iphone app
android app
iphone app android app
Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017
Τραπεζίτες-κρίση-φυλακή

Γιατί τόσοι λίγοι τραπεζίτες πήγαν στη φυλακή για το ρόλο τους στην κρίση;


Το έγκλημα, ενίοτε, έχει ασυνήθιστα κοινωνικά οφέλη. Το 2010, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Σάο Πάολο φιλοξένησε μια έκθεση των έργων που είχαν κατασχεθεί από διάφορους  απατεώνες και λαθρεμπόρους ναρκωτικών. Μερικά από τα έργα ανήκαν στην βραζιλιάνικη τράπεζα Banco Santos, που είχε καταρρεύσει το 2005. Μετά την εκκαθάριση της τράπεζας, ο Edemar Cid Ferreira έχασε τη συλλογή έργων τέχνης του και το σπίτι του, καταδικάστηκε για «εγκλήματα κατά του εθνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος» και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και καταδικάστηκε σε 21 έτη στη φυλακή.

Καλώς ή κακώς, πολλοί άνθρωποι θα ήθελαν να δουν περισσότερους τραπεζίτες πίσω από τα κάγκελα για το ρόλο τους στην ανατίναξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Δύσης. Στη Βρετανία ούτε ένας ανώτερος τραπεζίτης δεν αντιμετώπισε ποινική δίωξη για την αποτυχία του οργανισμού του. Κάποιοι αντιμετώπισαν τη μικρότερη κύρωση, να μην μπορούν να δουλέψουν σε άλλη τράπεζα ή εταιρεία, ή συμφώνησαν με τις ρυθμιστικές αρχές να μην το πράξουν. (Οι πολιτικοί έχουν προτείνει την εισαγωγή ενός «αδιαμφισβήτητου τεκμηρίου», ότι οι διευθυντές μιας χρεοκοπημένης τράπεζας θα πρέπει να αποκλείονται αυτόματα από τη διεύθυνση άλλων τραπεζών, εκτός αν μπορούν να αποδείξουν ότι δεν ήταν ευθύνη τους).

Στην Αμερική, η Ομοσπονδιακή Εταιρεία Ασφάλισης Καταθέσεων έχει καταθέσει πάνω από 40 μηνύσεις εναντίον στελεχών και διευθυντών αποτυχημένων οργανισμών, από το 2010, ενώ αναμένονται περισσότερες. Αλλά οι εισαγγελείς έχουν κάνει ελάχιστες ποινικές διώξεις εναντίον υψηλόβαθμων τραπεζιτών. Η αμερικανική κυβέρνηση εξασφάλισε την πρώτη καταδίκη ανώτερου τραπεζίτη, ενός υπαλλήλου της Credit Suisse που κατηγορείται ότι κακοδιαχειρίστηκε κάποιους ενυπόθηκους τίτλους, μόλις τον Απρίλιο. Ο Κareem Serageldin θα καταδικαστεί τον Αύγουστο.

Η εισαγγελική συστολή των βρετανικών και αμερικανικών αρχών έρχεται σε αντίθεση με την πιο σκληρή προσέγγιση που ακολούθησαν οι προκάτοχοί τους και άλλες Αρχές. Κατά τη διάρκεια της αμερικανικής κρίσης αποταμίευσης-και-δανείων στη δεκαετία του 1980, περισσότεροι από 800 τραπεζίτες φυλακίστηκαν. Μια δεκαετία αργότερα, οι διευθυντές της Barings, μιας βρετανικής τράπεζας που κατέστρεψε ο αγύρτης χρηματιστής Νικ Λίσον, είχαν αποκλειστεί από την κατοχή διευθυντικών θέσεων, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν άμεση σύνδεση με το λάθος του. Άλλες χώρες, όπως η Ισλανδία και η Γερμανία, έχουν υιοθετήσει μια πιο σθεναρή προσέγγιση σε αυτή την κρίση.

Ορισμένες από τις διαφορές αυτές φαίνεται να οφείλονται στην πολιτική βούληση. Στην Αμερική, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αφιέρωσε σημαντικούς πόρους για την διερεύνηση της απάτης κατά τη διάρκεια της κρίσης αποταμίευσης-και-δανείων. Ο William Black, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μισούρι στο Κάνσας Σίτι  ο οποίος ασχολήθηκε με το θέμα, έχει καταθέσει στους βουλευτές ότι οι ρυθμιστικές αρχές έχουν δώσει στο FBI ελάχιστη βοήθεια κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης.Η Ισλανδία κατάφερε να συγκεντρώσει μια ειδική ομάδα με πάνω από 100 ερευνητές που έχουν κερδίσει καταδικαστικές αποφάσεις εναντίον στελεχών της Glitnir, μιας  τράπεζας που κατέρρευσε, και ετοιμάζονται να απαγγείλουν κατηγορίες εναντίον άλλων υψηλόβαθμων τραπεζιτών και επιχειρηματιών, όπως τα αφεντικά άλλων δύο μεγάλων τραπεζών της Ισλανδίας. Στην Ισπανία, η συμπεριφορά 90 περίπου πρώην τραπεζικών στελεχών και μελών της διοίκησης είναι υπό διερεύνηση. Επισφαλείς συμφωνίες, δάνεια με ευνοϊκούς όρους για τους εαυτούς τους, παράτυπα πακέτα μισθών και συντάξεων, «χρυσές» χειραψίες και υπερβολικά ποσά για την παρουσία σε συναντήσεις ισχυρών, είναι όλα υπό εξέταση.

Υπάρχουν επίσης διαφορές στις νομοθεσίες που μπορούν να εφαρμοστούν. Ο κύριος λόγος που οι αμερικανικές και βρετανικές ρυθμιστικές αρχές προβάλουν ως δικαιολογία για τη σπανιότητα των διώξεων είναι ότι έχουν αγωνιστεί για να συνδέσουν την αδικία περισσότερο με την τράπεζα, όπως με το σκάνδαλο LIBOR, και όχι με εκείνους που τη διαχειρίζονται. Ένας άλλος λόγος είναι ότι γενικά δεν είναι παράνομο να καταστρέψεις μια τράπεζα λόγω ανικανότητας (αν και Βρετανοί και Γερμανοί πολιτικοί συζητούν την εισαγωγή ποινικών κυρώσεων για την απερίσκεπτη διαχείριση).

Το όριο για να χτυπηθούν οι τραπεζίτες είναι χαμηλότερο σε ορισμένα μέρη και υψηλότερα σε άλλα. Στην Γερμανία, την Ελβετία και την Αυστρία, για παράδειγμα, έχουν μια ελαστική έννοια που ονομάζεται Untreue, ή παραβίαση της εμπιστοσύνης, η οποία ορίζεται ως παρέκκλιση συμπεριφοράς που προκαλεί πραγματική ζημιά στον οργανισμό. Από όταν άρχισε η κρίση, οι γερμανοί εισαγγελείς έχουν κατηγορήσει τραπεζίτες σε επιχειρήσεις όπως οι WestLB, BayernLB, HSH Nordbank και η Sal Oppenheim για αδικήματα, περιλαμβανομένων και του Untreue.

Στη Βραζιλία, η νομοθεσία είναι ακόμα αυστηρότερη. Θεωρούν τα στελέχη και τους διευθυντές των τραπεζών (ακόμα και τους μετόχους τους) προσωπικά υπεύθυνους να επιστρέψουν τα χρέη των χρεοκοπημένων τραπεζών, ακόμη και όταν δεν αποδειχθεί σφάλμα.

Ωστόσο, η επιβολή αυστηρότερων προτύπων ευθύνης έχει κόστος. Θα ανέτρεπε μια παράδοση τους αγγλικού και αμερικανικού δικαίου, στην οποία τα δικαστήρια αποφεύγουν μια δεύτερη απόφαση για ειλικρινείς αλλά επιχειρηματικές αποφάσεις. Ο Heinrich Honsell, καθηγητής νομικής, θεωρεί τη χρήση του Untreue σε πρόσφατες εμπορικές υποθέσεις ανησυχητικό φαινόμενο. «Δεν είναι σωστό να ποινικοποιήσουν λάθη αμέλειας», λέει. «Πολύ σύντομα οι δικαστές θα πρέπει να μας πουν πώς να διαχειριστούμε τον κίνδυνο». Οι αντίπαλοι της ιδέας ενός νόμου ενάντια στην απερίσκεπτη διαχείριση προειδοποιούν ότι το αποτέλεσμα θα είναι να αποθαρρύνουν την ανάληψη κινδύνων κάθε είδους. Αλλά αν η τιμωρία για την ανικανότητα των ανθρώπων προχωρήσει τόσο, οι ρυθμιστικές αρχές θα μπορούσαν να γίνουν ακόμα πιο σκληρές. Η συνοπτική απόδοση δικαιοσύνης δεν είναι επιθυμητή. Κάποια δικαιοσύνη είναι.

Πηγή: antinews.gr (αναδημοσίευση από το economist.com)

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση