Χίτλερ — κατά πολύ μεγαλύτερη από εκείνη του Μουσολίνι — του χάρισε μεγαλύτερη αυτονομία στις διαπραγματεύσεις με τους πολιτικούς παράγοντες των οποίων τη βοήθεια χρειαζόταν προκειμένου να πάρει στα χέρια του την εξουσία. Αφότου παρέλυσαν οι γερμανικοί κυβερνητικοί μηχανισμοί κατά την περίοδο που ακολούθησε το 1930, η ευθύνη για την εξεύρεση λύσης περιορίστηκε σε ελάχιστα άτομα (κάτι που έγινε πιο έντονα αισθητό απ' ό,τι στην Ιταλία): στον πρόεδρο Χίντενμπουργκ, το γιο του Όσκαρ και μερικούς άλλους έμπιστους συμβούλους και στους δύο τελευταίους καγκελάριους της Βαϊμάρης, τον Φραντς φον Πάπεν και τον Κουρτ φον Σλάιχερ. Αρχικά προσπάθησαν να κρατήσουν μακριά τον άξεστο Αυστριακό πρώην δεκανέα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τη δεκαετία του 1930 οι υπουργοί υποτίθεται ότι ανήκαν στην τάξη των ευγενών. Η τοποθέτηση φασιστών στην κυβέρνηση αποτελούσε το μέτρο της απόγνωσης τους.

Ο καθολικός αριστοκράτης Φραντς φον Πάπεν επιχείρησε ως καγκελάριος (Ιούλιος-Νοέμβριος 1932) να κυβερνήσει χωρίς πολιτικούς, μέσω μιας επονομαζόμενης κυβέρνησης βαρόνων που αποτελούνταν από τεχνοκράτες και εξέχουσες προσωπικότητες από χώρους εκτός της πολιτικής. Διακινδυνεύοντας τη διεξαγωγή εθνικών εκλογών τον Ιούλιο, έδωσε την ευκαιρία στους ναζί να γίνουν το μεγαλύτερο κόμμα. Στη συνέχεια ο φον Πάπεν προσπάθησε να εντάξει και τον Χίτλερ στην κυβέρνηση ως αντικαγκελάριο, μια θέση χωρίς εξουσία, όμως ο αρχηγός των ναζί διέθετε αρκετή διορατικότητα και τόλμη ώστε να μη δεχτεί τίποτα λιγότερο από το ανώτατο αξίωμα. Αυτή η εξέλιξη έκανε τον Χίτλερ να περάσει το γεμάτο ένταση φθινόπωρο του 1932 μέσα σε μια ατμόσφαιρα αγωνιώδους αναμονής, προσπαθώντας να καθησυχάσει τους ανήσυχους και πεινασμένους για εξουσία στρατιωτικούς του, ενώ ο ίδιος τα έπαιζε όλα για όλα.

Οι ναζί (όπως και οι φασίστες νωρίτερα) ενέτειναν τις βιαιοπραγίες τους, επιλέγοντας προσεκτικά τους στόχους τους, με την ελπίδα να επιδεινώσουν την υπάρχουσα κρίση. Το αποκορύφωμα της ναζιστικής βίας στους δρόμους της Γερμανίας ήρθε μετά τις 16 Ιουνίου του 1932, όταν ο καγκελάριος φον Πάπεν ανακάλεσε την απαγόρευση όσον αφορά τις στολές των Ταγμάτων Εφόδου που είχε επιβάλει τον Απρίλιο ο Μπρίνινγκ. Στις φρικιαστικές εβδομάδες που ακολούθησαν, 103 άτομα σκοτώθηκαν και εκατοντάδες τραυματίστηκαν.

Ο Μουσολίνι είχε φανεί πιο μετριοπαθής στις διαπραγματεύσεις του για την κατάληψη της εξουσίας και είχε βασιστεί περισσότερο απ' ό,τι ο Χίτλερ στην απροκάλυπτη βία. Τείνουμε να ξεχνάμε ότι στην πορεία προς την εξουσία ο φασισμός του Μουσολίνι ήταν πιο βίαιος από το ναζισμό. Μόνο στις 5 Μαΐου του 1921, ημέρα εκλογών, σκοτώθηκαν 19 άτομα και τραυματίστηκαν 104 σε επεισόδια πολιτικής βίας στην Ιταλία. Παρ' όλο που οι στατιστικές είναι αναξιόπιστες, πιθανές εκτιμήσεις των νεκρών σε επεισόδια πολιτικής βίας στην Ιταλία την περίοδο 1920-22 περιλαμβάνουν πεντακόσιους με εξακόσιους φασίστες και δύο χιλιάδες αντιφασίστες και μη φασίστες, επιπλέον άλλους χίλιους μη φασίστες κατά την περίοδο 1923-'26.

Η λύση του φον Πάπεν να προκηρύξει νέες εκλογές στις 6 Νοεμβρίου μείωσε κάπως το ποσοστό ψήφων των ναζί (οι κομουνιστές κέρδισαν και πάλι έδαφος), δε συνέβαλε όμως καθόλου στο να βγει η Γερμανία από το συνταγματικό αδιέξοδο. Στις 2 Δεκεμβρίου ο πρόεδρος Χίντενμπουργκ τον αντικατέστησε στο αξίωμα του καγκελάριου με έναν ανώτερο αξιωματικό του στρατού που θεωρούνταν περισσότερο τεχνοκράτης παρά συντηρητικός, το στρατηγό Κουρτ φον Σλάιχερ. Στις λίγες εβδομάδες που παρέμεινε ο Σλάιχερ στην εξουσία (Δεκέμβριος 1932-Ιανουάριος 1933) προετοίμασε ένα δραστικό πρόγραμμα δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας και αποκατέστησε τις σχέσεις με τα συνδικαλιστικά όργανα. Προσδοκώντας να επιτύχει την ουδετερότητα των ναζί στη βουλή, προσέγγισε τον Γκρέγκορ Στράσερ, επικεφαλής της κομματικής διοίκησης και αρχηγό του αντικαπιταλιστικού ρεύματος εντός του κόμματος (ο Χίτλερ ποτέ δεν ξέχασε και ποτέ δε συγχώρεσε την «προδοσία» του Στράσερ).

Στη συγκεκριμένη περίοδο, ο Χίτλερ βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Οι ψήφοι του μειώθηκαν για πρώτη φορά στις εκλογές της 6 ης Νοεμβρίου, γεγονός που του κόστισε το πολυτιμότερο πλεονέκτημα του: την κεκτημένη του ταχύτητα. Το θησαυροφυλάκιο του κόμματος είχε σχεδόν αδειάσει. Ο Γκέοργκ Στράσερ δεν ήταν το μόνο ανώτερο στέλεχος των ναζί που, απαυδισμένος από την τακτική του «όλα ή τίποτα» την οποία ακολουθούσε ο Χίτλερ, είχε αρχίσει να εξετάζει κι άλλες ευκαιρίες.

Ο Φραντς φον Πάπεν ήταν εκείνος που έσπευσε να σώσει τον αρχηγό των ναζί. Χολωμένος με τον Σλάιχερ που του είχε πάρει τη θέση, κανόνισε κρυφά μια συμφωνία, έτσι ώστε να γίνει ο Χίτλερ καγκελάριος και ο ίδιος αναπληρωτής καγκελάριος - μια θέση από την οποία ο φον Πάπεν ήλπιζε ότι θα μπορούσε να ελέγχει τα πάντα. Ο γηραιός Χίντενμπουργκ, πεπεπεισμένος από το γιο του και από άλλους στενούς συμβούλους του ότι ο Σλάιχερ σχεδίαζε να τον καθαιρέσει και να εγκαθιδρύσει στρατιωτική δικτατορία, έχοντας επίσης πειστεί από τον φον Πάπεν ότι δεν υπήρχε καμία άλλη συντηρητική επιλογή, διόρισε την κυβέρνηση Χίτλερ-φον Πάπεν στις 30 Ιανουαρίου του 1933. Σύμφωνα με διαπίστωση του Άλαν Μπούλοκ, μια «σκανδαλώδης συνωμοσία» είχε «ανεβάσει» τον Χίτλερ στην εξουσία.


Εκλογές, πραξικόπημα, ατομικός θρίαμβος

Οι Γερμανοί ψηφοφόροι δεν έδωσαν ποτέ στους ναζί την πλειοψηφία, όπως έχει επανειλημμένα υποστηριχθεί. Όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, οι ναζί έγιναν το μεγαλύτερο κόμμα του γερμανικού Ράιχσταγκ στις εκλογές της 31 ης Ιουλίου 1932, με 37,2 τοις εκατό. Στη συνέχεια υποχώρησαν στο 33,1 τοις εκατό στις βουλευτικές εκλογές της 6ης Νοεμβρίου του 1932. Στις εκλογές της 6ης Μαρτίου 1933, με τον Χίτλερ καγκελάριο και το ναζιστικό κόμμα να ελέγχει όλους τους πόρους του γερμανικού κράτους, το αποτέλεσμα ήταν κάπως καλύτερο, 43,9 τοις εκατό. Σ' εκείνες τις εκλογές περισσότεροι από ένας στους δύο Γερμανούς καταψήφισαν τους υποψήφιους των ναζί. παρ' όλη την τρομοκρατία των Ταγμάτων Εφόδου. Το ιταλικό φασιστικό κόμμα είχε κερδίσει 35 από τις 535 συνολικά έδρες στις μοναδικές ελεύθερες εκλογές στις οποίες συμμετείχε, στις 15 Μαΐου του 1921.

Από την άλλη, ούτε ο Χίτλερ ούτε ο Μουσολίνι δεν κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα. Κανείς τους δεν ανέλαβε τα ηνία του κράτους με τη βία, μολονότι και οι δυο τους είχαν χρησιμοποιήσει βία προτού πάρουν την εξουσία, προκειμένου να αποσταθεροποιήσουν το υπάρχον καθεστώς- θα τη χρησιμοποιούσαν και αργότερα, προκειμένου να μετατρέψουν τις κυβερνήσεις τους σε δικτατορίες. Ακόμα και οι πιο σχολαστικοί συγγραφείς αναφέρονται στη «βίαιη κατάληψη της εξουσίας» από τους ναζί, η φράση αυτή όμως περιγράφει μάλλον τι έκαναν οι δύο φασίστες αρχηγοί αφότου πήραν την εξουσία στα χέρια τους και όχι πώς έφτασαν μέχρι εκεί.

Και ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ ανέλαβαν την εξουσία ως αρχηγοί κυβέρνησης έπειτα από πρόσκληση που τους απηύθυνε ο αρχηγός του κράτους κατά τη νόμιμη άσκηση των καθηκόντων του, ύστερα από παρότρυνση πολιτικών και στρατιωτικών συμβούλων. Οπότε, και οι δύο έγιναν αρχηγοί κυβερνήσεων στα πλαίσια της νόμιμης, ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν εκ πρώτης όψεως, συνταγματικής εξουσίας που ασκούσαν ο βασιλιάς Βιτόριο Εμανουέλε Γ' και ο πρόεδρος Χίντενμπουργκ. Πρέπει οπωσδήποτε να προσθέσουμε ότι και οι δύο διορισμοί έγιναν κάτω από συνθήκες έντονης κρίσης, τις οποίες είχαν υποβοηθήσει οι φασίστες.

Πράγματι, καμία στασιαστική πρακτική εναντίον ενός κράτους δεν έχει ανεβάσει τους φασίστες στην εξουσία. Απολυταρχικές δικτατορίες έχουν πολλές φορές καταστείλει τέτοιου είδους απόπειρες. Κάτι παρόμοιο συνέβη τρεις φορές στη ρουμανική Λεγεώνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, το πιο εκστατικά θρησκευτικό απ' όλα τα φασιστικά κινήματα κι ένα από τα πιο πρόθυμα να δολοφονήσει εβραίους και αστούς πολιτικούς. Σε μια Ρουμανία που κυβερνούνταν με άθλιο τρόπο από μια διεφθαρμένη και περιορισμένη ολιγαρχία, υπήρχε μια ιδιαίτερα φλογερή συμπάθεια ανάμεσα στη λεγεώνα και στους οπαδούς της, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν πολιτικά αδιάφοροι αγρότες που είχαν θαμπωθεί από τον νεαρό Κορνέλιου Κοντρεάνου και τους μαθητές του, οι οποίοι περιόδευαν στα απομακρυσμένα χωριά καβάλα σε άλογα, ντυμένοι με πράσινα πουκάμισα και κρατώντας θρησκευτικά και πατριωτικά λάβαρα.

Έπειτα από μια ιδιαίτερα άγονη περίοδο κοινοβουλευτικών συγκρούσεων και συμμαχιών, ο βασιλιάς Κάρολος της Ρουμανίας ανέλαβε εξουσίες δικτάτορα στις 10 Φεβρουαρίου του 1938. Το Νοέμβριο, έχοντας προσπαθήσει ανεπιτυχώς να κάνει δεκτή την όλο και πιο βίαιη λεγεώνα στο δικό του επίσημο Μέτωπο Εθνικής Αναγέννησης, συνέλαβε τον Κοντρεάνου, ο οποίος στη συνέχεια σκοτώθηκε μαζί με μερικούς συνεργάτες του «στην προσπάθεια τους να αποδράσουν». Ο αντικαταστάτης του Κοντρεάνου, Χόρια Σίμα, απάντησε τον Ιανουάριο του 1939 με εξέγερση, η οποία κατεστάλη ανελέητα από τη βασιλική δικτατορία.

Ο Κάρολος παραιτήθηκε το Σεπτέμβριο του 1940, αφού η νικηφόρα Γερμανία ανάγκασε τη Ρουμανία να παραχωρήσει εδάφη της στην Ουγγαρία και στη Βουλγαρία. Ο νέος δικτάτορας της Ρουμανίας, ο στρατηγός (και στη συνέχεια στρατάρχης) Ίον Αντονέσκου, σε μια προσπάθεια του να χαλιναγωγήσει τους οπαδούς της λεγεώνας, την έκανε το μοναδικό κόμμα στο «Εθνικό Λεγεωνάριο Κράτος» που δημιούργησε στις 15 Σεπτεμβρίου του 1940. Ο Χόρια Σίμα, ο νέος παρορμητικός αρχηγός της λεγεώνας, ίδρυσε «παράλληλες» αστυνομικές και εργατικές οργανώσεις και ξεκίνησε την κατάσχεση των εβραϊκών περιουσιών, αποδιοργανώνοντας σε τέτοιο βαθμό το ρουμανικό κράτος και την οικονομία, ώστε τον Ιανουάριο του 1941 ο Αντονέσκου αποφάσισε, με την έγκριση του Χίτλερ, να περιορίσει τις εξουσίες του Χόρια. Στις 21 Ιανουαρίου η λεγεώνα ξεκίνησε μια ευρείας κλίμακας εξέγερση και πογκρόμ που καταπνίγηκαν από τον Αντονέσκου «στο πιο ακραίο παράδειγμα» συντηρητικής καταστολής του φασισμού. Ο Αντονέσκου εξόντωσε τη λεγεώνα και αντικατέστησε το Εθνικό Λεγεωνάριο Κράτος με μια φιλογερμανική αλλά μη φασιστική στρατιωτική δικτατορία.

Και μερικά άλλα φασιστικά πραξικοπήματα δεν είχαν καλύτερη κατάληξη. Ενώ το πραξικόπημα του αυστριακού ναζιστικού κόμματος που εκδηλώθηκε στις 25 Ιουλίου του 1934 κατάφερε να δολοφονήσει τον καγκελάριο Ένγκελμπερτ Ντόλφους, ο διάδοχος του Κουρτ φον Σούσνινγκ κατέπνιξε το ναζισμό στην Αυστρία και κυβέρνησε με τη βοήθεια ενός ιερατικού-απολυταρχικού κόμματος, του Πατριωτικού Μετώπου.

Μολονότι οι συντηρητικοί μπορεί να δέχονταν τη βία εναντίον των σοσιαλιστών και των συνδικαλιστών, σε καμία περίπτωση όμως δεν ανέχονταν τη βία που στρεφόταν ενάντια στο κράτος. Όσον αφορά την περίπτωση τους, οι περισσότεροι φασίστες ηγέτες είχαν καταλάβει πως μια βίαιη κατάληψη της εξουσίας, παρ' όλες τις αντιδράσεις των συντηρητικών και των στρατιωτικών, θα ήταν εφικτή μόνο με τη βοήθεια μαχητών του δρόμου, κάτω από συνθήκες κοινωνικών αναταραχών που πιθανόν να οδηγούσαν σε αιφνιδιαστικές επιθέσεις κατά της ιδιωτικής περιουσίας, της κοινωνικής ιεραρχίας και του κρατικού μονοπωλίου των ενόπλων δυνάμεων. Έτσι, η προσφυγή των φασιστών σε άμεση δράση ενείχε τον κίνδυνο να παραχωρηθούν προνόμια στον βασικότερο εχθρό του φασισμού, την Αριστερά, που εξακολουθούσε να είναι ισχυρή στους δρόμους και στους χώρους εργασίας στην Ευρώπη του μεσοπολέμου. Επίσης, τέτοιου είδους στρατηγικές θα αποξένωναν τα στοιχεία εκείνα - το στρατό και την αστυνομία — που οι φασίστες θα χρειάζονταν αργότερα για το σχεδιασμό και την εφαρμογή μιας επιθετικής εθνικής επέκτασης. Τα φασιστικά κόμματα, όσο βαθιά κι αν ήταν η περιφρόνηση τους για τους συντηρητικούς, δεν είχαν καμία προοπτική αν προσεταιρίζονταν ομάδες που θα επεδίωκαν να πλήξουν τα θεμέλια της συντηρητικής δύναμης.

Μια που η πορεία του φασισμού προς την εξουσία πάντοτε περνούσε μέσα από συνεργασίες με συντηρητικές ελίτ, τουλάχιστον στις περιπτώσεις που είναι γνωστές μέχρι στιγμής, η ισχύς που διαθέτει το ίδιο το φασιστικό κίνημα είναι ένας μόνο από τους παράγοντες που καθορίζουν την κατάκτηση (ή όχι) της εξουσίας, αν και σίγουρα ιδιαίτερα σημαντικός. Όπως είδαμε, οι φασίστες διέθεταν πλήθος οπαδών και ισχύ επιβολής να προσφέρουν στους συντηρητικούς, που διένυαν περιόδους κρίσης στην Ιταλία και στη Γερμανία. Ωστόσο, εξίσου σημαντική ήταν η προθυμία της συντηρητικής ελίτ να συνεργαστεί με τους φασίστες· μια ανάλογη ευελιξία από τους αρχηγούς των φασιστικών κινημάτων· και η επείγουσα ανάγκη της κρίσης που τους ώθησε να συνεργαστούν.

Από το gfragoulis.blogspot.gr

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση