iphone app
android app
iphone app android app
Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017
Νιγηρία

Όταν τα hedge funds ποντάρουν στην αγορά τροφίμων


Φωτογραφία: Chris Sisarich/ World Vision

Μεγάλα κεφάλαια, επενδυτές και εταιρείες, όπως για παράδειγμα η Goldman Sachs, έχουν κερδίσει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια μέσω των αγοροπωλησιών στην αγορά τροφίμων. Πολλοί τονίζουν πως επωφελούνται από την πείνα σε διάφορές χώρες και χειραγωγούν την αγορά τροφίμων. Οι ίδιοι, αλλά και αρκετοί αναλυτές, ισχυρίζονται πως τα κέρδη και η αύξηση των τιμών οφείλονται στην αύξηση της κατανάλωσης στις αναπτυσσόμενες χώρες. 

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων του ΟΗΕ (FAO) οι τιμές των τροφίμων έχουν υπερδιπλασιαστεί τα τελευταία δέκα χρόνια. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις, στο ενδεικτικό «καλάθι τροφίμων» που αποτελείται από πέντε κύρια προϊόντα, σημειώθηκαν το 2008 και το 2011, καταγράφοντας αύξηση σε σχέση με το προηγούμενο έτος κατά 50%. Η πιο πρόσφατη ραγδαία αύξηση τιμών, όπως σημειώνεται και στο RT, ήταν η βασική αιτία να προκληθούν εξεγέρσεις σε χώρες του αραβικού κόσμου που οδήγησαν και στην πτώση ορισμένων καθεστώτων και κυβερνήσεων. Το 2013 ενδέχεται να σημειωθεί ακόμα μία αύξηση τιμών με δεδομένη τη μειωμένη παραγωγή σε ΗΠΑ και Ρωσία. Ο ΟΗΕ έχει προειδοποιήσει πως ενδέχεται η παγκόσμια κοινότητα να έρθει αντιμέτωπη με μία μεγάλη επισιτιστική κρίση. Την ίδια στιγμή, μεγάλα κεφάλαια κερδίζουν εκατομμύρια από επενδύσεις στην αγορά τροφίμων. Για παράδειγμα η Goldman Sachs εκτίμησε, σύμφωνα με το RT, τα κέρδη από επενδύσεις σε «μαλακά εμπορεύματα», σιτάρι, καλαμπόκι, καφές και ζάχαρη, ανήλθαν το 2012 σε 400 εκατομμύρια δολάρια. «Ενώ σχεδόν ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι πεινούν, οι τραπεζίτες της Goldman Sachs ενισχύουν τα κέρδη τους ποντάροντας στην αγορά τροφίμων. Η κερδοσκοπία αυξάνει τις τιμές των τροφίμων και η Goldman Sachs είναι ο νούμερο ένα ένοχος», δήλωσε η Christine Haigh από το «World Development Movement» (WDM) στην Independent. Η οργάνωση με έδρα το Λονδίνο σε συνεργασία με άλλες οργανώσεις, όπως τη Foodwatch, την Oxfam και τη Weed, έχουν επανειλημμένα εδώ και χρόνια κατηγορήσει τους κερδοσκόπους επενδυτές για την αύξηση των τιμών των τροφίμων ή έστω την επικίνδυνη αποσταθεροποίηση της αγοράς. 

Η απελευθέρωση της αγοράς στα τέλη της δεκαετίας του '90 έδωσε τη δυνατότητα σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να στοιχηματίζουν στις τιμές των τροφίμων με αποτέλεσμα περίπου 200 δις να έχουν παιχτεί στην αγορά. Για παράδειγμα η Armajaro, ένα από τα σημαντικότερα hedge funds στην αγορά, κατάφερε σχεδόν μόνη της να εκτοξεύσει την παγκόσμια τιμή του κακάο σε επίπεδο ρεκόρ 33 ετών τον Ιούλιο του 2010 αγοράζοντας περίπου το 15% των παγκόσμιων αποθεμάτων. Ωστόσο το αποτέλεσμα της κερδοσκοπίας στις τιμές των τροφίμων αποτελεί ακόμα και σήμερα ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα. Αναλυτές με μεγάλη επιρροή, όπως ο αμερικανός οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν, υποστηρίζουν πως η κερδοσκοπία αποτελεί σχεδόν ασήμαντο παράγοντα στην αύξηση των τιμών σε σχέση με την αυξανόμενη ζήτηση στις αναπτυσσόμενες χώρες, καθώς και την αύξηση της χρήση καλαμποκιού και άλλων προϊόντων για βιοκαύσιμα, γεγονός που δρα σε βάρος της αγοράς των τροφίμων.

Υπενθυμίζεται πως μία μελέτη του Ινστιτούτου New England Complex Systems που δημοσιεύθηκε το 2012 έδειχνε ότι ο δείκτης τιμών των τροφίμων θα πρέπει να τροποποιηθεί μόνο σε περίπτωση που αποδειχτεί ότι η παραγωγή αιθανόλης έχει αντίκτυπο. Η μελέτη εκτιμούσε πως η αύξηση της τιμής της αιθανόλης το 2008 οφείλεται κυρίως στην κερδοσκοπία, ενώ αντίθετο το 2011 αυτή τροφοδοτήθηκε από τους επενδυτές. Πολλοί χρηματιστές απορρίπτουν τις κατηγορίες και τονίζουν πως θα συνεχίσουν να παίζουν χρήματα στην αγορά τροφίμων. Το Σάββατο ο Juergen Fitsche της Deutsche Bank μιλώντας στο Παγκόσμιο Φόρουμ για τη Διατροφή και τη Γεωργία ανακοίνωσε πως ο τραπεζικός κολοσσός «θα συνεχίσει να προσφέρει χρηματοπιστωτικά προϊόντα που συνδέονται με γεωργικά προϊόντα», υποστηρίζοντας πως αυτά τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα προσφέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα και στους αγρότες και στη βιομηχανία τροφίμων. Άλλοι πάλι φαίνεται να έχουν αντίθετη άποψη σχετικά με το αποτέλεσμα αυτών των προϊόντων. Το 2012 αρκετές τράπεζες μεταξύ αυτών και η δεύτερη μεγαλύτερη της Γερμανίας η Commerzbank, έπαψαν να τζογάρουν στις τιμές των τροφίμων για ηθικούς, όπως ανακοίνωσαν, λόγους. 

Κοινοποιήστε

  Εκτύπωση