iphone app
android app
iphone app android app
Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο


Την Κυριακή συμπληρώθηκαν 62 χρόνια. Ήταν - και τότε - ημέρα Κυριακή. Ήταν η Κυριακή που ο Νίκος Μπελογιάννης εκτελείται άνανδρα και η εκτέλεση αυτή βάφει μια μαύρη σελίδα στη σύγχρονη ιστορία του τόπου μας.

Του Στέλιου Ζερβού

Ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν Έλληνας αγωνιστής της αντίστασης κατά των Γερμανών και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, που εκτελέστηκε το 1952 ως κομμουνιστής με την κατηγορία της κατασκοπίας. Η δίκη και η εκτέλεσή του έλαβαν μεγάλη δημοσιότητα και προκάλεσαν διεθνείς αντιδράσεις, ενώ έμεινε στην ιστορία ως παράδειγμα υπερβολικής σκληρότητας των μετεμφυλιοπολεμικών αντικομμουνιστικών διώξεων.


Οκτώβρης του '15

Ο Νίκος Μπελογιάννης γεννήθηκε... τον Οκτώβρη του 1915 στην Αμαλιάδα, όπου και πέρασε τα τρυφερά παιδικά του χρόνια. Είχε δύο αδελφές, την Αργεντίνα (πέθανε από φυματίωση στην Κατοχή) και την Ελένη (πέθανε μετά από φρικτά βασανιστήρια της χωροφυλακής το 1948), ενταγμένες και αυτές στο λαϊκό κίνημα. Τελειώνοντας το γυμνάσιο, με τη μικρή οικονομική άνεση που είχε ο πατέρας του, πήγε στην Αθήνα και τελείωσε τη Νομική Σχολή Αθηνών. Ήδη από το γυμνάσιο είχε έρθει σε επαφή με τις ιδέες της Αριστεράς στους κόλπους των αγροτών.

Στα μαθητικά του λοιπόν χρόνια εντάσσεται στην ΟΚΝΕ και από το 1934 γίνεται και μέλος του ΚΚΕ, ενώ κατά την Κατοχή θα συμμετέχει και στα ένοπλα τμήματα του ΕΛΑΣ. Το 1934 συλλαμβάνεται για πρώτη φορά, ενώ το 1936 θα καταδικαστεί ερήμην σε δύο χρόνια φυλάκιση για συμμετοχή σε αγροτικές κινητοποιήσεις. Κατά τα φοιτητικά του χρόνια θα πάρει μέρος στο αντιφασιστικό μέτωπο Σοφούλη. Λίγους μήνες μετά θα συλληφθεί και θα εκτοπιστεί στην Ίο. Το Δεκέμβρη του ίδιου έτους θα πάρει χάρη για να στρατευτεί. Η δικτατορία του Μεταξά τον βρίσκει, λοιπόν, στρατιώτη.


Βασανιστήρια

Το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου του 1936, του Ιωάννη Μεταξά, σηματοδοτεί και την έναρξη ενός ανηλεούς αντικομμουνιστικού μένους. Οι φυλακίσεις, οι εξορίες και τα βασανιστήρια σημάδεψαν τη ζωή του Νίκου Μπελογιάννη. Την στιγμή που οι ναζί εισβάλουν στην Ελλάδα, ο Μπελογιάννης βρίσκεται κρατούμενος στις φυλακές Ακροναυπλίου. Ζητά την ελευθερία του για συμμετάσχει στον πόλεμο, αλλά η κυβέρνηση αρνείται. Καταφέρνει να αποδράσει και εντάσσεται στον ΕΛΑΣ ως καπετάνιος μεραρχίας στην Πελοπόννησο.

Με την απελευθέρωση της χώρας από τους ναζί και το ξέσπασμα του εμφύλιου πολέμου, ο Μπελογιάννης αναλαμβάνει ρόλο πολιτικού επιτρόπου της 10ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού. Από αυτήν τη θέση θα παλέψει για τα ιδανικά του μέχρι και την τελευταία στιγμή της εμφύλιας σύρραξης. Το 1949, μετά την ήττα, εγκαταλείπει τη χώρα, βρίσκοντας προσωρινό καταφύγιο στις γειτονικές σοσιαλιστικές χώρες.


Ερρίκος Πανόζ

Ένα χρόνο αργότερα, τον Ιούνιο του 1950, ως μέλος πλέον της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, επιστρέφει στην Ελλάδα με εντολή να ανασυγκροτήσει και να οργανώσει τους μηχανισμούς του ΚΚΕ στην Αθήνα, το οποίο βάσει νόμου θεωρείται παράνομο, προδοτικό και ξενοκίνητο κόμμα, που δρα ενάντια στην εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας. Έτσι, το 1950 ο Νίκος Μπελογιάννης φτάνει παράνομα στην Ελλάδα με αργεντίνικο διαβατήριο και το όνομα Ερρίκος Πανόζ. Διαμένει για μικρό διάστημα στο ξενοδοχείο "Μέγα" στην οδό Σταδίου και αλλάζει αμέσως ταυτότητα με μια πλαστή με ελληνική υπηκοότητα.

Περίπου ένα χρόνο μετά τη λήξη του εμφύλιου πολέμου, ο Νίκος Μπελογιάννης και 93 ακόμη σύντροφοί του - μεταξύ των οποίων ο δημοσιογράφος Στάθης Δρομάζος, ο Στέργιος Γραμμένος και η Έλλη Παππά - συλλαμβάνονται και στις 22 Οκτωβρίου 1951 οδηγούνται σε δίκη. Κατηγορούνται για απόπειρα ανασυγκρότησης του Κομουνιστικού Κόμματος Ελλάδος (ΚΚΕ), το οποίο - βάσει του Αναγκαστικού Νόμου 509/1947 - θεωρείται παράνομο, προδοτικό και ξενοκίνητο κόμμα, που δρα ενάντια στην εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας.

Στις 29 Δεκεμβρίου η Ασφάλεια ανακοινώνει τη σύλληψη 30 ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ. Στον Τύπο αφήνεται να εννοηθεί ότι μερικά από αυτά στάλθηκαν από το εξωτερικό στην Ελλάδα για κατασκοπία, και μετά από εννιά μήνες βασανιστηρίων, τον Οκτώβρη του 1951, οδηγείται ενώπιον του έκτακτου Στρατοδικείου.


Η απολογία

«Τα δικαστήριά σας είναι δικαστήρια σκοπιμότητας. Γι' αυτό δε ζητώ την επιείκειά σας. Αντικρίζω την καταδικαστική σας απόφαση με περηφάνια και ηρεμία. Με το κεφάλι ψηλά θα σταθώ μπροστά στο εκτελεστικό σας απόσπασμα. Αλλά είμαι σίγουρος πως θα 'ρθει η μέρα που οι ίδιοι δικαστές που τώρα με δικάζουν θα ζητήσουν χάρη απ' τον ελληνικό λαό. Δεν έχω άλλο τίποτε να πω», θα δηλώσει ο Μπελογιάννης κλείνοντας την απολογία του.

Η διεθνής κατακραυγή αναγκάζει τον τότε πρωθυπουργό Νικόλαο Πλαστήρα να ανακοινώσει την άρση της απόφασης. Διανοούμενοι από όλο τον κόσμο, πολιτικοί ηγέτες και καλλιτέχνες πιέζουν την ελληνική κυβέρνηση να δείξει έλεος. Ωστόσο, στη διχασμένη μετεμφυλιακή Ελλάδα αποφασίζεται ότι ο Μπελογιάννης και μερικοί ακόμη σύντροφοί του θα δικαστούν και πάλι με την κατηγορία της κατασκοπίας, η οποία θα ενισχυθεί όταν οι Αρχές θα ανακοινώσουν στις 14 Νοεμβρίου 1951 ότι βρήκαν παράνομους ασύρματους σε χώρους κομμουνιστών σε Καλλιθέα και Γλυφάδα.

Στις 15 Φεβρουαρίου 1952 ξεκινάει το δεύτερο μέρος της πολύκροτης δίκης, η οποία έσπασε τα σύνορα της Ελλάδας και κέντρισε το ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Δεσπόζουσα μορφή, ο 37χρονος Μπελογιάννης, ο οποίος παρακολουθεί την όλη διαδικασία μ' ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο χέρι, άψογα ντυμένος και με περισσή ευπρέπεια και ψυχραιμία. Ο έρωτάς του για την Έλλη Παππά, που γεννάει το παιδί τους μέσα στη φυλακή, συγκλονίζει όλο τον κόσμο.

Ο Μπελογιάννης, ενώπιον του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών, αντικρούει όλες τις κατηγορίες περί κατασκοπίας και δηλώνει: «Εμείς αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από εκείνους που μας κατηγορούν. Το αποδείξαμε τότε που η λευτεριά, η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα βρίσκονταν σε κίνδυνο. Παλεύουμε για να ξημερώσουν και για την πατρίδα μας καλύτερες μέρες, χωρίς πείνα και πόλεμο. Κι αν χρειαστεί θυσιάζουμε γι' αυτό και τη ζωή μας».


Η καταδίκη

Την 1η Μαρτίου, ο Νίκος Μπελογιάννης, κρατώντας ένα γαρύφαλλο όπως κάθε μέρα κατά τη διάρκεια της δίκης, ακούει τον πρόεδρο του Στρατοδικείου να ανακοινώνει ότι μαζί με επτά συντρόφους του (Δημήτρης Μπάτσης, Ηλίας Αργυριάδης, Νίκος Καλούμενος, Τάκης Λαζαρίδης, Χαρίλαος Τουλιάτος, Μιλτιάδης Μπισμπιάνος και Έλλη Ιωαννίδου) καταδικάζεται σε θάνατο.

Ο Πάμπλο Πικάσο σκιτσάρει το πορτρέτο του Μπελογιάννη με το γαρύφαλλο. Ο κομμουνιστής κρατούμενος γίνεται παγκόσμιο σύμβολο. Λίγες ημέρες αργότερα έρχεται στο φως της δημοσιότητας ένα γράμμα από το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ Νίκο Πλουμπίδη, με το οποίο αναλαμβάνει κάθε ευθύνη για την οργάνωση του ΚΚΕ στην Ελλάδα και υπόσχεται να παραδοθεί στις αρχές με αντάλλαγμα να μην εκτελεστεί ο Νίκος Μπελογιάννης. Η γνησιότητα του γράμματος του Πλουμπίδη αμφισβητείται από το ΚΚΕ, όχι όμως και από το υπουργείο Εσωτερικών, το οποίο ωστόσο αρνείται να διαπραγματευτεί με τον καταζητούμενο Νίκο Πλουμπίδη.

Όλες οι προσπάθειες και οι διεθνείς πιέσεις για απόδοση χάριτος στον Μπελογιάννη απέβησαν άκαρπες. Το "πυρ" για τη διάπραξη αυτού του στυγερού εγκλήματος διατάχτηκε από το μετεμφυλιακό καθεστώς της άρχουσας τάξης της Ελλάδας μαζί με τους Αμερικανούς συμμάχους της. Η κυβέρνηση Πλαστήρα, το παλάτι, το στρατιωτικό και παραστρατιωτικό κατεστημένο θέλουν να απαλλαγούν οριστικά από τον κομμουνιστή κρατούμενο και να σταματήσει η διεθνής κατακραυγή.


2:30 ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ «Ναι, Νίκο, πάτε για εκτέλεση...»

Στις 25 Μαρτίου του 1952 οι κρατούμενοι έπεσαν να κοιμηθούν. Κοιμόντουσαν με τα ρούχα συνήθως, αφού από στιγμή σε στιγμή ανέμεναν το θάνατο. Όμως, τώρα ήταν Σάββατο και γνώριζαν καλά ότι Κυριακή δε γίνονταν εκτελέσεις. Κατά τις 2:30 το ξημέρωμα της Κυριακής το κρατητήριο φωτίζεται. Ο Μπελογιάννης πετιέται όρθιος. Ένας φύλακας τού ανοίγει την πόρτα, ο Μπελογιάννης τον ρωτά: «Πάμε για καθαρό αέρα;».

«Ναι, Νίκο, πάτε για εκτέλεση...».

Οι δήμιοι του Μπελογιάννη αποφάσισαν να τους εκτελέσουν Κυριακή, την ημέρα του Θεού, που κανένας σε ολόκληρο τον κόσμο δεν επιτρέπεται να πεθάνει στο απόσπασμα. Ο λόγος ήταν ότι οι Αρχές φοβόντουσαν τις κινητοποιήσεις. Πρώτος βγαίνει ο Μπελογιάννης, μετά ο Μπάτσης. Του Λαζαρίδη του είπαν: «Εσύ κάτσε». Από τους 8 καταδικασμένους σε θάνατο πήραν μόνο τους Νίκο Μπελογιάννη, Ηλία Αργυριάδη, Νίκο Καλούμενο και Δημήτρη Μπάτση. Τον Λαζαρίδη τον άφησαν λόγω ηλικίας και την Έλλη Παππά, παρά το ότι είχε ζητήσει να μην εξαιρεθεί και να πεθάνει με τον Μπελογιάννη, την άφησαν λόγω της προχωρημένης της εγκυμοσύνης.

Στις 4:12 δίνεται η χαριστική βολή...

Την ίδια μέρα της εκτέλεσης, ο Γιάννης Ρίτσος, εξόριστος στον Αϊ Στράτη, γράφει στο ποίημά του "Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο": «Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε./Μ' ένα γαρύφαλλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία./Μ' ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώσει (...)».

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση