iphone app
android app
iphone app android app
Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017
ΕΚΤ

Έγκριση από την ΕΚΤ για ρυθμίσεις στα δάνεια


Εως τις 20 Ιουνίου αναμένεται να έχει ψηφιστεί η ρύθμιση του υπουργείου Ανάπτυξης για τη διευκόλυνση των νοικοκυριών που έχουν οφειλές από στεγαστικά δάνεια, μετά το «πράσινο φως» που έδωσε χθες και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Σημείο διαφωνίας φαίνεται ωστόσο ότι θα αποτελέσουν οι ρυθμίσεις περί διαμεσολάβησης που προωθεί το υπουργείο Δικαιοσύνης και αφορούν τον νόμο 3869/2010 -γνωστό ως νόμο Κατσέλη- για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Σύμφωνα με πληροφορίες, βάσει των σχετικών ρυθμίσεων, η διαδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού αντικαθίσταται από τον θεσμό της διαμεσολάβησης, που προβλέπει ότι η υποβολή της αίτησης για την υπαγωγή στον νόμο συνοδεύεται και από την επιβάρυνση ενός δυσανάλογου κόστους για τον δανειολήπτη.

Το κόστος προκύπτει από την αμοιβή του διαμεσολαβητή που φθάνει τα 200 ευρώ, πλέον τα έξοδα του δικηγόρου, που φθάνουν τα 500 ευρώ, αλλά και ένα ποσοστό 0,3% που υπολογίζεται επί του συνόλου της οφειλής του δανειολήπτη. Η σχετική διάταξη αποδίδεται στο υπουργείο Δικαιοσύνης και σύμφωνα με πληροφορίες, προσκρούει στις προθέσεις του υπουργείου Ανάπτυξης, που προτάσσει το υψηλό κόστος που συνεπάγεται για ένα υπερχρεωμένο νοικοκυριό που καταφεύγει στις ευνοϊκές διατάξεις του νόμου, προκειμένου να ελαφρύνει το βάρος του.

Εκτός από τη διάταξη περί διαμεσολάβησης, η βασικότερη αλλαγή στον νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά αφορά την υποχρέωση όσων κάνουν αίτηση για να ενταχθούν στο νόμο, να καταβάλουν έως την εκδίκαση της υπόθεσης και τη συνολική ρύθμιση των δανείων τους ένα ελάχιστο ποσό δόσης - ανάλογα με τις δυνατότητες που θα τους αναγνωρίσει το Δικαστήριο. Με βάση το σημερινό καθεστώς, η δόση του δανείου πάγωνε με την υποβολή της αίτησης, δημιουργώντας φαινόμενα κατάχρησης του νόμου. Για την αποφυγή παρόμοιων φαινομένων, η ΕΚΤ καλεί σε εκτεταμένη και συστηματική εξέταση των στοιχείων των δανειοληπτών.

Σε ό,τι αφορά τη νέα ρύθμιση για τους ενήμερους δανειολήπτες, δικαίωμα υπαγωγής στο πρόγραμμα έχουν μισθωτοί και συνταξιούχοι ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, ελεύθεροι επαγγελματίες, η δραστηριότητα των οποίων παρέχεται αποκλειστικά σε ένα νομικό πρόσωπο, και άνεργοι. Στη ρύθμιση υπάγονται τα μη ληξιπρόθεσμα δάνεια από πιστωτικά ιδρύματα για τα οποία έχει εγγραφεί προσημείωση ή υποθήκη στην κύρια κατοικία του οφειλέτη, η αντικειμενική αξία της οποίας δεν ξεπερνά τις 180.000 ευρώ.

Οι όροι για να υπαχθεί κάποιος στη ρύθμιση πρέπει να πληρούνται σωρευτικά και είναι: α) Το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του νοικοκυριού να μην υπερβαίνει σε αντικειμενική αξία τις 250.000 ευρώ. β) Το σύνολο των καταθέσεων που βρίσκονται στην κατοχή του νοικοκυριού να μην ξεπερνά τις 10.000 ευρώ και

γ) Το ανεξόφλητο υπόλοιπο των συνολικών δανειακών υποχρεώσεων του νοικοκυριού (κεφάλαιο) να μην ξεπερνά τις 150.000 ευρώ.

Οι δανειολήπτες που μπορούν να επωφεληθούν της ρύθμισης διακρίνονται σε:

1. Οσους έχουν ετήσιο καθαρό οικογενειακό εισόδημα έως 25.000 ευρώ και έχουν υποστεί μείωση του μισθού τους κατά 20% την τελευταία τριετία. Για 48 μήνες καταβάλλουν δόση που ανέρχεται στο 30% του καθαρού μηνιαίου εισοδήματος με το επιτόκιο της αρχικής δανειακής σύμβασης με την τράπεζα.

2. Το όριο του εισοδήματος προσαυξάνεται κατά 5.000 ευρώ, φτάνει δηλαδή στα 30.000 ευρώ για πάσχοντες από βαριά ασθένεια, μόνιμη αναπηρία, τρίτεκνους και πολύτεκνους. Για την κατηγορία αυτή ισχύει ό,τι και στην πρώτη.

3. Οσοι έχουν ετήσιο καθαρό οικογενειακό εισόδημα έως 15.000 ευρώ. Για 48 μήνες καταβάλλουν δόση στο 30% του καθαρού μηνιαίου εισοδήματος με επιτόκιο 0,75%+βασικό επιτόκιο ΕΚΤ (σήμερα 1,5%).

4. Ανεργοι με μοναδικό εισόδημα το επίδομα ανεργίας. Για 6 μήνες εντός της περιόδου διευκόλυνσης προβλέπονται μηδενικές καταβολές και πλήρης απαλλαγή από τόκους. Μετά τους έξι μήνες καθορίζεται δόση με βάση τα όσα προβλέπονται για τα νοικοκυριά με εισόδημα έως 15.000 ευρώ. Σε περίπτωση μηδενικού εισοδήματος συνεχίζονται οι μηδενικές καταβολές.

Σε όλες τις περιπτώσεις, η συμβατική διάρκεια του δανείου παρατείνεται κατ' ελάχιστον 48 μήνες και μετά την περίοδο διευκόλυνσης η αποπληρωμή συνεχίζεται με βάση τους όρους της αρχικής σύμβασης, ενώ το υπόλοιπο των τόκων κεφαλαιοποιείται.

Kathimerini

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση